Βασίλειος Τσαγρής | Ποιος ήταν ο Βασίλειος Τσαγρής | Ανανεωτής αρχιτέκτονας του μεσοπολέμου | Ποια τα έργα του

Βασίλειος Τσαγρής | Ποιος ήταν ο Βασίλειος Τσαγρής | Ανανεωτής αρχιτέκτονας του μεσοπολέμου | Ποια τα έργα του

Β. Τσαγρής  

ένας ανανεωτής αρχιτέκτονας του μεσοπολέμου

Η αποκάλυψη ενός εκθαμβωτικού αναπαλαιωμένου κτιρίου φέρνει στο φως το έργο του Β. Τσαγρή

Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ανάμεσα στα 1920 και στα 1940, το όνομα του Βασίλη Τσαγρή είχε μία θέση στην ελληνική αρχιτεκτονική που λίγοι συνάδελφοι του άγγιξαν. Ήταν δημοφιλής. Ήταν παραγωγικός. Ήταν ένας πολύ καλός μορφολόγος. Ήταν ανανεωτής αρχιτέκτονας.

Picture0037

Ο Βασίλης Τσαγρής, αν και δέσποσε στην αθηναϊκή κοινωνία σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, αν και έχτισε πλήθος κτιρίων, αν και δημιούργησε και ο ίδιος κατασκευαστική εταιρία, πέρασε μαζί με την εποχή του, την πάλλουσα από ανανεωτική και συχνά αντικρουόμενα μηνύματα, σε ένα μακρινό και συγκεχυμένο παρελθόν, τα γνωρίσματα του οποίου με κόπο αποκωδικοποιούνται

Ποιος θυμάται σήμερα τον Βασίλη Τσαγρή; Όπως και τόσους άλλους δημιουργούς του αθηναϊκού μεσοπολέμου; Κι όμως, καθημερινά, προσπερνάμε πολλές από τις δημιουργίες του, συχνά κτίρια γνωστά και επώνυμα για τη χρήση τους, ανώνυμα, όμως, για το δημιουργό τους.

Picture0030

Το αναπαλαιωμένο αρχιτεκτόνημα τον Β. Τσαγρή, στη γωνία της λεωφόρου Βασ. Σοφίας και Μέρλιν: 

«Κτίρια περήφανα και με ανθρωπιά».

Ο Βασίλης Τσαγρής, όμως, «επιστρέφει» στην Αθήνα. Και διεκδικεί την προσοχή μας. Δύο σημαντικά κτίρια που σχεδιάστηκαν από τον ίδιο αποκαθίστανται και συζητιούνται. Το πρώτο περισσότερο από το δεύτερο, λόγω θέσης και προβολής.

Είναι η άλλοτε οικία Ρέντη, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Μέρλιν, ιδιοκτησία πλέον της «Ιντεραμέρικαν»(*) που εμπιστεύθηκε τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Σαμαρά και τους συνεργάτες του για την αποκατάσταση του μεγάρου και την απόδοση του με νέα χρήση. Είναι το πολυώροφο κτίριο που μαγνητίζει, ήδη το βλέμμα των περαστικών, γιατί πρόβαλε απαστράπτον σε ένα καίριο σημείο της Αθήνας.

Μια έπαυλις στο κέντρο

Το δεύτερο κτίριο είναι μια έπαυλις, από αυτές που εξακολουθούν και υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας κρυμμένες πίσω από όγκους συγκροτημάτων κατοικιών. Στη συμβολή των οδών Μελεάγρου 7 και Μίμνερμου, πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο, βρίσκεται η έως πρόσφατα κατάκλειστη και ερειπωμένη αθηναϊκή κατοικία, που έχτισε ο Τσαγρής γύρω στα 1926.

Σήμερα, το σπίτι αυτό με τη ρομαντική ατμόσφαιρα που τονιζόταν από το αναρριχώμενο φυτό που σκίαζε τα παράθυρα του, αποκαθίσταται και παίρνει νέα ζωή από τον αρχιτέκτονα Μιχάλη Τυλιανάκη.

