Last updated on 14 Απριλίου, 2021 at 08:36 μμ

Είδη διάκρισης Κράτους – Εκκλησίας στην Ελλάδα.
Το πολιτειοκρατικό σύστημα της «νόμω κρατούσης πολιτείας».
Στα πολιτειοκρατικά συστήματα το κράτος επεμβαίνει στα εσωτερικά της εκκλησίας και ρυθμίζει όχι μόνο θέματα της διοίκησής της, αλλά, σύμφωναμε ορισμένες εκδοχές της πολιτειοκρατίας, και πνευματικά θέματα. Η κοσμική εξουσία καθίσταται εγγυητής της πίστης, παράγοντας αναπαραγωγής και συντήρησης της θρησκευτικής κοσμοθεωρίας.
Στα συστήματα αυτά, η πολιτειακή επέμβαση ποικίλλει ως προς το είδος, ως προς τον τρόπο αλλά και ως προς την ένταση, με την απόλυτη υποταγή της εκκλησίας να αναφέρεται ως «καισαροπαπισμός» και την ήπια επικράτηση του κράτους ως «νόμω κρατούσης πολιτείας»[7] ,σύστημα που υφίσταται και στη χώρα μας.
Στο σύστημα αυτό, που θεωρείται ισχύον[8] και στη χώρα μας ήδη από το 1833[9], η θρησκεία που εκπροσωπεί τη πλειονότητα του πληθυσμού αναγνωρίζεται από τον νομοθέτη ως επικρατούσα.
Η «κρατούσα» εκκλησία-θρησκευτική οντότητα καθίσταται ιδιότυπο τμήμα του κρατικού μηχανισμού, καθώς οι οργανωτικές της μορφές αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι αποφάσεις των οργάνων της, κατά το μέρος που αφορούν σε θέματα διοίκησής της, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και προσβάλλονται στα κοσμικά δικαστήρια.
Το κράτος επεμβαίνει με νόμους στην οργάνωση των διοικητικών της θεσμών υπό την επιφύλαξη του σεβασμού των δογματικών της κανόνων.[10] Οι εκκλησιαστικοί κανόνες εφαρμόζονται μόνο στο εσωτερικό της εκκλησίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες δημόσιας τάξης της πολιτείας.
Είναι προφανές, πάντως, ότι οι επεμβάσεις της πολιτείας στη διοίκηση της εκκλησίας καθιστούν σχετική την ελευθερία αυτοδιοίκησής της. Αυτό όμως, είναι και το τίμημα της προνομιακής της μεταχείρισης.
Το σύστημα διάκρισης της «ομοταξίας».
Στο καθεστώς της ομοταξίας, η νομική θέση της εκκλησίας, τα δικαιώματα που απολαμβάνει στο πλαίσιο της έννομης τάξης καθώς και το πεδίο συνεργασίας του κρατικού οργανισμού με την εκκλησιαστική διοίκηση ρυθμίζονται με «συμφωνίες». Το καθεστώς των συμφωνιών, οι οποίες συνάπτονται κυρίως σε χώρες με έντονη επιρροή της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, απορρέει από την ανάγκη διασφάλισης της διάκρισης θρησκείας-κράτους και διαφύλαξης της αυτοδιοίκησης των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Υποστηρίζεται ότι ένα οιονεί ή απόλυτο καθεστώς ομοταξίας[11] αναγνωρίζεται και στην Ελλάδα[12] με τη σύμπραξη που απαιτείται από το Σύνταγμα μεταξύ ελληνικής Πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου, για τη ρύθμιση του καθεστώτος του Αγίου Όρους (άρθρο 105), αλλά και για το εκκλησιαστικό καθεστώς της Κρήτης (Ν. 4149/1961, άρθρο 137) και της Δωδεκανήσου (άρθρο 3 παρ. 2 του Συντάγματος και άρθρα 1 αριθμ. 5, 39 παρ. 8, Ν. 590/1977).
Σύμφωνα με την ίδια γνώμη, οι αναφορές του συνταγματικού νομοθέτη στον Πατριαρχικό Τόμο του 1850, με τον οποίο αναγνωρίστηκε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδας από το Πατριαρχείο, και στη Συνοδική Πράξη του 1928, με την οποία παραχωρήθηκαν «επιτροπικώς» στην Εκκλησία της Ελλάδας οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, παραπέμπουν στην (τετελεσμένη) σύμπραξη-συναλληλία-ομοταξία[13] του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού Κράτους όσον αφορά στον τρόπο διοίκησής της.
Οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας κατά το ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 3).
Για να παρουσιαστούν οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας σήμερα, είναι βασικό η προσέγγιση να ξεκινήσει από το ίδιο το γράμμα του νόμου και κυρίως από τον θεμελιώδη νόμο του Κράτους που είναι το Σύνταγμα. Το άρθρο 3 του Συντάγματος ορίζει τα εξής:[14]
«1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού, τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις.
Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.
2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σ’ άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στη Κωνσταντινούπολη».
