18 μήνες μετά η πανδημία θεριεύει

 18 μήνες μετά η πανδημία θεριεύει

18 μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας, αυτή παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε στην Ελλάδα και στην Ε.Ε.

Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και καλό είναι να μην κάνουμε προγνώσεις, γιατί πέφτουμε έξω. Την άνοιξη του 2020, οι πιο αισιόδοξοι πίστευαν ότι θα μπορούσαμε να την αφήσουμε πίσω μας το καλοκαίρι του 2020 ή το αργότερο το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.

Πέρασε ενάμισης χρόνος και είμαστε σε ένα νέο σημείο εκκίνησης για την αντιμετώπιση της μεγάλης πρόκλησης. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα γίνει και ποιες θα είναι οι συνέπειες και καταφεύγουμε σε συγκρίσεις με την ισπανική γρίπη του 1918-1919, χωρίς αυτές να είναι απόλυτα τεκμηριωμένες από επιστημονική άποψη.

Η πορεία της Ελλάδας

Η Ελλάδα ξεκίνησε πολύ δυναμικά στην αντιμετώπιση του COVID-19, γεγονός που επισημάνθηκε από εκπροσώπους ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των ευρωπαϊκών θεσμών.

Από τα τέλη του 2020, όμως, οι επιδόσεις μας ήταν κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ τους τελευταίους «τουριστικούς» μήνες είμαστε σταθερά στην πρώτη τριάδα με τις χειρότερες επιδόσεις στην Ε.Ε. των «27».

Με το πέρασμα του χρόνου, η αντιμετώπιση της πανδημίας βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής και κομματικής διαμάχης, ενώ χαλάρωσε και η σχετική κοινωνική πειθαρχία.

Ρόλο έπαιξε και η επιλογή της κυβερνητικής ηγεσίας να ανοίξει με κάθε τρόπο τον τουρισμό για προφανείς οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους.

Το τουριστικό καλοκαίρι πήγε καλύτερα από ό,τι είχε σχεδιαστεί. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος πλησίασαν τις επιδόσεις ρεκόρ του 2019, προσφέροντας πολύτιμη ανάσα στα δημόσια οικονομικά και την οικονομία.

Επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να μαζέψει τις εκκρεμότητες που έχουν δημιουργηθεί σε σχέση με την πανδημία για να μην μεγαλώσει κι άλλο η απειλή για τη δημόσια υγεία, εξέλιξη που θα οδηγούσε αναγκαστικά σε νέα περιοριστικά μέτρα για την οικονομία και την κοινωνία.

Το σύνθημα της φετινής ΔΕΘ για COVID-free ΔΕΘ αναδεικνύει τη σχέση πανδημίας και οικονομίας και την ανησυχία για τις εξελίξεις.

Μεγάλες δυσκολίες

Ο έλεγχος της κατάστασης και στη συνέχεια η αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας περνάει υποχρεωτικά μέσα από μεγάλες δυσκολίες.

Η πρώτη μεγάλη δυσκολία έχει σχέση με την κοινωνική χαλάρωση σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του COVID-19, που κάνει εξαιρετικά δύσκολη την επιστροφή στην αναγκαία πειθαρχία που είχαμε στο ξεκίνημα της πανδημίας το 2020.

Η δεύτερη δυσκολία έχει σχέση με την ενσωμάτωση της πανδημίας στην καθημερινότητά μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η στατιστική του θανάτου έχει γίνει μία ρουτίνα που δεν φαίνεται να προβληματίζει ιδιαίτερα την ευρύτερη κοινή γνώμη. Παλαιότερα 4-5 θάνατοι την ημέρα κινητοποιούσαν κράτος και κοινωνία για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Τελευταία καταγράφονται 30 ως 50 θάνατοι την ημέρα και αυτό δεν αντιμετωπίζεται σαν σήμα κινδύνου, αλλά σαν μέρος της νέας κανονικότητας.

Η τρίτη δυσκολία συνδέεται με τις δύο πρώτες και αφορά στο λεγόμενο πολιτικό κόστος. Τα περιοριστικά μέτρα έχουν κουράσει τους πολίτες και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, διστάζει να σκληρύνει την πολιτική της γνωρίζοντας ότι αυτό θα καταγραφεί αρκετά γρήγορα στις δημοσκοπήσεις.

