Ο επόμενος Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως να μην απέχει πολύ

Ο επόμενος Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως να μην απέχει πολύ

Ο επόμενος Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως να μην απέχει πολύ

Η μεταψυχροπολεμική εποχή ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με μεγαλεπήβολα οράματα για την παγκόσμια ειρήνη. Επειτα από τρεις δεκαετίες, ωστόσο, ολοκληρώνεται με τον κίνδυνο ενός νέου παγκοσμίου πολέμου να αυξάνεται ανησυχητικά, ενδεχομένως περισσότερο από κάθε άλλη φορά μετά το 1945.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Στη Ευρώπη μαίνεται η πιο καταστροφική σύρραξη εδώ και γενιές, ενώ ο πόλεμος του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας εδραιώνει τη βία και προκαλεί αστάθεια σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Στην Ανατολική Ασία, ευτυχώς, δεν μαίνονται συρράξεις, αλλά το κλίμα σίγουρα δεν είναι ακριβώς ειρηνικό, καθώς η Κίνα επιβάλλεται στους γείτονές της και αυξάνει τη στρατιωτική ισχύ της με ιστορικό ρυθμό.

Και αν πολλοί στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη και αλλού στον κόσμο, «δεν συνειδητοποιούν πόσο κοντά είναι ο κόσμος στο να καταστραφεί από σφοδρές, αλληλένδετες συγκρούσεις, ίσως αυτό οφείλεται στο ότι έχουν ξεχάσει πώς προέκυψε ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος» γράφει σε εκτενή ανάλυσή του στο Foreign Affairs ο Χαλ Μπραντς, καθηγητής Παγκόσμιων Υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς και ανώτερος συνεργάτης της αμερικανικής δεξαμενής σκέψης American Enterprise Institute.

Εστιάζοντας στις ΗΠΑ, ο αμερικανός επιστήμονας σημειώνει πως όταν οι Αμερικανοί σκέφτονται έναν παγκόσμιο πόλεμο, συνήθως σκέφτονται τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – ή μάλλον το διάστημα του πολέμου μετά την επιδρομή της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ τον Δεκέμβριο του 1941: μετά από αυτή την επίθεση και την επακόλουθη κήρυξη πολέμου από τον Αδόλφο Χίτλερ κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, η σύρραξη μετατράπηκε σε έναν ενιαίο, ολικό πόλεμο, μεταξύ αντιπάλων συμμαχιών, σε ένα παγκόσμιο πεδίο μάχης.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκίνησε «ως ένα τρίο χαλαρά αλληλένδετων αγώνων για την πρωτοκαθεδρία» σε καίριες περιοχές, που εκτείνονται από την Ευρώπη έως τον ασιατικό Ειρηνικό – αγώνων που τελικά κορυφώθηκαν και συνενώθηκαν σε μια τεράστιας κλίμακας παγκόσμια σύρραξη. «Η ιστορία αυτής της περιόδου αποκαλύπτει τις πιο σκοτεινές πτυχές της στρατηγικής αλληλεξάρτησης σε έναν κόσμο που μαστίζεται από τον πόλεμο. Αναδεικνύει επίσης άβολες ομοιότητες με την κατάσταση που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η Ουάσινγκτον» γράφει ο Χαλ Μπραντς.

Στην παρούσα φάση οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν μια επίσημη συμμαχία αντιπάλων, όπως κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και πιθανότατα δεν πρόκειται να δουν τις όποιες αυταρχικές δυνάμεις να κατακτούν τεράστιες περιοχές της Ευρασίας και των παράκτιων περιοχών της.