Συναφείς με τα εκκλησιαστικά ζητήματα ρυθμίσεις που δομούν το θρησκευτικό πλαίσιο του κράτους, περιλαμβάνουν και οι διατάξεις των συνταγματικών άρθρων 13 (δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας), 18 παρ. 8 (προστασία της περιουσίας των πρεσβυγενών πατριαρχείων, που βρίσκεται στην Ελλάδα), 16 παρ. 2 (αναγορεύεται ως σκοπός της παιδείας και η ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης), 72 παρ. 1 (αρμόδια η ολομέλεια της Βουλής για την ψήφιση νόμων με εκκλησιαστικό περιεχόμενο), 105 (καθεστώς της μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους).[15]
Ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «επικρατούσα θρησκεία»[16], η κρατούσα γνώμη υποστηρίζει ότι αποτελεί απλή διακήρυξη περί του ότι οι Έλληνες είναι, κατά τη συντριπτική τους πλειοψηφία, χριστιανοί ορθόδοξοι, δηλαδή πρόκειται για απλή διαπίστωση ενός ιστορικού γεγονότος.[17]
Έτσι με αυτήν την άποψη, ο συνταγματικός όρος «επικρατούσα θρησκεία»[18] έχει περιγραφικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, ως επιβεβλημένη τιμή στη θρησκεία που συνέβαλλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.[19] Αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση εξάλλου καταδεικνύεται και από τα ίδια τα πρακτικά των συνεδριάσεων των επίτροπών επί του Συντάγματος του 1975. Ο συνταγματικός διαχωρισμός των δύο θεσμών και η «χαλάρωση» πλέον των σχέσεων διαφαίνεται στις παρακάτω διατάξεις:
– Οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας βρίσκονται για πρώτη φορά στο τρίτο και όχι στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος.
– Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως ο ανώτατος άρχοντας της Πολιτείας, δεν απαιτείται να είναι πλέον χριστιανός ορθόδοξος (όπως όφειλε να είναι παλαιότερα ο Βασιλέας: άρθ. 47, 51-52 Συντ. 1952). Κατά την ορκωμοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας ενώπιον της Βουλής δεν παρευρίσκεται η Iερά Σύνοδος, ενώ ο ίδιος δεν υπόσχεται, πλέον, να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία (άρθ. 31, 33 παρ. 2 Συντ.), όπως συνέβαινε υπό το Σύνταγμα του 1952.[20]
– Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται τώρα γενικά, όταν διενεργείται κατά οποιασδήποτε «γνωστής» θρησκείας (άρθ. 13 παρ. 2 εδ. γ’ Συντ.) και όχι μόνον κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας (όπως προέβλεπε το προϊσχύσαν Σύνταγμα).[21] [22]
– Επιτρέπεται η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων μετά την κυκλοφορία τους, εφόσον περιέχουν δημοσίευμα που προσβάλλει όχι μόνον τη χριστιανική[23], αλλά και κάθε άλλη «γνωστή» θρησκεία (άρθ. 14 παρ. 3 εδ. α’ Συντ.).[24] Από την άλλη πλευρά διατηρήθηκε η επίκληση της Αγίας Τριάδας στο προοίμιο του Συντάγματος, έστω με συμβολικό χαρακτήρα.
Ωστόσο ακόμα και με το ισχύον Σύνταγμα:
– Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία χαρακτηρίζεται ως «επικρατούσα», έστω με το προαναφερθέν σημασιολογικό περιεχόμενο.
– H θρησκευτική επίκληση περιέχεται στον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθ. 33 παρ. 2 Συντ.), αλλά και των βουλευτών (άρθ. 59 παρ. 1 Συντ.)· προβλέπεται, ωστόσο, ότι ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι βουλευτές, μπορούν να ορκιστούν κατά τον τύπο του όρκου που ορίζει το δόγμα ή η θρησκεία τους ή η τιμή τους (άρθ. 59 παρ. 2 Συντ.).[25]
– Νομοσχέδια που αφορούν ζητήματα σχετικά με τα θρησκεύματα (άρθ. 3 και 13 Συντ.) ψηφίζονται υποχρεωτικά από την Ολομέλεια (και όχι κάποιο τμήμα) της Βουλής (άρθ. 72 παρ. 1 Συντ.).
Επιπρόσθετα, το εορτολόγιο, οι επίσημες τελετές και οι αργίες των δημόσιων υπηρεσιών καθορίζονται κυρίως σύμφωνα με τον εορτολογικό κύκλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.[26] Το άρθ. 2 παρ. 1 Ν.Δ. 90/1973, «περί του Θρησκευτικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων», προβλέπει τον αμιγή ορθόδοξο χαρακτήρα της θρησκευτικής υπηρεσίας των ενόπλων δυνάμεων.[27]
Επίσης, με νομική προσωπικότητα δημόσιου δικαίου χαρακτηρίζεται το σύνολο σχεδόν των εκκλησιαστικών οργανισμών της ελληνικής επικράτειας (ορθόδοξες μητροπόλεις, ναοί και μονές), γεγονός που καθιστά αυτούς φορείς άσκησης δημόσιας εξουσίας.