Η τέταρτη δυσκολία που πρέπει να ξεπεράσουμε συνδέεται με το γεγονός ότι η έξαρση της πανδημίας είναι σχεδόν παγκόσμιο φαινόμενο, ενώ χώρες των Βαλκανίων έχουν αυτή την περίοδο τις χειρότερες επιδόσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Επομένως, η αντιμετώπιση της πανδημίας δεν εξαρτάται μόνο από αυτά που πρέπει να κάνουμε εμείς, αλλά και από αυτά που πρέπει να κάνουν οι άλλοι.

492e9467e3952b8b35a3fe23d7d5759d XL

Τέλος, θεωρώ ότι η μεγαλύτερη δυσκολία που πρέπει να ξεπεράσει η κυβέρνηση είναι η επεξεργασία και η εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής που θα ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες.

Οι συνθήκες αυτές μεταβάλλονται γοργά, συχνά προς το χειρότερο, όπως έδειξε η μετάλλαξη Δέλτα που έδωσε μία νέα δυναμική στην πανδημία και ανέτρεψε διεθνώς υπολογισμούς και σχεδιασμούς.

Η κυβέρνηση ξέρει τι έκανε σωστά στο ξεκίνημα της πανδημίας, ξέρει –σε γενικές γραμμές– τα λάθη και τις παραλείψεις του τελευταίου δεκάμηνου. Δεν ξέρει όμως τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αντοχές για να δει πώς θα κινηθεί, ούτε είναι βέβαιη ότι τα όποια μέτρα πάρει θα αποδώσουν σύμφωνα με τον προγραμματισμό που θα κάνει.

Καλό ξεκίνημα, κακή συνέχεια

Η στατιστική των θανάτων εξαιτίας του COVID-19 δείχνει ότι η Ελλάδα έκανε πολύ δυνατό ξεκίνημα στην αρχική αντιμετώπιση της πανδημίας, με αποτέλεσμα ο αριθμός των θανάτων στην πατρίδα μας εξαιτίας του COVID-19 στη διάρκεια των 18 μηνών της πανδημίας να συγκρίνεται ευνοϊκά με τον αριθμό των θανάτων στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε.

Στην Ελλάδα έχουμε 1.295 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους τους πρώτους 18 μήνες της πανδημίας, με τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. να έχει η Ουγγαρία με 3.076 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους. Ακολουθούν η Τσεχία με 2.849, η Βουλγαρία με 2.740, η Σλοβακία με 2.300, το Βέλγιο με 2.211, η Σλοβενία με 2.133 και η Κροατία με 2.057.

Πλεονέκτημα έχει η Ελλάδα στο σύνολο της πανδημίας και έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Εμείς έχουμε 1.295 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους για όλη την περίοδο της πανδημίας, ενώ η Ιταλία είναι στους 2.147, η Ισπανία στους 1.801, η Πορτογαλία στους 1.733 και η Γαλλία στους 1.654.

Η βαθμολογία μας για το σύνολο της περιόδου της πανδημίας είναι εξαιρετικά καλή με βάση τα ευρωπαϊκά κριτήρια και αυτό εξηγεί την ικανοποίηση –σε γενικές γραμμές– της ευρύτερης κοινής γνώμης με την απόδοση του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησης.

Η ικανοποίηση όμως συνδυάζεται με αυξανόμενη ανησυχία, καθώς με το πέρασμα του χρόνου οι συγκριτικές επιδόσεις μας χειροτερεύουν.

Αν πάμε στη στατιστική των θανάτων από COVID-19 ανά εκατομμύριο κατοίκους στη διάρκεια του τελευταίου επταημέρου (με βάση τα στοιχεία της 6ης Σεπτεμβρίου), βλέπουμε ότι η Ελλάδα έχει 26,6 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους. Χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. καταγράφει μόνο η Βουλγαρία με 39,4 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους το τελευταίο επταήμερο.

Η Ελλάδα με 26,6 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους το τελευταίο επταήμερο είναι πολύ χειρότερη από την Ισπανία που καταγράφει 13,7 θανάτους, την Πορτογαλία με 6,6, την Ιταλία με 6,1 και τη Γαλλία με 5 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους το τελευταίο επταήμερο.

covid lefta oikonomia

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι πρόσφατες επιδόσεις μας είναι πολύ χειρότερες από τις επιδόσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. που έχουν τους περισσότερους θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους στο σύνολο της πανδημίας. Αυτό σημαίνει ότι και τα κράτη-μέλη που δοκιμάστηκαν σκληρά από την πανδημία μπόρεσαν να την ελέγξουν –στον έναν ή τον άλλο βαθμό– ενώ εμείς κινδυνεύουμε να χάσουμε τον έλεγχο σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Η Ελλάδα έχει στο σύνολο της πανδημίας 1.295 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους, ενώ τώρα «τρέχει» το επταήμερο που αναφέραμε με 16,6 θανάτους.