Ωστόσο, με τους πολέμους στην Ανατολική Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή να μαίνονται, και τους δεσμούς μεταξύ των ρεβιζιονιστικών κρατών να καθίστανται πιο ισχυροί, μια σύγκρουση στον διαφιλονικούμενο Δυτικό Ειρηνικό θα μπορούσε να πυροδοτήσει ακόμη μια κρίση, στο πλαίσιο της οποίας σφοδρές, αλληλένδετες περιφερειακές συγκρούσεις καταλήγουν να διαταράξουν σε υπερβολικό βαθμό το διεθνές σύστημα, τόσο ώστε να ξεσπάσει στη συνέχεια μια γενική, μια παγκόσμια κρίση ασφαλείας, πρωτοφανής σε σχέση με όλες τις προηγούμενες κρίσεις από το 1945 έως σήμερα. «Ενας κόσμος σε κίνδυνο θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν κόσμο σε πόλεμο. Και οι ΗΠΑ δεν είναι προετοιμασμένες για την πρόκληση» προειδοποιεί ο αμερικανός διεθνολόγος.

«Επιδημία παγκόσμιας ανομίας»

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ εισήλθαν πολύ αργά –περισσότερο από δύο χρόνια αφότου ο Χίτλερ συγκλόνισε την Ευρώπη εισβάλλοντας στην Πολωνία και περισσότερα από τέσσερα χρόνια αφότου η Ιαπωνία άρχισε τον Πόλεμο του Ειρηνικού εισβάλλοντας στην Κίνα. Ωστόσο, μόνο μετά την εμπλοκή των ΗΠΑ η σύρραξη κατέστη πραγματικά παγκόσμια, καθώς οι Αμερικανοί άρχισαν να πολεμούν σε αμφότερα τα θέατρα: από τον Δεκέμβριο του 1941 και μετά, ένας πολυηπειρωτικός συνασπισμός, οι Συμμαχικές Δυνάμεις, πολεμούσε έναν άλλο πολυηπειρωτικό συνασπισμό, τις Δυνάμεις του Αξονα, σε διάφορα μέτωπα. Αυτός ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος με την πληρέστερη, την πιο περιεκτική έννοια.

Αλλά η πιο τρομερή σύρραξη της Ιστορίας δεν άρχισε έτσι: «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν η συσσώρευση τριών περιφερειακών κρίσεων» εξηγεί ο Χαλ Μπραντς αναφερόμενος στο μένος της Ιαπωνίας στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού, στην προσπάθεια της Ιταλίας να δημιουργήσει μια αυτοκρατορία στην Αφρική και στη Μεσόγειο και στη διάθεση της Γερμανίας για ηγεμονία στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν.

«Κατά κάποιο τρόπο αυτές οι κρίσεις συνδέονταν ανέκαθεν: καθεμία ήταν έργο ενός αυταρχικού καθεστώτος με ροπή προς τον εξαναγκασμό και τη βία, καθεμία εμπεριείχε την ορμή για κυριαρχία σε μια περιοχή με παγκόσμια σημασία, καθεμία συνέβαλε στην εξάπλωση αυτού που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούζβελτ αποκάλεσε το 1937 “επιδημία παγκόσμιας ανομίας”», αναφέρει ο αμερικανός ειδικός.

Ωστόσο δεν επρόκειτο εξαρχής για μια τεράστια, παγκόσμια και ενοποιημένη σύρραξη. Καταρχάς, οι φασιστικές δυνάμεις αρχικά είχαν λίγα κοινά στοιχεία, πέρα από την ανελεύθερη διακυβέρνηση και την επιθυμία να συντρίψουν το στάτους κβο. Και παρότι, αρχίζοντας από το 1936, προέβησαν στη σύναψη μιας σειράς αλληλοεπικαλυπτόμενων συμφώνων ασφαλείας, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ήταν αντίπαλοι τόσο συχνά όσο ήταν και σύμμαχοι, με τη Γερμανία του Χίτλερ, για παράδειγμα, και την Ιταλία του Μουσολίνι να εργάζονται για αντικρουόμενα συμφέροντα στις κρίσεις της Αυστρίας το 1934 και της Αιθιοπίας το 1935.