Δεν είναι μονάχα αυτά τα κτίρια του Τσαγρή στην Αθήνα. Απλώς, οι δυο αυτές περιπτώσεις μας δίνουν την αφορμή να σταθούμε στο σύνολο του έργου του. Είναι απορίας άξιον και έναυσμα γενικότερου προβληματισμού πώς αρχιτέκτονες με τέτοια δράση, αγνοούνται σχεδόν παντελώς τόσο από τη συλλογική γνώση όσο και από τη βιβλιογραφία.

Σκόρπιες αναφορές εδώ κι εκεί δίνουν μερικά στοιχεία. Εκτός εμπορίου, δυστυχώς, η μονογραφία για τον Τσαγρή που έγραψε ο αναπληρωτής καθηγητής Νικ. Θ. Χολέβας σε μια έκδοση 200 αντιτύπων του ΕΜΠ (1987). Σημαντική η αναφορά στον Τσαγρή από τον επίκουρο καθηγητή Μάνο Μπίρη στη θαυμάσια μελέτη του «Μισός Αιώνας Αθηναϊκής Αρχιτεκτονικής, 1875-1925» (1986), παλαιότερη η μνεία από τον Κ. Η. Μπίρη στην κλασική μελέτη «Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα» (1966)…

Ο Βασίλης Τσαγρής έχει σχεδιάσει γνωστά αθηναϊκά κτίρια: την Ένωση Ξένων Ανταποκριτών, Ακαδημίας 23 (1923), το Μέγαρο Εφεσίου, όπου ο «Κάουφμαν» και το «Αστορ», Σταδίου 28 (1923) τη Σχολή Κινηματογράφου Σταυράκου, Ιουλιανού 26 (1926), το Θέατρο Αθηνών, Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου (1930) και πλήθος άλλων. …Είναι ο δημιουργός ενός ιδιαίτερου «στιλ», του λεγόμενου «στιλ Τσαγρή» που στη δεκαετία του ’20 δέσποσε στην Αθήνα. Τα κτίρια του δεν πρέπει να τα συγχέουμε με τα νεοκλασικά.

Ανήκουν στη μεταβατική μορφολογία, εκπροσωπούν την αστική αθηναϊκή κοινωνία και το άνοιγμα της προς το Παρίσι, τη Βιέννη και άλλες πρωτεύουσες ως πηγές έμπνευσης και κέντρα προσανατολισμού, είναι ταυτόχρονα δείγματα ωρίμανσης αλλά και εξελικτικός κρίκος μιας σαφούς εκτροπής της ελληνικής κοινωνίας προς άλλες κατευθύνσεις, φορτισμένης από τις βίαιες αλλαγές στον ευρύτερο ιδεολογικό χώρο. Η προετοιμασία για την υποδοχή της «νέας αρχιτεκτονικής», του ρασιοναλισμού και του μοντέρνου κινήματος περνάει μέσα από το φίλτρο του Βασίλη Τσαγρή.

Picture0031

Άλλο ένα θαυμάσιο κτίριο στη γωνία των οδών Μητροπόλεως και Χριστοπούλου, όπου το παλιό κατάστημα Παπασπυρόπουλου. (**)

Το ζήτημα είναι ότι τα κτίρια του Βασίλη Τσαγρή αν και διατηρούνται σε ικανοποιητικό βαθμό, δεν έχουν τύχει μιας εμπεριστατωμένης φροντίδας από την πολιτεία. Αντίθετα, η αδιαφορία για ό,τι νεώτερο εξακολουθεί και χαρακτηρίζει τους «αρχαιόπληκτους» αρμοδίους… Όμως, η Αθήνα του μεσοπολέμου σωστά προβεβλημένη θα μπορούσε να αποτελεί ακόμη και επιπλέον τουριστικό έσοδο.

Ο Βασίλης Τσαγρής γεννήθηκε στα 1882 στο Ναύπλιο, το 1901 έρχεται στην Αθήνα για να φοιτήσει στο Πολυτεχνείο όπου διακρίνεται για τη μεγάλη του ευχέρεια στη σχεδίαση. Η επαφή του με τη Βιέννη τον εμπλουτίζει με επιρροές της Μεσευρώπης και τη σχολή του Όττο Βάγκνερ.

Στη δεκαετία του ’20 ο Τσαγρής μεταφέρει στην Αθήνα τις αποκρυσταλλωμένες απόψεις του για μια νέα αισθητική αντίληψη, που γίνεται εύκολα αποδεκτή και δημοφιλής. Ως το θάνατο του, στα 1941, ο Τσαγρής θα σφραγίσει ανεξίτηλα τη μορφή της Αθήνας, μιας Αθήνας που δεν έχει ακόμη εκτιμήσει τη συμβολή του.

Αποκατάσταση με σεβασμό στο σύνολο του έργου

Η θέση του αρχιτέκτονα Βασίλη Τσαγρή στην ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα δεν έχει ακόμη πλήρως αποτιμηθεί. Υπάρχουν, ωστόσο, εμπεριστατωμένες απόψεις και κρίσεις μελετητών, θεωρητικών της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, που καταυγάζουν τη συμβολή του Τσαγρή και επιχειρούν μια ψύχραιμη τοποθέτηση του στην ιστορία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής Η «Κ» επικοινώνησε με δύο μελετητές του, τον Ν.Θ. Χολέβα και τον Μ. Μπίρη, οι οποίοι καταθέτουν μία συνοπτική εκτίμηση:

Νικ. Θ. Χολέβας, αναπληρωτής καθηγητής Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας του ΕΜΠ: «Ο Βασίλης Γ. Τσαγρής είναι βασικός αρχιτέκτων της “μεταβατικής” μεσοπολεμικής περιόδου που οδηγεί από τον ακαδημαϊσμό στην έκρηξη του μοντέρνου ρασιοναλιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’30.

Οι αποκαταστάσεις των κτιρίων του Τσαγρή, όπως εξάλλου και των άλλων κτιρίων του Μεσοπολέμου, πρέπει να γίνονται με σεβασμό στο σύνολο του αρχιτεκτονικού οργανισμού τους. Είναι απαράδεκτο να καταστρέφουμε το εσωτερικό (την κάτοψη, δηλαδή) αφήνοντας μια ψυχρή σκηνογραφία όψεων την οποία επιπλέον βάφουμε με νεοκλασική ή και εκλεκτικιστική χρωματική γκάμα.

Είναι γνωστό ότι ο Τσαγρής έβαφε τα κτίρια του με μια απόχρωση του ανοικτού καφέ-μπεζ (βασισμένος σε κάποιες μελέτες του σε σχέση με την ελληνική ηλιοφάνεια) που σίγουρα δεν ήταν “πλαστικά”, δηλαδή χρώματα άκαμπτα, αλλά αντίθετα ήταν χρώματα γαιώδη και εύπλαστα.

Η σημερινή “μόδα” των διατηρητέων που γίνονται έδρες εταιριών ή φαστφουντάδικων δεν πρέπει να επηρεάζουν τους μελετητές αρχιτέκτονες που επεμβαίνουν σ’ αυτά».

Μάνος Μπίρης, επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ: «Ο Βασίλειος Τσαγρής τροφοδότησε την αρχιτεκτονική της εποχής του με όλα εκείνα τα μορφολογικά στοιχεία για τα οποία θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι αμφισβητούσαν τις βασικές αρχές του ακαδημαϊσμού και την πειθαρχημένη στον “ρυθμικό κανόνα” αισθητική αντίληψη. Έτσι, τόλμησε να στερήσει τις όψεις των κτιρίων του από το παραδοσιακό “τεκτονικό” σύστημα τους, παρακάμπτοντας όχι μόνον την κλασική έκφραση του νεο-ελληνικού ρεπερτορίου, αλλά και την ανανεωτική μορφοπλαστική στροφή εκείνης της εποχής που εκπροσωπούσε κυρίως η Beaux-Arts.