Το σύνολο των λειτουργικών εξόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει αναληφθεί από το δημόσιο ταμείο (Α.Ν. 536/1945, «περί ρυθμίσεως των αποδοχών του ορθοδόξου εφημεριακού κλήρου της Ελλάδος, του τρόπου πληρωμής αυτών και περί καλύψεως της σχετικής δαπάνης», Α.Ν. 469/1968, «περί μισθολογικής διαβαθμίσεως του εφημεριακού κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος», άρθ. 8 Ν. 1041/1980, περί κρατικής μισθοδοσίας των αρχιερέων, κ.λπ.).[28]
Από όλα τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό ότι ο προβληματισμός για την ανάγκη «χωρισμού» ή -έστω- μεγάλης «χαλάρωσης» των σχέσεων κράτους και εκκλησίας ή ακόμη και για την ανάγκη θρησκευτικού «αποχρωματισμού» του κράτους, έτσι ώστε η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας να είναι σε απόλυτη διάσταση πλήρης, βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την πολιτειοκρατική ή μη αντίληψη για τη σχέση κράτους και εκκλησίας.
Το ίδιο το θέμα της σαφούς διάκρισης και του καθαρού διαχωρισμού των πεδίων δράσης και αρμοδιότητας του κράτους και της εκκλησίας οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι η θρησκεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας χαρακτηρίζεται συνταγματικά ως «επικρατούσα» και η ίδια η Εκκλησία χαρακτηρίζεται ως προς τις νομικές της σχέσεις ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Αν δεν συνέτρεχαν τα δύο αυτά στοιχεία, τότε το όλο θέμα των σχέσεων θα διατυπώνονταν σε διαφορετική βάση, γιατί πεδίο της εκκλησίας θα ήταν προφανέστατα το πεδίο της κοινωνίας των πολιτών και προπύργιό της θα ήταν η επίκληση στη θρησκευτική της ελευθερία.
Και ο χαρακτηρισμός όμως της θρησκείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως «επικρατούσας» και ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. οφείλονται σε πρωτοβουλίες ή έστω σε αποφάσεις της ίδιας της κρατικής εξουσίας.
Δεν είναι λίγες και οι φορές που η ίδια η Εκκλησία ζήτησε ή διεκδίκησε τη μεταβολή των σχέσεών της με το Κράτος και αυτό αρνήθηκε. Η συνύπαρξη άλλωστε υπό ένα καθεστώς χρειάζεται την αποδοχή ή έστω την ανοχή όλων των πλευρών.
Από την πλευρά της Εκκλησίας είναι αρκετοί αυτοί που υποστηρίζουν και επιθυμούν ένα καθεστώς στο οποίο το Κράτος δεν θα παρεμβαίνει καθόλου στα εκκλησιαστικά πράγματα -ούτε καν με τη μορφή του δικαστικού ελέγχου των πράξεων των εκκλησιαστικών αρχών-, αλλά η Εκκλησία θα διατηρεί την ιδιαίτερη θέση που συνεπάγεται το γεγονός πως είναι Εκκλησία της «επικρατούσας» θρησκείας, με ό,τι αυτό σημαίνει ιστορικά και κοινωνικά αλλά και νομικά.
Από την πλευρά του Κράτους ή μάλλον της πολιτειοκρατικής αντίληψης, υπάρχουν απόψεις που θέλουν μια εκκλησία πολιτικά ουδέτερη και αδρανή, περιορισμένη στα πνευματικά της έργα ή έστω σε έργα φιλανθρωπίας, αλλά και ένα κράτος κανονιστικά παρεμβαίνον ως προς τα θέματα της εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της εκκλησίας (π.χ. ενίσχυση της θέσης του εφημεριακού κλήρου, συμμετοχή του λαού στην ανάδειξη των επισκόπων, εκκλησιαστική δικαιοσύνη που σέβεται τις δικαιοκρατικές και όχι μόνον τις εκκλησιολογικές απόψεις κ.λπ.).[29]
Συμπερασματικά οι σχέσεις κράτους και ορθόδοξης εκκλησίας, όπως και γενικότερα οι σχέσεις μεταξύ κράτους και θρησκευτικών ενώσεων είναι στην ελληνική έννομη τάξη, σχέσεις συνταγματικά ρυθμισμένες.
Με το Σύνταγμα εκδηλώνεται η κρατική εξουσία ως συντακτική εξουσία είτε πρωτογενής και απεριόριστη είτε δευτερογενής (αναθεωρητική). Υπό την έννοια αυτή, μπορεί βεβαίως να ειπωθεί ότι η ίδια η βάση των σχέσεων αυτών είναι πολιτειοκρατική, και η εκκλησία «υπάγεται» στο Σύνταγμα. Το βασικό όμως χαρακτηριστικό του Συντάγματος είναι ότι οριοθετεί και καθυποτάσσει την ίδια την κρατική εξουσία σε όλες τις εκφάνσεις της, τη νομοθετική, την εκτελεστική, τη δικαστική. Η υπαγωγή, συνεπώς, στο Σύνταγμα σημαίνει υπαγωγή στην έννομη τάξη και άρα σε κρατικής προέλευσης κανόνες, αλλά και προστασία έναντι της κρατικής εξουσίας.
Τα σχόλια είναι κλειστά.