Η Ουγγαρία με 3.076 θανάτους ανά εκατομμύριο στο σύνολο της πανδημίας καταγράφει μόλις 0,41 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους το τελευταίο επταήμερο. Οι αντίστοιχοι αριθμοί για την Τσεχία είναι 2.849 και 0,37 και για τη Σλοβακία 2.300 και μόλις 0,18 ανά εκατομμύριο κατοίκους το τελευταίο επταήμερο.

Με εξαίρεση λοιπόν τη Βουλγαρία, που είναι χειρότερη και στο σύνολο της πανδημίας αλλά και στο πρόσφατο επταήμερο που εξετάζουμε, τα άλλα κράτη-μέλη δείχνουν εντυπωσιακή βελτίωση σε σχέση με το παρελθόν, ενώ εμείς ακολουθούμε αντίθετη πορεία.

Και το Βέλγιο –έδρα των ευρωπαϊκών θεσμών– πέρασε δύσκολες περιόδους με αποτέλεσμα να έχει 2.211 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους στο σύνολο της πανδημίας, αλλά μόνο 2 ανά εκατομμύριο κατοίκους στη διάρκεια του τελευταίου επταήμερου. Ακολουθεί κι αυτό την τάση της εντυπωσιακής ευρωπαϊκής βελτίωσης, με την Ελλάδα να αποτελεί μία από τις βασικές εξαιρέσεις του κανόνα.

Πρόβλημα σε βαλκανικές χώρες

Η γειτονική Βουλγαρία είναι χειρότερη από εμάς στην αντιμετώπιση της πανδημίας στη διάρκεια των 18 μηνών αλλά και τις τελευταίες εβδομάδες που δείχνουν τη νέα τάση.

Χειρότερη είναι η κατάσταση σε ορισμένες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Το Κόσοβο καταγράφει 84,7 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους το επταήμερο που εξετάζουμε, ακολουθούμενο από τη Βόρεια Μακεδονία με 78,7. Πρόκειται για τη δεύτερη και τρίτη χειρότερη επίδοση στον κόσμο, με την «πρωτιά» να πηγαίνει στη Γεωργία με 128 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους στο επταήμερο.

Η βαλκανική διάσταση της έξαρσης της πανδημίας προβληματίζει, γιατί δείχνει ότι η Ελλάδα και άλλες χώρες έχουν μετατραπεί σε εστίες COVID-19 ενισχύοντας η μία την αρνητική δυναμική της άλλης.

Ο εμβολιασμός δεν καταργεί τα μέτρα

Η Ελλάδα έχει μείνει πίσω στον εμβολιασμό σε σύγκριση με άλλες χώρες. Είναι φανερό ότι η βασική άμυνά μας μπροστά στην ενίσχυση της πανδημίας πρέπει να είναι η αύξηση του ποσοστού των εμβολιασμένων στο σύνολο του ενήλικου πληθυσμού. Εμείς είμαστε πάνω από το 60%, ενώ υπάρχουν κράτη-μέλη της Ε.Ε. που κινούνται ήδη πάνω από το 80%.

Όπως υπογραμμίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) με τις παρεμβάσεις του, τα υψηλά ποσοστά εμβολιασμού είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να ελέγξουμε την πανδημία.

Για να φτάσουμε σε καλά αποτελέσματα πρέπει να αυξήσουμε τα ποσοστά των εμβολιασμένων και να συνδυάσουμε το πρόγραμμα εμβολιασμού με τα αναγκαία μέτρα προστασίας.

Η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και του Ισραήλ –χώρες που έφυγαν μπροστά στον εμβολιασμό– δείχνει ότι αν δεν εφαρμόζονται σωστά και πλήρως τα αναγκαία περιοριστικά μέτρα, ή αν υπάρχουν συμπαγείς μειονότητες μη εμβολιασμένων, η αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού περιορίζεται με το πέρασμα του χρόνου. Πριν μερικούς μήνες, στο Ηνωμένο Βασίλειο υπήρχαν ημέρες με έναν ή δύο θανάτους από COVID-19. Την εβδομάδα που εξετάζουμε οι θάνατοι στο Ηνωμένο Βασίλειο έφτασαν τους 743 και οι θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκους τους 11, επίδοση αρκετά χειρότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Πιο δύσκολη είναι η κατάσταση που διαμορφώνεται στο Ισραήλ με 17,8 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους το τελευταίο επταήμερο.

Επομένως, πρέπει να ανεβάσουμε το ποσοστό των εμβολιασμένων, φροντίζοντας παράλληλα για τη σωστή και πλήρη εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων.

Χειρότερα από το 2020

Το τουριστικό καλοκαίρι και η σχετική χαλάρωση μάς αφήνουν σε μια δύσκολη κατάσταση, εφόσον γνωρίζουμε ότι το φθινόπωρο, με την επανεκκίνηση επαγγελματικών, σχολικών και άλλων δραστηριοτήτων και την αλλαγή του καιρού, τα πράγματα θα πάνε χειρότερα.

Το κακό είναι ότι η βάση εκκίνησης για τη δύσκολη περίοδο που έχουμε μπροστά μας είναι πολύ χειρότερη από την αντίστοιχη περσινή.

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 2021 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 43 θάνατοι από COVID-19 και 286 το τελευταίο επταήμερο.

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 2020 είχαμε μόλις έναν θάνατο από COVID-19 και 21 το προηγούμενο επταήμερο.

Στις 5 Οκτωβρίου του 2020 είχαμε 8 θανάτους από COVID-19 και 35 το τελευταίο επταήμερο. Η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη απ’ ό,τι στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2021, παρά το γεγονός ότι είχε ολοκληρωθεί η επιστροφή των αδειούχων στα αστικά κέντρα και η επανέναρξη επαγγελματικών και άλλων δραστηριοτήτων.

Ακόμη και στις 5 Νοεμβρίου 2020, οπότε είχαμε 29 θανάτους από COVID-19 και 84 στη διάρκεια του τελευταίου επταήμερου, η κατάσταση ήταν συγκριτικά καλύτερη απ’ ό,τι στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2021. Είχε προηγηθεί ο εορτασμός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη χωρίς σοβαρά μέτρα προφύλαξης και με φαινόμενα συνωστισμού, που λειτούργησε σαν καταλύτης στη διάδοση της πανδημίας.

Στις 5 Δεκεμβρίου του 2020 η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη απ’ ό,τι στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2021, εφόσον είχαμε 98 θανάτους από COVID-19 μέσα σε μία ημέρα και 679 στη διάρκεια του επταήμερου.

Δεν ξέρουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη διάρκεια των επόμενων μηνών, αν δηλαδή θα ακολουθήσει την καμπύλη του 2020 μετατρέποντας τους επόμενους μήνες σε πραγματικό εφιάλτη, εφόσον η βάση εκκίνησης είναι πολύ υψηλότερη σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2020.

Έχουμε βέβαια το πλεονέκτημα του εμβολιασμού, το οποίο όμως δεν αποτυπώνεται στα στοιχεία του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του 2021 σε σχέση με τα πολύ καλύτερα στοιχεία των ίδιων μηνών του 2020.

Με ένα 30%-40% του πληθυσμού να παραμένει ανεμβολίαστο και το αρκετά ισχυρό αντιεμβολιαστικό «κίνημα» να συμπληρώνεται από πλαστά πιστοποιητικά εμβολιασμού και άλλες εκδηλώσεις νεοελληνικού κομπιναδορισμού, μπορούμε να πάθουμε τεράστια ζημιά μέχρι τα τέλη του 2021.

Γι’ αυτό επιβάλλεται να υπάρξει πολιτική και κοινωνική συνεννόηση για μεγάλη αύξηση του ποσοστού των εμβολιασμένων και την εφαρμογή των αναγκαίων συμπληρωματικών μέτρων.

Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο, αν σκεφτούμε ότι ο καιρός και οι δραστηριότητες του φθινοπώρου ευνοούν τη διάδοση της πανδημίας. Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι θα έχουμε άλλους 280.000 θανάτους από COVID-19 μέχρι τα τέλη του χρόνου και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υιοθετούν σταδιακά την τρίτη δόση του εμβολίου, πρώτα για ευπαθείς ομάδες και στη συνέχεια για το σύνολο του πληθυσμού.

Προβλήματα και για τους επιτυχημένους

Μια σειρά από μακρινές χώρες διακρίθηκαν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας. Μεταξύ αυτών το Βιετνάμ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία, η Σιγκαπούρη, η Νέα Ζηλανδία και φυσικά η Κίνα.

Μια ματιά σε αυτά τα success stories μάς προειδοποιεί ότι η πανδημία ενισχύεται, σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που δοκιμάζει τη στρατηγική ακόμη και των χωρών που θεωρούσαν ότι την είχαν περιορίσει ή και την είχαν αφήσει οριστικά πίσω τους.

Το Βιετνάμ πριν αρκετούς μήνες είχε επιδόσεις συγκρίσιμες με τις άριστες επιδόσεις της Κίνας. Σήμερα περνάει μια φάση δοκιμασίας. Το τελευταίο επταήμερο καταγράφηκαν 74.692 νέα κρούσματα και 2.321 θάνατοι από COVID-19 στη χώρα των 96 εκατομμυρίων. Έχει πλέον επιδόσεις συγκρίσιμες με τις δικές μας, 24 θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκους το επταήμερο που εξετάζουμε με την Ελλάδα στους 26,6.

Η επιδείνωση είναι εντυπωσιακή στο Βιετνάμ και προκαλεί δικαιολογημένη ανησυχία.

Σε καλύτερη κατάσταση αλλά με αρκετά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία οφείλονται στη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, βρίσκεται η Ιαπωνία. Το επταήμερο που εξετάζουμε, η χώρα των 126 εκατομμυρίων είχε 92.151 νέα κρούσματα και 2,6 θανάτους από COVID-19 ανά εκατομμύριο κατοίκους.

Σχετική επιδείνωση παρατηρείται και στην Αυστραλία, μια δυτική χώρα που διακρίνεται για τα σκληρά και μεγάλης διάρκειας περιφερειακά lockdown που εφαρμόζει. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα των 25 εκατομμυρίων κατέγραψε 9.528 νέα κρούσματα το επταήμερο που εξετάζουμε και είχε 40 θανάτους από COVID-19, δηλαδή 1,58 ανά εκατομμύριο κατοίκους. Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά καλή με ευρωπαϊκά κριτήρια, αλλά η τάση επιδείνωσης είναι σαφής.

Δύο από τους «πρωταθλητές» στην αντιμετώπιση της πανδημίας, η Νέα Ζηλανδία και η Σιγκαπούρη, εξακολουθούν να πηγαίνουν πολύ καλά. Δεν έχουν καταφέρει όμως να αφήσουν οριστικά πίσω τους την πανδημία.

Η Νέα Ζηλανδία με πληθυσμό 4,8 εκατομμύρια κατέγραψε 244 νέα κρούσματα το επταήμερο που εξετάζουμε και μόλις έναν θάνατο, δηλαδή 0,2 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους.

Η Σιγκαπούρη με πληθυσμό 5,7 εκατομμυρίων είχε 1.281 νέα κρούσματα το επταήμερο, αλλά μηδέν θανάτους.

Τέλος, η Κίνα –η χώρα από την οποία ξεκίνησε η πανδημία– εξακολουθεί να έχει εκπληκτικές επιδόσεις, γεγονός που έχει ευρύτερες οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Με πληθυσμό 1,4 δισεκατομμυρίων, κατέγραψε 177 νέα κρούσματα και μηδέν θανάτους στη διάρκεια της εβδομάδας που εξετάζουμε. Από την αρχή της πανδημίας στην Κίνα είχαμε 4.848 θανάτους από COVID-19, δηλαδή 3,47 ανά εκατομμύριο κατοίκους.

Στις ΗΠΑ –την ανταγωνιστική υπερδύναμη των 328 εκατομμυρίων κατοίκων– καταγράφηκαν το πρώτο 18μηνο της πανδημίας 645.862 θάνατοι, δηλαδή 1.966 ανά εκατομμύριο κατοίκους.

Η διαφορά είναι τεράστια υπέρ της Κίνας και σε βάρος των ΗΠΑ, με την Ε.Ε. στο σύνολό της να έχει κάπως καλύτερες αλλά συγκρίσιμες επιδόσεις με τις ΗΠΑ, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι έχουμε μεγάλη απόσταση να καλύψουμε για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την πανδημία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *