Τα συμπεράσματα του ειδικού ευρωπαϊκού συμβουλίου: Ο τουρκικός αναθεωρητισμός σε αδιέξοδο

Τα συμπεράσματα του ειδικού ευρωπαϊκού συμβουλίου: Ο τουρκικός αναθεωρητισμός σε αδιέξοδο
Τα συμπεράσματα του ειδικού ευρωπαϊκού συμβουλίου: Ο τουρκικός αναθεωρητισμός σε αδιέξοδο

Αναρωτιέται κανείς εάν τα συμπεράσματα του Ειδικού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 1 και 2 Οκτωβρίου μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μία νέα αρχή των προσπαθειών τόσο ως προς την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και του Κυπριακού όσο και ως προς την ανάταξη των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Του Αθανάσιου Μανή 

Σε αντίθετη περίπτωση, τα συμπεράσματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημείο καμπής για την περαιτέρω απορρύθμιση των σχέσεων ΕΕ και Τουρκίας και την εκ νέου στρατιωτικοποίηση των διαφορών Ελλάδας και Τουρκίας.

Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς σε αυτή τη φάση ποιο είναι το επικρατέστερο σενάριο, γιατί από τη μια πλευρά η Τουρκία φαίνεται να επιμένει σε μια αναθεωρητική λογική που εδράζεται στο δίκαιο του ισχυρού, αδιαφορώντας για τις πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου, όπως φανερώνει η πρωτοκόλληση του τουρκολιβυκού μνημονίου στον ΟΗΕ στις 30 Σεπτεμβρίου. Από την άλλη, όμως, η χώρα απέφυγε την περαιτέρω κλιμάκωση με την Ελλάδα και την ΕΕ κατ’ επέκταση με την επιλογή που έκανε να μην κλιμακώσει την κρίση με επιπλέον έρευνες είτε κοντά στο Καστελλόριζο, είτε σε περιοχές εντός της ελληνικής ΑΟΖ, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία του Αυγούστου.

Επιπρόσθετα, έστειλε τα ερευνητικά τουρκικά σκάφη μαζί με τον τουρκικό στόλο για ελλιμενισμό, ενώ δεσμεύθηκε για την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας που είχαν διακοπεί το 2016. Παράλληλα, η Τουρκία συμφώνησε στη διαμόρφωση ενός μηχανισμού αποφυγής συγκρούσεων με την Ελλάδα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η στάση της Τουρκίας αποτελεί τακτικισμό, χωρίς ειλικρινή διάθεση για διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, ώστε να αποφύγει μία σκλήρυνση της στάσης των κρατών-μελών της ΕΕ κατά τη διάρκεια του Ειδικού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και κυρίως των χωρών που απεύχονται μία κατάρρευση των ευρωτουρκικών σχέσεων, όπως η Γερμανία και οι χώρες του Βίσενγκραντ, δηλαδή η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Τσεχία και η Σλοβακία. Επομένως, ίσως, η Τουρκία να επιδιώκει να κερδίσει χρόνο σε αυτή την αντιπαράθεση και να επαναλάβει την προσπάθειά της σε μεταγενέστερο χρόνο.

Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η λογική αυτή εξηγεί την απόφαση της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας να ανακρούσει πρύμναν, τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για τέτοιους τακτικισμούς χωρίς η Τουρκία να πληρώσει ανάλογο κόστος στις σχέσεις της με την ΕΕ το επόμενο διάστημα.

Η τουρκική ηγεσία καλείται να αντιπαραβάλλει τα πιθανά κέρδη του τουρκικού αναθεωρητισμού, όπως αυτός εκφράζεται από τις επιλογές του Προέδρου Ερντογάν έναντι της Ελλάδας, όχι μόνο προς τις στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες που θα επέφερε μία κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Ελλάδα, αλλά κυρίως προς την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο των συμπερασμάτων του Συμβουλίου.

Τα Βασικά Σημεία των Συμπερασμάτων του ειδικού ευρωπαϊκού συμβουλίου και η Τουρκική Αντίδραση

Τα συμπεράσματα του Ειδικού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν αποτελούν συμφωνημένο οδικό χάρτη μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας για τις σχέσεις τους. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι το κείμενο θέτει ξεκάθαρα τις βασικές πολιτικές παραμέτρους και τις προϋποθέσεις για την αναδιάταξη των ευρωτουρκικών σχέσεων, καθώς, επίσης, περιγράφει τις κόκκινες γραμμές της ΕΕ ως προς τη συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργεί ένα πλέγμα ισχυρών θέσεων που η Τουρκία δε μπορεί απλά να τις αγνοήσει χωρίς κόστος είτε αυτό αφορά σε χαμένες ευκαιρίες οικονομικής συνεργασίας είτε αφορά σε αποτελεσματικές κυρώσεις.

Συγκεκριμένα, τρία είναι τα βασικά σημεία των συμπερασμάτων.

Το πρώτο είναι ότι η ΕΕ ζητάει από όλα τα μέρη να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου, καταδικάζοντας τις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το δεύτερο είναι ότι εφόσον η Τουρκία σταματήσει σε διαρκή βάση τις παράνομες ενέργειες έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, τότε η ΕΕ είναι έτοιμη να ενισχύσει της ευρωτουρκικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα μέσω του εκσυγχρονισμού της Τελωνειακής Ένωσης, το οποίο αποτελεί διαρκές αίτημα της Τουρκίας.

Τρίτον, η ΕΕ απειλεί ότι “σε περίπτωση που η Τουρκία επαναλάβει μονομερείς ενέργειες ή προκλήσεις”, τότε η ΕΕ θα χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία που της δίνουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες, για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, καθώς και των κρατών-μελών της. 

Η τουρκική αντίδραση, όπως εκφράστηκε σε επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, ήταν μάλλον μουδιασμένη. Από τη μία αναγνώρισε ότι οι ανακοινώσεις της ΕΕ έχουν κάποια θετικά στοιχεία, επισημαίνοντας την αναφορά στην απόφαση για την επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας.

Από την άλλη, όμως, την κατηγόρησε για “τυφλή υποστήριξη των μελών της”. Το σίγουρο είναι ότι τα συμπεράσματα αποτελούν ένα νέο πλαίσιο αναφοράς τόσο για τις ευρωτουρκικές σχέσεις όσο και για τις ελληνοτουρκικές που θα πρέπει η Ελλάδα να εκμεταλλευτεί αναλόγως. 

Τι μας δίδαξε το Ελσίνκι για την Ελληνική Στάση

Τα συμπεράσματα του Ελσίνκι το 1999 έθεσαν για πρώτη φορά την επίλυση των ελληνοτουρκικών θεμάτων ως προϋπόθεση για την επίτευξη προόδου στο άνοιγμα των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας. Δυστυχώς η Ελλάδα επέδειξε παθητική και φοβική στάση εκείνη την περίοδο μη πιέζοντας την Τουρκία να αποδεχτεί είτε τη διμερή επίλυση των προβλημάτων με ορίζοντα το 2004, όπως προβλεπόταν, είτε την υπογραφή ενός συνυποσχετικού για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. 

Και ενώ οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις φαντάζουν ανούσιες σήμερα σε μεγάλο βαθμό, η Τουρκία συνεχίζει να έχει ισχυρά οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα στην Ευρώπη. Είναι στο χέρι της Ελλάδας, λοιπόν, της ηγεσίας της και της μείζονος αντιπολίτευσης να σηκώσουν το βάρος μιας απόφασης που έχει να κάνει με την παραπομπή μέρους των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η εξωτερική πολιτική που ακολουθήθηκε μετά το Ελσίνκι δεν βελτίωσε τη θέση της Ελλάδας ως προς την Τουρκία. Αντιθέτως, τα προβλήματα με τη γείτονα χώρα αυξήθηκαν, έγιναν πιο περίπλοκα και η Ελλάδα πρέπει κάθε φορά να επωμίζεται όλο και μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό κόστος, ώστε να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός.

Μία στάση εποικοδομητική με βάση το Διεθνές Δίκαιο που περιλαμβάνει και την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης θα αποτελέσει ένα διαρκές ανάχωμα στον τουρκικό αναθεωρητισμό στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς πλέον τα συμπεράσματα του Ειδικού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεσμεύουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ σε μία συντονισμένη προσπάθεια διπλωματικών πιέσεων, ώστε να λυθούν τόσο τα ελληνοτουρκικά όσο και το Κυπριακό μέσω διαπραγματεύσεων με ξεκάθαρες αναφορές στις πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ.

Ίσως τελικά η ξεκάθαρη στάση της ΕΕ όπως καταγράφηκε στα συμπεράσματα για την Ανατολική Μεσόγειο να επιβάλει μια άλλη λογική στην τουρκική πολιτική ελίτ, καθώς η συνέχιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στο μονοπάτι του αναθεωρητισμού θα επιφέρει και την κατάρρευση των ευρωτουρκικών σχέσεων.

* Ο κ. Αθανάσιος Μανής είναι Ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

shares