Μέχρι το 1938 η Γερμανία υποστήριζε επίσης την Κίνα στον πόλεμο επιβίωσής της εναντίον της Ιαπωνίας και τον επόμενο χρόνο υπέγραψε μια σιωπηρή συμμαχία με τη Σοβιετική Ενωση, η οποία εκείνη την περίοδο, στο πλαίσιο μιας ακήρυχτης σύρραξης, πολεμούσε κατά των Ιαπώνων στην Ασία – αν και στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 1941, Μόσχα και Τόκιο υπέγραψαν ένα σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1945. «Μόνο σταδιακά συγχωνεύθηκαν οι περιφερειακές κρίσεις και σχηματίστηκαν οι αντίπαλοι συνασπισμοί, λόγω παραγόντων που μπορεί να φαίνονται οικείοι σήμερα» γράφει ο Χαλ Μπραντς.

Πρώτον, ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους (και ενίοτε αντικρουόμενους) στόχους τους, οι φασιστικές δυνάμεις είχαν έναν κοινό, σε γενικές γραμμές, σκοπό: και οι τρεις επεδίωκαν μια νέα τάξη πραγμάτων στο πλαίσιο της οποίας «μη έχουσες» δυνάμεις (όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία) καταφέρνουν να δημιουργήσουν μεγάλες αυτοκρατορίες μέσω βάναυσων τακτικών, που επιτρέπουν στα αυταρχικά καθεστώτα τους να υπερκεράσουν τις δημοκρατίες, τις οποίες απεχθάνονται.

Ο κόσμος διαιρεμένος σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα

«Στη μάχη μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού, ο δεύτερος… θα κερδίσει χωρίς αμφιβολία και θα ελέγξει τον κόσμο» είχε δηλώσει ο υπουργός Εξωτερικών της Ιαπωνίας το 1940. «Υπήρχε μια βασική γεωπολιτική και ιδεολογική αλληλεγγύη μεταξύ των απολυταρχιών του κόσμου, που με την πάροδο του χρόνου τις έφερε –καθώς και τις συρράξεις που προκάλεσαν– πιο κοντά» συνοψίζει ο αμερικανός πανεπιστημιακός.

Δεύτερον, «ο κόσμος ανέπτυξε μια ανώμαλη μορφή αλληλεξάρτησης», καθώς η αστάθεια σε μια περιοχή επιδείνωνε την αστάθεια σε μια άλλη. Ο Χαλ Μπραντς αναφέρει ενδεικτικά ότι, ταπεινώνοντας την Κοινωνία των Εθνών και δείχνοντας ότι η επιθετικότητα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα, η επίθεση της Ιταλίας στην Αιθιοπία το 1935 άνοιξε τον δρόμο για την εκ νέου στρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας από τον Χίτλερ το 1936. Στη συνέχεια, συντρίβοντας τη Γαλλία και φέρνοντας τη Βρετανία στο χείλος του γκρεμού το 1940, η Γερμανία προσέφερε μια χρυσή ευκαιρία στην Ιαπωνία για την επέκταση της κυριαρχίας της στη Νοτιοανατολική Ασία.

Επιπλέον, ο τεράστιος αριθμός των προκλήσεων στην υπάρχουσα τάξη καθιστούσε ακόμη πιο δύσκολο το έργο των προασπιστών της, με τη Βρετανία, για παράδειγμα, να υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη προσοχή τον Χίτλερ στις κρίσεις της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας το 1938, επειδή η Ιαπωνία απειλούσε τις αυτοκρατορικές κτήσεις της στην Ασία, ενώ τα όποια εδάφη της στη Μεσόγειο ήταν ευάλωτα στην Ιταλία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές ακραίας επιθετικότητας των φασιστικών δυνάμεων πόλωσαν τον κόσμο, διαιρώντας τον τελικά σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα.

«Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 η Γερμανία και η Ιταλία ένωσαν τις δυνάμεις τους κατά των Δυτικών δημοκρατιών που θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να ματαιώσουν τις φιλοδοξίες τους. Το 1940 η Ιαπωνία προσχώρησε στην ομάδα ευελπιστώντας να αποτρέψει τις ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στην Ασία. Μέσω πολλαπλών αμοιβαία ενισχυόμενων προγραμμάτων περιφερειακού αναθεωρητισμού οι τρεις χώρες διακήρυξαν ότι επρόκειτο να δημιουργήσουν μια “νέα τάξη πραγμάτων” στη Γη» γράφει ο Χαλ Μπραντς.

Αυτό το νέο Τριμερές Σύμφωνο (υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 1940) δεν πτόησε, τελικά, τον Ρούζβελτ, αλλά τον έπεισε, όπως έγραψε ο ίδιος το 1941, ότι «οι εχθροπραξίες στην Ευρώπη, στην Αφρική και στην Ασία είναι όλες μέρος μιας ενιαίας παγκόσμιας σύρραξης». Πράγματι, καθώς οι Δυνάμεις του Αξονα συνέσφιγγαν τους δεσμούς τους, εντείνοντας, συγχρόνως την επιθετικότητά τους, πολλές χώρες αναγκάστηκαν να συνασπιστούν σε μια αντίπαλη συμμαχία, η οποία συνάφθηκε με στόχο τη ματαίωση αυτών των σχεδίων.

Οταν η Ιαπωνία επιτέθηκε στο Περλ Χάρμπορ και ο Χίτλερ κήρυξε τον πόλεμο στην Ουάσινγκτον, οι Δυνάμεις του Αξονα ενέπλεξαν αυτομάτως τις ΗΠΑ σε πολέμους στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό, μετατρέποντας, έτσι, αυτές τις περιφερειακές συγκρούσεις σε παγκόσμια σύρραξη.

Το παρελθόν είναι παρόν

Οσον αφορά τις ομοιότητες μεταξύ του τότε και του τώρα, σύμφωνα με τον καθηγητή του Τζονς Χόπκινς, «είναι εντυπωσιακές». Σήμερα, όπως και στη δεκαετία του 1930, το διεθνές σύστημα αντιμετωπίζει τρεις κρίσιμες περιφερειακές προκλήσεις. Η Κίνα συγκεντρώνει ταχύτατα στρατιωτική ισχύ ως μέρος της εκστρατείας της με στόχο να εκδιώξει τις ΗΠΑ από τον Δυτικό Ειρηνικό – και, ίσως, να καταστεί η εξέχουσα παγκόσμια δύναμη. Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι το δολοφονικό κύριο μέρος της μακροχρόνιας προσπάθειας της Μόσχας να ανακτήσει την πρωτοκαθεδρία στην Ανατολική Ευρώπη και την πρώην σοβιετική επικράτεια. Στη Μέση Ανατολή το Ιράν και η ομάδα αντιπροσώπων του –η Χαμάς, η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και πολλοί άλλοι– διεξάγουν έναν αιματηρό αγώνα για περιφερειακή κυριαρχία ενάντια στο Ισραήλ, στις μοναρχίες του Κόλπου και στις ΗΠΑ.

«Για ακόμη μια φορά, τα θεμελιώδη κοινά σημεία που συνδέουν τα αναθεωρητικά κράτη είναι η αυταρχική διακυβέρνηση και κάποιο γεωπολιτικό παράπονο, στην προκειμένη περίπτωση μια επιθυμία να διαρραγεί μια τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που στερεί από αυτές τις χώρες το μεγαλείο που επιθυμούν. Το Πεκίνο, η Μόσχα και η Τεχεράνη είναι οι νέες “μη έχουσες” δυνάμεις που αγωνίζονται ενάντια στις “έχουσες”: την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της» συνοψίζει, ανησυχητικά αλλά πειστικά, ο Χαλ Μπραντς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *