Η πληρέστερη ανάλυση για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας-Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά το ελληνικό Σύνταγμα

εκκλησίας,

Οι σχέσεις Κράτους-Οικουμενικού Πατριαρχείου ως ιδιαίτερη πτυχή της συνάρτησης Κράτους-Εκκλησίας κατά το ελληνικό Σύνταγμα και το ειδικό καθεστώς των Μητροπόλεων Δωδεκανήσου

Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας από την ίδρυση του ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα.

Γράφει ο Γιώργος Νικολόπουλος, Υπ. Διδ. Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος*

Το ζήτημα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας στην Ελλάδα ακολουθεί τα τελευταία 196 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 μέχρι και σήμερα διάφορες διακυμάνσεις. Υπάρχουν περίοδοι έντασης, αλλά και αγαστής συνεργασίας. Πολλές φορές οι συγκρούσεις κυριαρχούν ακόμα και στο πολιτικό σκηνικό με κοινωνικές και ιδεολογικές διαστάσεις, ενώ σε περιόδους ηρεμίας οι προβληματισμοί περιορίζονται σε θεολογικά και ιστορικά ζητήματα.

Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα το 1821 επέφερε τη διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ των εκκλησιαστικών επαρχιών των επαναστατημένων περιοχών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Οι προσπάθειες του Ιωάννη Καποδίστρια για την αποκατάσταση των σχέσεων αυτών διακόπηκαν με τη δολο­φονία του Κυβερνήτη. Η διοίκηση των ελληνικών εκκλησιαστικών πραγμάτων εκείνη την περίοδο ασκούνταν στην ουσία από το «Μινιστέριο» (Υπουργείο) της Θρησκείας. Από το 1829 και μετά, τις σχετικές αρμοδιότητες συνέχισε να ασκεί ειδική κρατική υπηρεσία, υπό την ονομασία «Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας».[1]

Το σύνολο των συνταγματικών ελληνικών κειμένων, τόσο της επαναστατικής, όσο και της μετέπειτα περιόδου, περιείχαν διατάξεις που αναγνώριζαν με επίσημη διατύπωση την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως «επικρατούσα» στη χώρα μας.

Ωστόσο, τα ίδια κείμενα, διαπνεόμενα από φιλελεύθερο πνεύμα, προέβλεπαν με πανηγυρικό επίσης τρόπο, κατοχύρωση και προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, με ελεύθερη τέλεση της λατρείας των όποιων άλλων δογμάτων ή θρησκευμάτων, υπό την εγγύηση των κρατικών αρχών.    

Παρά το γεγονός, ότι η αυτόβουλη ανεξαρτητοποίηση της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνιστούσε κανονική εκτροπή, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν ότι κάτι τέτοιο, αν και εκκλησιαστικό ατόπημα, επιβαλλόταν από λόγους έκτακτων πολιτικών συνθηκών, που συνδέονταν με την εθνική επιβίωση και ανεξαρτησία των μόλις απελευθερωμένων περιοχών.[2]

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι αντιλήψεις του τριμερούς Συμβουλίου Αντιβασιλέων του Όθωνα. Πιο συγκεκριμένα, ο Βαυαρός καθηγητής της Νομικής Σχολής του Μονάχου και αρμόδιος της Αντιβασιλείας επί εκκλησιαστικών θεμάτων Λουδο­βίκος φον Μάουρερ, υποστήριζε μια πολιτειοκρατική εκδοχή των σχέσεων μεταξύ κράτους και εκκλησίας, που όμως στην ουσία καθιστούσε την εκκλησία οργανική προέκταση του κράτους.

Ο Μάουρερ σε συνεργασία με εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες διαμόρφωσε το πλαίσιο λειτουργίας της εκκλησίας στο νέο κρατικό μόρφωμα της τότε Ελλάδας, και έτσι εκπόνησε το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833 υπό τον τίτλο «Διακήρυξις περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας».

Με το κείμενο αυτό, η Ελληνική Εκκλησία ανακηρυσσόταν «αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος από πάσης άλλης εξουσίας», δια­τηρώντας απλώς δογματική ενότητα με τις υπόλοιπες ορθόδοξες εκκλησίες. [3]

Η Σύνοδος της Εκκλησίας τελούσε «υπό την κυριαρχίαν του Βασιλέως» (αν και ο Όθωνας ήταν Ρωμαιοκαθολικός) και καμία απόφαση της Συνόδου δεν είχε ισχύ αν δεν επικυρώνονταν από την κυβέρνηση. Η  Εκκλησία της Ελλάδος μπορεί από την μία να πέτυχε το σκοπό της και να αυτονομήθηκε από το Πατριαρχείο που βρίσκονταν στην καρδιά του οθωμανικού Κράτους, αλλά πλέον είχε καταστεί υποχείριο πολιτικών συμφερόντων της εκάστοτε ηγεσίας του νεοσύστατου ελληνικού Κράτους.

Μερική λύση στο όλο ζήτημα επέφερε η έκδοση του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, νομοκανονικού κειμένου με το οποίο το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακήρυξε αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Ελλάδος, θέτοντας απλώς ορισμένους όρους ως προς τον ειδικότερο τρόπο διοίκησής της.

Ακολούθησε το έτος 1852 η ψήφιση των δύο πρώτων καταστα­τικών χαρτών της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, ειδικότερα των Νόμων Σ’, «Περί επισκόπων και περί του υπό τους επισκόπους τελούντος κλήρου» και ΣΑ’, «Νόμος Καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Σε εφαρμογή των ρυθμίσεών τους, η έντονη πολιτειοκρατία υποχώρησε, προς όφελος μιας μεγα­λύτερης αυτοδιοίκησης της Ελληνικής Εκκλησίας, αφού πλέον τα μέλη της Συνόδου δεν διορίζονταν από την Κυβέρνηση αλλά καλούνταν κάθε χρόνο κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους στην αρχιεροσύνη.

Η δημόσια παρουσία της Εκκλησίας κατά τις πρώτες δεκαε­τίες του 20ού αιώνα σημαδεύτηκε από την ενεργό συμμετοχή της στα πολιτικά πράγματα, που κατέληξαν αργότερα ακόμα και στον εθνικό διχασμό μεταξύ βασιλικών και φιλελευθέρων (1917). Τα γεγονότα της περιόδου αυτής είχαν μεταξύ άλλων ως αντίκτυπο ακόμα και την καθαίρεση και αντικατάσταση του Αρχιεπισκόπου, και πολλών άλλων Επισκόπων-Μητροπολιτών, καταδεικνύοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι οι εκκλησιαστικές πράξεις ξέφευγαν από την πνευματική και κοινωνική τους λειτουργία και ταυτίζονταν με πολιτικές και κομματικές έριδες.

Ο νέος «Καταστατικός Νόμος» που ψηφίστηκε το 1923, κα­θιέρωσε την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας ως ανώτατο διοικητικό όργανο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, θεσπίζοντας συνοδικό σύστημα διοίκησης και ορίζοντας, στο ίδιο πλαίσιο, την απευθείας εκλογή των Επισκόπων από τη Σύνοδο. Με αυτόν το καταστατικό χάρτη και τυπικά ο Μητροπολίτης Αθηνών μετονομάστηκε σε Αρχιεπίσκοπο «Αθηνών και Πάσης Ελλάδος», ενώ οι τοπικοί Επίσκοποι σε Μητροπολίτες.[4]

Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε από πληθώρα αυ­θαίρετων επεμβάσεων της πολιτείας στα εσωτερικά της Εκκλησίας. Ορισμένες από αυτές ήταν τόσο βίαιες και απροκάλυπτες, ξεπερνώντας τα όρια κάθε πολιτειοκρατικής λογικής, εξυπηρετώντας ωστόσο σκοπιμότητες συγκεκριμένων ανώτατων κληρικών.

Από το χρονικό των πολυάριθμων (εμφανών και αφανών) επεμβάσεων, αξίζει εδώ να μνημονευθεί ο διορισμός από τη στρατιωτική χούντα (1967-1974) πλειάδας αρχιερέων ως μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ακόμα και νέου Αρχιεπισκόπου (Ιερώνυμος Α’ Κοτσώνης) οι οποίοι παρείχαν, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, την απαραίτητη ιδεολογική-πνευματική «νομιμοποίηση» που είχε ανάγκη η δι­κτατορία των συνταγματαρχών από την πλευρά της Εκκλησίας για την επιβολή της στην κοινωνία.[5]

Μετά την μεταπολίτευση, από το 1974 μέχρι και σήμερα η σχέση κράτους και εκκλησίας θα χαρακτηρίζονταν ως «διακριτική» με ελάχιστες συγκρούσεις, όπως το παράδειγμα του «Νόμου Τρίτση», Ν. 1700/1987, με την αντισυνταγματική δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας και το 2001 ως προς την αναγραφή του θρησκεύματος στις πολιτικές ταυτότητες. Οι δύο αυτές συγκρούσεις, παρά τη μεγάλη διάσταση που προκάλεσαν αρχικώς, τελικώς ελαχιστοποιήθηκαν κατά κανόνα μετά από παρέμβαση του τρίτου πόλου εξουσίας στην ελληνική πολιτεία, της δικαστικής λειτουργίας με μία σειρά δικαστικών αποφάσεων.[6]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *