Η πληρέστερη ανάλυση για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας-Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά το ελληνικό Σύνταγμα

Last updated on 14 Απριλίου, 2021 at 08:36 μμ

Νομικό καθεστώς εκκλησιαστικών προσώπων.

Το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που διέπει κάθε εκκλησία, θρήσκευμα ή δόγμα της ελληνικής επικράτειας, κυρίως όμως το είδος της νομικής προ­σωπικότητας που η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει σε αυτά και τις οργανωτικές τους υποδιαιρέσεις, έχει καθοριστικές συνέπειες και στο πεδίο των δημοσιονομικών βαρών. Το είδος της νομικής προσωπικότη­τας που νομιμοποιεί κάθε θρησκευτική κοινότητα συνεπάγεται διαφορετικό είδος φορολογικής μεταχείρισης, αλλά και δημοσιονομικής ευθύνης, απέναντι στο κράτος.

Η απόκτηση αρχικώς νομικής προσωπικότητας, δημοσίου ή ιδιωτι­κού δικαίου, εκ μέρους των θρησκευμάτων, τα καθιστά υποκείμενα δικαίου στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, διευκολύνοντας τη λειτουργικότερη νομική, κοινωνική και οικονομική ένταξή τους στην ελληνική συναλλακτική πραγματικότητα.

Με τον τρόπο αυτόν εξυπηρετούνται ζωτικές καθημερινές τους ανάγκες, όπως είναι η απόκτηση περιουσίας, η ανάληψη νομικών και οικονομικών υποχρεώσεων, η δικαιοπρακτική ικανότητα για σύναψη συμβάσεων ή κατάρτιση δικαιοπραξιών, η δικονομική παράσταση στο δικαστήριο, η αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις, πολλές ακόμη νομικής και συναλλακτικής φύσεως πράξεις.

 Ένας μεγάλος αριθμός θρησκευτικών νομικών προσώπων, όπως είναι οι κυριότερες οργανωτικές υποδιαιρέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κρήτης, Μητροπόλεις, Ενορίες, Μονές κ.λπ.) καθώς και οι Ισραηλιτικές Κοινότητες, έχουν αναγνωσθεί ως Ν.Π.Δ.Δ.[45]

Από φορολογικής πλευράς, η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται κυρίως την ευνοϊκότερη φορολογική τους μεταχείριση, με τη μορφή της ολικής ή μερικής τους απαλλαγής, στα πλαίσιο γενικότερης απαλλακτικής φορολογικής πολιτικής που ακολουθεί το Κράτος, έναντι του συνόλου των Ν.Π.Δ.Δ. της ελληνικής επικράτειας. [46]

Το γεγονός αυτό επιφέρει άνιση φορολογική μεταχείρι­ση μεταξύ των εν λόγων θρησκευτικών Ν.Π.Δ.Δ. και εκείνων που έχουν απλώς την ιδιότητα του Ν.Π.Ι.Δ. (άλλες θρησκείες και δόγματα εκτός των προαναφερόμενων, με σωματεία, ιδρύματα κ.λπ.).

Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά, τα Ν.Π.Δ.Δ. (συνεπώς και τα εκκλησιαστικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα) υπάγονται στο δημοσιονομικό και διαχειριστικό έλεγχο του Δημόσιου Λογιστικού και τους αυστηρότερους κανόνες ελέγχου που αυτό προβλέπει, ο οποίος διενεργείται κατά κανόνα από Οικονομικούς Επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά και από το Ελεγκτικό Συ­νέδριο, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του Ν. 2362/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 4272/2014 «Περί Δη­μοσίου Λογιστικού, Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατά­ξεις» και άρθρ. 1 (Κεφ. Α’: Ελεγκτικό Συνέδριο) του Ν. 3060/2002, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 4272/2014 «Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης».

Ιδιαίτερο ζήτημα ωστόσο, ως προς τη νομική φύση των εκκλησιαστικών οργανισμών και αφορμή για περαιτέρω συζητήσεις προκάλεσε η υπ’ αριθμ. 502/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας[47].

Στην προκείμενη απόφαση επιχειρείται αντιστροφή της νομολογίας ως προς τη νομική προσωπικότητα της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, χαρακτηρίζοντάς την ως «ιδιάζουσας φύσεως» δημοσίου δικαίου νομικό πρόσωπο και όχι Ν.Π.Δ.Δ. όπως κοινώς έχει γίνει αποδεκτό με βάση και το νόμο 590/1977 (Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος). Η υπόθεση αυτή αφορά (με αφορμή Μονή της Μητρόπολης Καλαβρύτων) την εφαρμογή των νόμων 1611/1950 και 2216/1994 με τους οποίους η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα Ν.Π.Δ.Δ. να έχουν κατατεθειμένα τα χρηματικά τους διαθέσιμα σε αυτήν, ώστε να τα διαχειρίζεται και να τα επενδύει σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου (π.χ. ομόλογα).

Με βάση το συγκεκριμένο σκεπτικό, ως ιδιάζουσας φύσης νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας απάλλαξε τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα από την παραπάνω υποχρέωση, διατηρώντας την οικονομική τους αυτονομία από τον υπόλοιπο κρατικό μηχανισμό.

Είναι προφανές ότι διαφορετικά αντιλαμβάνεται η Εκκλησία από το Κράτος τη μορφή και την κλίμακα του μεταξύ τους διαχωρισμού, με τον κρατικό μηχανισμό να θέλει να την ελέγχει παρεμβατικά εξαιτίας της επιρροής της στην κοινωνία και την Εκκλησία να επιθυμεί την προστασία του Κράτους απέναντί της ως ανταπόδοση στη διαχρονική της προσφορά στην ελληνική κοινωνία.

Δεν είναι λίγες οι φωνές και μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας ακόμα και σήμερα (όπως ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος, σε δημόσια τοποθέτηση του το 2009) αλλά και σε μέρος της θεωρίας[48] που μιλούν ανοιχτά για την ανάγκη ενός νέου sui generis νομικού μορφώματος δημοσίου δικαίου, με την επιχειρηματολογία ότι αυτό το νέο νομικό καθεστώς θα επαναπροσδιόριζε στη σύγχρονη κοινωνία τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας, σε κάθε επίπεδο, αναδεικνύοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα και αυτονομία της εκκλησίας.

Το νομοκανονικό καθεστώς της «επικρατούσας»Ανατολικής Ορθό­δοξης Εκκλησίας ωστόσο, δεν είναι ενιαίο σε όλο το εύρος της ελληνικής επικρά­τειας, καθώς η τελευταία υποδιαιρείται από εκκλησιαστικής άποψης στις πέντε περιφέρειες, της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, της Εκκλησίας της Κρήτης, του Αγίου Όρους και των Μητροπόλεων Δωδεκανήσου, που η ιδιαιτερότητά τους θα αναπτυχθεί αμέσως παρακάτω.           

Τα σχόλια είναι κλειστά.