Η πληρέστερη ανάλυση για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας-Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά το ελληνικό Σύνταγμα

Last updated on 14 Απριλίου, 2021 at 08:36 μμ

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ιδιαίτερος θεσμός στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας.

Το άρθρο 3 του Συντάγματος, πέρα το ότι τιμά και ρυθμίζει (σε συνδυασμό με το άρθρο 13 Συντ.) τις σχέσεις του Κράτους με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, με όλα όσα αναλύθηκαν εκτενώς παραπάνω, προχωρά και στην κατοχύρωση των σχέσεων του ελληνικού Κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το γεγονός ότι το Σύνταγμα αποδέχεται και περιβάλλει με το κύρος του τους διακανονισμούς του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξης του 1928 καθώς και τον ισότιμο προς αυτόν της Βουλής των Ελλήνων ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη διαδικασία παραγωγής του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, της Κρήτης αλλά και κανονιστικών διατάξεων για τα Δωδεκάνησα (που ακόμα είναι βέβαια σε εκκρεμότητα), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αναγνωρίζει ένα είδος ομοταξίας στη σχέση αυτή.

Μια ομοταξία που έχει αυτοαναφορική βάση το ίδιο το Σύνταγμα χωρίς βέβαια να γίνεται ευθέως μνεία στη διεθνή νομική προσωπικότητα του Πατριαρχείου (ως sui generis νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου), αλλά υπονοώντας την, αναγνωρίζοντας μονομερώς (μέσω του Συντάγματος) τις μονομερείς πράξεις αυτού.[30] Η ομοταξία αναδεικνύεται με τη σύμπραξη των πολιτειακών οργάνων και του Πατριαρχείου για τα εν λόγω ζητήματα κάτι που δεν υπάρχει στη σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης υπήρξε για αιώνες υποκείμενο διεθνούς δικαίου, στο οποίο αναγνωρίζονταν προ­νόμια θρησκευτικής, πολιτικής, διοικητικής, οικονομικής και δικαστικής φύσης. Με­τά τον περιορισμό του, όμως, με την Συνθήκη της Λωζάννης στις καθα­ρά θρησκευτικές του αρμοδιότητες εκφράζονται διάφορες επιφυλάξεις για το εάν εξακολουθεί το Πατριαρχείο να είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου με την πολιτική και τη διοικητική έννοια.

Πάντως στην ελληνι­κή βιβλιογραφία[31] η ορθή, και κατά τη γνώμη μου, άποψη ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί την ιδιότητα νομικού προσώπου δημοσίου διεθνούς δικαίου, έχει ένθερμους υποστηρικτές. Παράλληλα, υποστηρίζεται και η ενδιάμεση άποψη ότι το Πατριαρχείο έχει περιορισμένη διεθνή νομική ικανότητα, που πηγάζει από την εθιμι­κή αναγνώριση της οικουμενικής του θρησκευτικής αρμοδιότητας.                        

Με βάση τα παραπάνω, σταθμίζοντας κανείς τη διαμορφωμένη νομική πραγματικότητα θα μπο­ρούσε να τοποθετήσει τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου σε τρεις διακριτές κατηγορίες: α) Αυτή που περιλαμβάνει τα κράτη,[32] β) αυτή που περιλαμβάνει ιδιώτες-άτομα[33] και γ) αυτή που καλύπτει όλες τις άλλες περι­πτώσεις, διεθνών οργανισμών[34] όπου μπορούν να ενταχθούν και οι Εκκλησίες και κατά συνέ­πεια και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.              

Σε αντίθεση με τα κράτη που διαθέτουν πλήρη διεθνή νομική προσωπικότητα, τα άλλα υποκείμενα διεθνούς δικαίου, όπως οι διεθνείς οργανισμοί, είναι δυνατόν να διαθέτουν μία ή ορι­σμένες μόνο από τις ιδιότητες της διεθνούς νομικής προσωπικότητας.[35]

Έτσι, μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι τα υποκείμενα αυτά του διε­θνούς δικαίου διαθέτουν περιορισμένη νομική προσωπικότητα, καθορι­ζόμενη από το καταστατικό τους και τη διεθνή πρακτική.

Ήδη από το 1923, ο διακεκριμένος διεθνολόγος Lord Phillimore έ­γραφε ότι τα κράτη δεν αποτελούν τα μοναδικά πρόσωπα στο διεθνές δίκαιο και ότι υπάρχουν θεσμοί και δυνάμεις άλλου είδους, όπως οι με­γάλοι αρχηγοί Εκκλησιών ή θρησκειών, ο Πάπας και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ο Χαλίφης.

Στη συνέχεια, ο καθηγητής Στέλιος Σεφεριάδης υποστήριξε ότι το διεθνές καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα μπορούσε να συγκριθεί με τον ιταλικό νόμο περί εγγυήσεων (για το Βατικανό). Εντούτοις, αυτή η εξομοίωση θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε σχέση μόνο με το καθεστώς του Πατριαρχείου πριν από τη Συνθήκη της Λωζάννης, όταν ο Οικουμενι­κός Πατριάρχης συνιστούσε όχι μόνο θρησκευτικό αρχηγό, αλλά και ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας.[36]                                        

Μια άλλη προσέγγιση που υποστηρίχθηκε για την περιορισμένη νομική προσωπικότητα του Πατριαρχείου με διάφορα επιχειρήματα είναι η εξής: Tο Πατριαρχείο αποτελεί υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο διεθνές επίπεδο και συγκριμένα διαθέτει το δικαίωμα έδρας στην Κωνσταντινούπολη, το δικαίωμα άσκησης χωρίς εμπόδια της θρησκευτικής του εξουσίας και το δικαίωμα προστασίας εκ μέρους του τουρκικού Kράτους.

Όμως, κανένα από τα ανωτέρω δικαιώματα δεν έχει αναγνωριστεί στο Πα­τριαρχείο με την ιδιότητα του νομικού προσώπου διεθνούς δικαίου. Πρόκειται απλά για δικαιώματα που προκύπτουν από διεθνείς πράξεις προς όφελος του, όπως συμβαίνει λ.χ. με την προστασία των δικαιωμά­των του ανθρώπου από διεθνή συμβατικά κείμενα υπέρ των ιδιωτών.

Ένα δεύτερο επιχείρημα αποδίδει την περιορισμένη διεθνή νομική ικα­νότητα του Πατριαρχείου στην αναγνώριση, από το εθιμικό δίκαιο, της οικουμενικής του θρησκευτικής αρμοδιότητας. Στo ίδιο μήκος κύματος, αλλά με διαφορετική νομική εξήγηση, βρίσκεται το επιχείρημα που βασίζει την περιορισμένη διεθνή υποκειμενικότητα του Πατριαρχείου, στις λειτουργικές ανάγκες που προκύπτουν από την οικουμενική του αποστολή[37].

Τέλος, η τρίτη προσέγγιση,[38] της διεθνούς φύσης του Πατριαρ­χείου, στηρίχθηκε στο ότι το τελευταίο ταυτόχρονα αποτελεί αφενός πρόσωπο υπε­ρεθνικού χαρακτήρα, εξαιτίας της φύσης του ως οικουμενικού θρη­σκευτικού θεσμού, αφετέρου στο ότι, υπό τη μορφή της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, υπάγεται στην τουρκική έννομη τάξη, ως πρό­σωπο δημοσίου δικαίου με διοικητικές επαρχίες στο εξωτερικό. 

Αν δεν μνημονεύεται ρητά η διεθνής νομική προσωπικότητα από το καταστατικό του οργανισμού, εξετάζεται αν ο διεθνής οργανισμός διαθέτει μία ή περισσότερες ιδιότητες ή ικανότητες που θεωρούνται ότι μπορούν να προσδώσουν στον υπό εξέταση οργανισμό τη διεθνή νομική προσωπικότητα.

Τέτοιες ικανότητες είναι: 1) το ενεργη­τικό και παθητικό δικαίωμα εκπροσώπησης, 2) τα διεθνή προνόμια και ασυλίες, 3) η διεθνής ευθύνη, 4) η συμμετοχή σε διεθνείς δικαιοδοτικές διαδικασίες και 5) η ικανότητα σύναψης διεθνών συνθηκών.[39]                                                                               

Ως προς το ενεργητικό και παθητικό δικαίωμα εκπροσώπησης, αυτό θα πρέπει να υφίσταται σε σχέση με άλλα υποκείμενα διεθνούς δικαίου (κράτη και διεθνείς οργανισμούς). Είναι μεν γεγονός ότι το Πατριαρ­χείο διατηρεί σχέσεις με διάφορα κράτη και τις ηγεσίες τους σε όλα τα μέρη του πλανήτη όπου υπάρχουν ορθόδοξες και χριστιανικές κοινότη­τες. Όμως, αυτές οι επαφές δεν συνιστούν ένα είδος «διπλωματικών» επαφών κατά το διεθνές δίκαιο.

Το γεγονός ότι, το ελληνικό Kράτος πάντα συμπεριφέρθηκε στο Οι­κουμενικό Πατριαρχείο με όλα τα πλεονεκτήματα της ιδιότητας του κρά­τους, διευκολύνοντάς το διπλωματικά και ενισχύοντας την επέκταση των Επαρχιών του στο εξωτερικό, δεν σημαίνει οιονεί και αυτομάτως την καθολική αναγνώριση της διεθνούς νομικής προσωπικότητας του Πατριαρχείου.

Ως προς τα διεθνή προνόμια και ασυλίες, τέτοια δεν έχουν παραχωρηθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι στις σχέσεις του με τα διάφορα κράτη το Πατριαρχείο υπέχει διεθνή ευθύνη. Παράλληλα, από πουθενά δεν προκύπτει ούτε έχει ποτέ συμβεί στην πράξη το Πατριαρχείο να διαθέτει ικανότητα συμμετοχής σε διε­θνείς δικαιοδοτικές διαδικασίες.[40]                                                                                        

 Ως προς την ικανότητα σύναψης διεθνών συνθηκών[41] (treaty-making capacity), που αποτελεί το συνηθέστερο μέσο διακρίβωσης της ύπαρξης διεθνούς νομικής προσωπικότητας, το πρόβλημα έγκειται στο ότι θα πρέπει τα μέρη σε μία διεθνή συμφωνία να συναινούν στο ότι πρόκειται για μια διεθνή συνθήκη και όχι για μια απλή διμερή συμφωνία εκτός διεθνούς δικαίου.

Είναι γεγονός ότι το Πατριαρχείο, στο πλαίσιο των οικουμενικών του δραστηριοτήτων, προέβη από πολύ νωρίς (μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης) στη σύναψη συμφωνιών με διάφορες χώρες για τη ρύθμιση, συνήθως, της εκκλησιαστικής κατάστασης ορθοδόξων πληθυσμών στις χώρες αυτές, όπως λ.χ. με την Αλβανία (1937), ενώ με την Πολωνία (1930), τη Φινλανδία (1923) τη Λιθουανία (1936) και τη Βουλγαρία (1936/1945) υπήρξαν επαφές-διαπραγματεύσεις που δεν κατέληξαν στη σύνα­ψη συμφωνίας.

Διμερείς συμφωνίες καταρτίστηκαν και μεταγενέστερα με κράτη της Ευρώπης, Αυστραλίας, Αμερικής, Ασίας που αναγνώρισαν την αντίστοιχη Εξαρχία του Πατριαρχείου, καθώς και με κράτη άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, Πατριαρχείων, Αυτοκεφάλων ή αυτονόμων χριστιανικών εκκλησιών ανά τον κόσμο.[42]

Ιδιαίτερα στις σχέσεις του Πατριαρχείου με την Ελλάδα, παρόλο που στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, αλλά ακόμα και από το ίδιο το Σύνταγμα με τη συνταγματική κατοχύρωση της ομοταξίας, οι σχέσεις τους ήταν ιδιαίτερα στενές, αναγνώριση άμεσα ή έμμεσα της διεθνούς νομικής προσωπικότητας του Πατριαρχείου δεν υπήρξε τυπικά ποτέ.              

Από όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει, ότι το Οικουμενικό Πατρι­αρχείο διαθέτει μόνο «ενδείξεις» με βάση τους σύγχρονους κανόνες του διεθνούς δικαίου, που κατοχυρώνουν τη διεθνή νομική προσωπικότητα και απαιτούνται εντατικότερες νομικά ενέργειες για την γενική ευρεία αναγνώρισή του με αυτή την ιδιότητα.

Αυτό όμως, δεν σημαίνει δικαίωση ακραίων τουρκικών θέσεων, ότι το Πατριαρχείο αποτελεί απλώς ένα καθίδρυμα (σωματείο) του τουρκικού δικαίου, θεωρώντας μάλιστα παρέμβαση στα εσωτερικά του κράτους κάθε απόπειρα διεθνοποίησής του από πλευράς της Ελλάδας.

Το Πα­τριαρχείο αποτελούσε ιστορικά, και εξακολουθεί να αποτελεί και μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης, ένα de facto διεθνή θεσμό που κινείται σε διάφορα επίπεδα στη διεθνή σκηνή. Χωρίς να ταυτίζεται επακριβώς με τους διεθνείς Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς, παρουσιάζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως το ότι αποτελείται από επιμέρους ορθόδο­ξες Εκκλησίες σε διάφορα μέρη του κόσμου, οι οποίες διαθέτουν εσω­τερική νομική προσωπικότητα, καθώς και ότι επιτελεί έργο σε διεθνές επίπεδο.

Η διαφορά με τους διεθνείς μη κυβερνητικούς οργανισμούς συνίσταται στο ότι ο οικουμενικός χαρακτήρας του Πατριαρχείου υφίσταται ιστορικά, ενώ η ικανότητα των μη κυβερνητικών οργανισμών να κινούνται σε διεθνές επίπεδο εξαρτάται από την μετά την ίδρυσή τους αναγνώριση αυτής της ικανότητας.

Αυτό πρακτικά σημαίνει, ότι ο οικουμενικός χαρακτήρας στο πλαίσιο της ύπαρξης ενός de facto διε­θνούς θεσμού που είναι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν απο­κλείει την αναγνώριση, σε ένα κοντινό ή απώτερο μέλλον, μιας διεθνούς προσωπικότητας, πλήρους ή περιορισμένης, σε όλα τα επίπεδα για τον οικουμενικό θρόνο.[43]                                                   

 Άλλωστε, και μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης το Οικουμενικό Πατριαρχείο συναλλάσσεται με κράτη για εκκλησιαστικά θέματα και παγκόσμια προβλήματα, ενώ ο εκάστοτε Οικουμενικός Πατριάρχης γίνεται δεκτός στις επίσημες επισκέψεις σε κράτη με τιμές αρχηγού κράτους. Χαρακτηριστική είναι η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου το 1994 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η αποδοχή του από αυτό το θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεσμικού προσώπου.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρά τις κατά περιόδους συγκρούσεις με άλλες ομόθρησκες Εκκλησίες (Πατριαρχείο Μόσχας) έχει καθιερωθεί ως μία εκκλησία-σύνδεσμος, συντονιστής όλων των Ορθόδοξων Χριστιανικών Εκκλησιών ανά τον κόσμο, με παρεμβάσεις θρησκευτικού, πνευματικού και κοινωνικού χαρακτήρα σε όλα τα καίρια προβλήματα του πλανήτη όπως το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ειρήνη, και η δικαιοσύνη, κάτι που χαρακτηριστικά επιβεβαιώνει και η πρόσφατη συνάντηση στα τέλη Νοεμβρίου του 2014 μεταξύ του Πάπα και του Πατριάρχη στην Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης και το κοινό ψήφισμά τους για το τέλος των εχθροπραξιών και την προστασία του συνόλου των χριστιανών στη Μέση Ανατολή.

Μέσα από την επιβίωση τριών κρατών με διαφορετικά ιστορικά χαρακτηριστικά, διαφορετικό πολίτευμα, διαφορετικό καθεστώς σχέσεων κράτους-εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάραξε τη δική του αυ­τοτελή πορεία, στις δύο αυτοκρατορίες, ακολουθώντας τη διεύρυνση ή τη συρρίκνωσή τους.                                     

 Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, επακολούθησε συρρίκνωση του ορ­θόδοξου πληθυσμού στην Τουρκία, η οποία διατήρησε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις προϋποθέσεις εκλογής του Οικουμενικού Πατριάρχη, με το να απαιτεί να είναι Τούρκος υπήκοος αυτός και τα μέλη της Συνόδου (γι’ αυτό το λόγο οι Μητροπολίτες επαρχιών που υπάγονται απευθείας στο Πατριαρχείο, π.χ. Δωδεκανήσων, παίρνουν και την τουρκική υπηκοότητα), παραβιάζοντας τη θρησκευτική ελευθερία και παρεμβαίνοντας στο ορθόδοξο δόγμα, γεγονός που πρέπει να αποκατασταθεί στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρόλα αυτά, τα τελευταία 100 χρόνια έχει καταφέρει να διευρύνει τις Επαρχίες και τον αριθμό των πιστών στο εξωτερικό.[44]

Το σημερινό σχήμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συνεπώς πράγματι με τις Επαρχίες του ανά τον κόσμο, προσομοιάζει σχηματικά με ένα διεθνή μη κυβερνητικό οργανισμό που τον αποτελούν οι Επαρχίες του, οι οποίες έ­χουν τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ανάλο­γαμε το καθεστώς των σχέσεων κράτους-εκκλησίας, σε κάθε κράτος που αναγνωρίζεται στην εκάστοτε επαρχία.                                                

Τα σχόλια είναι κλειστά.