Τον βλέπουμε π.χ. να σχεδιάζει στις όψεις ένα νέο είδος παραστάδων, oi oποίες “αδιαφορούν” για τη στατική τους υπόσταση, μεταπλασμένες σε κατακόρυφες ταινίες, που οδηγούν το βλέμμα του θεατή σε ένα… άλμα καθ’ ύψος, από τη βάση του κτιρίου έως τη στέψη του, εκεί όπου ένα -μεγάλου βάθους- οριζόντιο γείσο τερματίζει καθοριστικά αυτή την κίνηση. Επίσης, ο Τσαγρής τολμά να αποσυνθέσει το κατ’ εξοχήν τεκτονικό μέλος του θριγκού, μεταβάλλοντας το σε μια οριζόντια διακοσμητική “φρίζα”, την οποία εύκολα διασπούν οι παραστάδες και τα ανοίγματα, στον ανώτερο όροφο.

Γενικά, ο Τσαγρής προσφέρει πλήθος ιδιόρρυθμων στοιχείων, που σκοπός τους είναι να εντείνουν τον διασπαστικό ρόλο αυτών των ασύμβατων μορφολογικών κατευθύνσεων.

Πρόκειται για στοιχεία τα οποία ναι μεν αντανακλούν τον βιεννέζικο σχεδιασμό του 1900 (Wiener Secession), περιέχουν όμως έντονο το στίγμα της προσωπικότητας του αρχιτέκτονα, που ήταν συγχρόνως ένας χαρακτηριστικός φορέας των μεταβατικών αισθητικών τάσεων της μεσοπολεμικής αθηναϊκής κοινωνίας.

Ίσως, έτσι εξηγείται το φαινόμενο της ευρύτατης αποδοχής των “μοτίβων” του, που κατέκλυσαν κυριολεκτικά τη μορφοπλαστική δημιουργία της εποχής, στο ονομαζόμενο τότε: “στυλ Τσαγρή”.

Μιας δημιουργίας που βασίστηκε περισσότερο στον εμπειρισμό και τον εγγενή αυθορμητισμό, καθώς και στην αισιόδοξη νοοτροπία της περιόδου του Μεσοπολέμου και λιγότερο, στην αντίληψη ενός -υψηλής καλλιτεχνικής στάθμης- σχεδιασμού, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της αστικής αρχιτεκτονικής».

Εργασίες δυο χρόνων (*)

Ριζική ήταν η επέμβαση που πραγματοποίησε ο Αλέξανδρος Σαμαράς και οι συνεργάτες του στην αντιμετώπιση της Οικίας Θ. Ρέντη, Β. Σοφίας και Μέρλιν, μέγαρο χτισμένο στα 1928. Το κτίριο είναι ιδιοκτησία της «Ιντεραμέρικαν». Η προσέγγιση του Αλ. Σαμαρά ήταν μία εκ βάθρων ανάπλαση του κτιρίου, που είχε σε σημαντικό ποσοστό διαβρωμένο τον σκελετό του, μία κατάσταση που οδήγησε στη μέθοδο της πλήρους καθαίρεσης του εσωτερικού.

«Κάναμε ένα editing», λέει ο Αλ. Σαμαράς, «ώστε τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του κτιρίου να είναι εύληπτα». Οι εργασίες ανάπλασης, από τις πιο εκτενείς στο κέντρο της Αθήνας, διήρκεσαν περίπου δύο χρόνια και απέδωσαν ένα κτίριο με πανάκριβα υλικά. Τοποθετήθηκε μάρμαρο στη στέψη και στα γείσα, νέες σιδεριές, αναπαραγωγή του παλιού σχεδίου, έγινε ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου με χρήση πολυτελών υλικών. Η επιλογή του κυρίαρχου γαλανού χρώματος στην πρόσοψη ήταν «μια συνειδητή επιλογή για να δένει με τα διπλανά κτίρια και να πηγάζει από το ελληνικό φως».

Το κτίριο έχει εμβαδόν 1.500 τ.μ. και από κατασκευαστικής πλευράς θεωρείται «πρωτοποριακό», αν σκεφτεί κανείς ότι δημιουργήθηκε εξ αρχής νέος φέρων οργανισμός (Γενική Μελέτη – Επίβλεψη: Φρανκ Ε. Μπέιζιλ Α.Ε., κατασκευή: «Ελληνική Τεχνοδομική Α.Ε.). «Βλέπω την αρχιτεκτονική σαν ένα θέμα καλών τρόπων», λέει ο Αλ. Σαμαράς.

«Η καλή αρχιτεκτονική δεν φωνάζει. Τα κτίρια είναι περήφανα αλλά έχουν συγχρόνως ανθρωπιά. Στέκονται δυνατά στην αμοιβαία τους εκτίμηση. Αυτή η άποψη είναι η ακριβώς αντίθετη του χυδαίου “κοίταξε με” με αλαζονεία.

Πιστεύω ότι κάθε ιδιωτικό κτίριο πρέπει να συνεισφέρει στη μορφολόγηση του δημόσιου χώρου».

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1994

 ΚΤΗΡΙΑ

Picture0032

*Το Kτήριο ανήκει σήμερα στο  Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη βρίσκεται απέναντι από τη Βουλή, στην πολιτιστική, πολιτική και οικονομική καρδιά της Αθήνας, στη γωνία Βασιλίσσης Σοφίας 9 και Μέρλιν 1.

Το κτίριο όπου στεγάζεται το Ίδρυμα χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Βασίλη Τσαγρή στα τέλη της δεκαετίας του 1920, στο εκλεκτικιστικό ύφος της εποχής του μεσοπολέμου, συνδυάζοντας μορφολογικά χαρακτηριστικά από περισσότερα ευρωπαϊκά στιλ. Το 1985 ανακηρύχθηκε διατηρητέο. Κατά τη διάρκειας της ζωής του έχει φιλοξενήσει πολλές λειτουργίες πριν την απόκτησή του από το Ίδρυμα Β & M Θεοχαράκη το 2005.

Η μελέτη για την αποκατάσταση των όψεων εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Αγιοστρατίτη. Η μελέτη για την οργάνωση και διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων έγινε από το αρχιτεκτονικό γραφείο Π. Τζώνος, Γ. Χόιπελ.

Σύμφωνα με τη μελέτη οι χώροι του ιδρύματος προσφέρουν όλες τις δυνατότητες που χαρακτηρίζουν ένα σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο: αίθουσες για προσωρινές ή μόνιμες εκθέσεις, αμφιθεατρική αίθουσα για εκδηλώσεις λόγου και μουσικής, Art Shop, Café και χώρο πρόσβασης σε βάσεις δεδομένων. Κεντρική ιδέα είναι ο συνδυασμός μέγιστης λειτουργικότητας, υψηλής αισθητικής και αναγνωρίσιμης προσωπικότητας.

Υπάρχει μέριμνα για πρόσβαση στους χώρους του Ιδρύματος από Άτομα με Αναπηρία.

1ο υπόγειο: Αμφιθέατρο 175 θέσεων

Ισόγειο: Υποδοχή, Art Shop

1ος όροφος: Café Merlin

2ος όροφος: Εκθεσιακός χώρος

3ος όροφος: Εκθεσιακός χώρος

4ος όροφος: Εκθεσιακός χώρος

5ος όροφος: Μόνιμη Συλλογή έργων Σπύρου Παπαλουκά

**

Picture0034

Περισσότερα κτήρια και έργα του Β. Τσαγρή μπορείτε να βρείτε εδώ

Η ΑΘΗΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

%25CE%2592.%2B%25CE%25A4%25CE%25A3%25CE%2591%25CE%2593%25CE%25A1%25CE%2597%25CE%25A3

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΣΑΓΡΗΣ

 Ο Βασίλειος Τσαγρής (Ναύπλιο, 1882 – Αθήνα, 1941) ήταν ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της μεταβατικής ρυθμολογίας του εκλεκτικισμού που οδήγησε τελικά στην έκρηξη του μοντέρνου κινήματος της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου. Η ποσότητα των έργων του αλλά και η αρχιτεκτονική συνέπεια που τα διακρίνουν τον κατέστησαν μια από τις κύριες μορφές που δέσποσαν στην κτηριοδομία της Αθήνας σε μια αμφιλεγόμενη αλλά σημαντική εποχή για την εξέλιξη της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Βιογραφία

Ο Βασίλειος Τσαγρής γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1882 και πέθανε στην Αθήνα τον χειμώνα του 1941. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του Γεώργιος Τσαγρής ήταν Γυμνασιάρχης στην Κόρινθο, ενώ η μητέρα του Ειρήνη Κορφιωτάκη ήταν μέλος γνωστής οικογένειας της Καλαμάτας.

Ο Βασίλειος Τσαγρής έζησε τα παιδικά του κι ένα τμήμα των εφηβικών του χρόνων στην Κόρινθο, μέχρι το 1901 που με την εισαγωγή του στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Από φοιτητικές μελέτες του που έχουν δημοσιευθεί στο βιβλίο του Νίκου Θ. Χολέβα «Ο Αρχιτέκτων Βασίλης Γ. Τσαγρής (1882-1941)» φαίνεται η ευχέρεια που τον διέκρινε στην σχεδίαση.

Το 1904 ο Βασίλειος Τσαγρής αποφοιτεί και σχεδόν αμέσως προσλαμβάνεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων. Παράλληλα με τις Τεχνικές Υπηρεσίες εργάζεται στο γραφείο του Π. Ζίζηλα- που ανήκε στους ήδη καταξιωμένους αρχιτέκτονες της προηγούμενης γενιάς από αυτή του Τσαγρή- σαν μαθητευόμενος.

Το 1910 εγκαθίσταται στην Βιέννη όπου και εργάζεται σε αρχιτεκτονικό γραφείο της αυστριακής πρωτεύουσας. Η Βιέννη αποδεικνύεται σταθμός για το μετέπειτα έργο του καθώς επηρεάζεται έντονα από την Βαγκνερική Αρχιτεκτονική. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ρήση του Κ.Η. Μπίρη : «Εις τας Αθήνας συγγενής προς τας τάσεις του Όττο Βάγκνερ εμφανίζεται ο Β. Τσαγρής».

Ο Β. Τσαγρής γίνεται γνωστός νωρίς και ήδη από το 1919-1920 αποτελεί μέλος της επιτροπής για το Νέο Σχέδιο Πόλεως των Αθηνών. Το 1922 λαμβάνει μέρος στην επιτροπή του Πολυτεχνικού Συλλόγου που επεξεργάζεται το Σχέδιο Νόμου για το ύψος των οικοδομών.

Η περίοδος 1920-1930 είναι από τις πιο σημαντικές για την εξέλιξη της μετέπειτα αρχιτεκτονικής καθώς παρατηρείται η σταδιακή απομάκρυνση από τον ύστερο νεοκλασσικισμό και η εμφάνιση νέων μορφολογικών παρορμήσεων.

Στα χρόνια αυτά της « αμφιβολίας» κυριαρχούν τα διδάγματα των Beaux Arts και ο μακρινός απόηχος της μορφολογίας του Αρ Νουβώ. Αυτό δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο τον αρχιτέκτονα που ήδη από την περίοδο παραμονής του στην Βιέννη φαίνεται να «αποκρυσταλλώνει» συγκεκριμένες μορφολογικές παραδοχές και να τις «μεταφέρει» στα κτήριά του στην Ελλάδα χωρίς να ξεχνά την παράδοση της ύστερης νεοκλασσικής μορφολογίας.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Νικ. Θ. Χολέβα για τον αρχιτέκτονα, το έργο του μπορεί να διακριθεί σε τρεις περιόδους με βάση την μορφολογική του εξέλιξη. Την πρώτη από την αποφοίτησή του μέχρι το 1923, την δεύτερη από το 1923 μέχρι το 1930 και την τελευταία από το 1930 μέχρι και τον θάνατό του το 1941.

Α΄ Περίοδος (1901-1923)

Από τη πρώτη περίοδο της αρχιτεκτονικής του Βασίλειου Τσαγρή σώζονται ελάχιστα κτίρια με την υπογραφή του. Αυτό συμβαίνει λόγω της παραμονής του στη Βιέννη αλλά και λόγω των μαζικών κατεδαφίσεων στη μεταπολεμική Αθήνα (Σήμερα είναι πολύ λίγα τα παραδείγματα κτιρίων με χρονολόγηση στις αρχές του 1920). Παρόλα αυτά, πιστεύεται ότι από αυτή τη χρονική περίοδο σώζονται στην Αθήνα τουλάχιστον τέσσερα κτίρια:

Επί της οδού Ιουλιανού 21

Επί της οδού Ακαδημίας 23. Το κτίριο έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο σε μέγεθος αλλά και σε ποιότητα αρχιτεκτονικής αυτής της περιόδου. Από αυτό το κτίριο αρχίζει να διαφαίνεται η προσήλωση του Βασίλειου Τσαγρή σε ορισμένες συνθετικές αρχές που θα τον ακολουθήσουν σε όλη του τη μετέπειτα καριέρα. Στο κτίριο της οδού Ακαδημίας 23 συνδυάζονται η αρχιτεκτονική αυτή με την διάθεση του νεοκλασικισμού και του ιστορισμού της εποχής, γεγονός που τονίζεται με τη χρήση των κιονόκρανων στον όροφο και νεοκλασικών διακοσμητικών μοτίβων.

Παρόλα αυτά το συνθετικό μορφολογικό λεξιλόγιο ακολουθεί τις αρχές που έχει αναπτύξει ο Βασίλειος Τσαγρής τη συγκεκριμένη περίοδο. Στην όψη του κτιρίου διακρίνεται η επίδραση της Βαγκνερικής αρχιτεκτονικής. Στο επίπεδο της κάτοψης ο αρχιτέκτονας διατάσσει τους χώρους αξονικά επιτυγχάνοντας μια ενδιαφέρουσα εσωτερική διαμόρφωση.

  • Επί της οδού Θεάτρου 4 (αν και σε πολύ κακή κατάσταση)
  • Επί της οδού Γκυϊλφόρδου 7

Στην Α’ λοιπόν περίοδο της αρχιτεκτονικής του αρχιτέκτονα διαφαίνεται η προσήλωσή του ακόμα σε εκλεκτικιστικά μοτίβα με εμφανή όμως την τάση του προς αφαίρεση (επιρροή Βαγκνερικής σχολής)

Β΄ Περίοδος (1923-1930)

Η δεύτερη περίοδος του αρχιτεκτονικού έργου του Βασίλειου Τσαγρή, είναι σίγουρα η πλουσιότερη σε αριθμό κτιρίων αλλά και περίοδος στην οποία θα διαμορφωθεί η γκάμα στην μορφολογία που θα ακολουθείται στα έργα του. Ο Τσαγρής πλέον είναι ένας καταξιωμένος επαγγελματίας. Από τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου είναι και τα ακόλουθα:

  • Οδός Μητροπόλεως 27
  • Οδός Σταδίου 28
  • Οδός Μητροπόλεως 72 και Χριστοπούλου
  • Οικία Ρέντη, Βασιλίσσης Σοφίας και Μέρλιν. Αποτελεί για το έργο του Τσαγρή μια ενδιαφέρουσα επινόηση απαλλαγμένη από νεοκλασικίζοντα ιστορικιστικά κατάλοιπα που στο μορφολογικό κομμάτι εμφανίζει μια τολμηρή διακοσμητική έκφραση των πλαστικών δεδομένων
  • Λεωφόρος Συγγρού 48
  • Οδός Ηπείρου 51
  • Οδός Αναγνωστοπούλου 35
  • Οδός Ρεθύμνου 3 και Κυβέλης
  • Οδός Ιουλιανού 26. Αυτό αποτελεί αντιπροσωπευτικότερο κτίριο της Β’ Περιόδου η πολυκατοικία της Ιουλιανού. Ο αρχιτέκτονας εκσυγχρονίζεται απλουστεύοντας τη μορφολογία του, τονίζοντας τους άξονες των συμμετρικών και μελετημένων αναλογιών, αλλά και της ορθολογικής κατανομής κενού- πλήρους. Όλα αυτά συντελούν στο ογκομετρικό αποτέλεσμα του κτιρίου.
  • Πολυκατοικία της οδού Πατησίων 64 και Χέυδεν. Η πολυκατοικία ανήκει στα τελευταία χρόνια της δεύτερης περιόδου και αποτελεί τον κρίκο εξέλιξης της προηγούμενης περιόδου με τη νέα που καταλήγει στην απλούστευση των συνθετικών του μορφών
  • Ξενοδοχείο Méditerranée, Σωκράτους 62 και Βερανζέρου
  • Μονοκατοικία οδού Ιθάκης 47

Σε ό,τι αφορά τα τρία τελευταία κτίρια, υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στη μορφολογία και αποτελούν απόδειξη των δυνατοτήτων του Τσαγρή στη συνθετική αφαίρεση αλλά και της προσπάθειας ένταξής του στα νέα αρχιτεκτονικά ρεύματα.

Γ΄ Περίοδος (1930-1941)

Τελευταία περίοδος ζωής και έργου του αρχιτέκτονα. Ως διευθυντής πλέον της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου της Αθήνας, ανάμεσα στα έργα που αναλαμβάνει για την πόλη, είναι η διαμόρφωση της οδού Φωκίωνος Νέγρη καθώς και τη διάνοιξη των ανθοπωλείων επί της Βασιλίσσης Σοφίας στην εξωτερική παρειά του περιβόλου του Μεγάρου της Βουλής των Ελλήνων.

Έργα:

  • Θέατρο Αθηνών, Οδός Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου [Σημειώνεται η ενδιαφέρουσα μορφολογικά λύση της στοάς όπως και η προσπάθεια κατάτμησης των όψεων. ]
  • (1931) Κτίριο ‘Διδακτηρίων- υπνωτηρίων και ασύλου απόρων παίδων’ Φιλολογικού Συλλόγου ‘Παρνασσός’, Οδός Κατακουζηνού και Θεμιστοκλέους. Συγγενές μορφολογικά κτίριο με το Θέατρο των Αθηνών. Παρόλη την ιδιομορφία του οικοπέδου, ο αρχιτέκτονας επιβάλλεται μέσω των όψεων, με τις κατακόρυφες παραστάδες και τη διανομή των επιπέδων στα εμβατικά στοιχεία.
  • Εξοχική κατοικία Θ. Ρέντη στο Μελίσσι Κορινθίας. Έργο που κρίνεται ως σημαντικό για τη συμβολή του στην κατεύθυνση του νέου κινήματος της Μεσοπολεμικής Αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα]
  • Κτίριο Ελληνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου. Κτίριο αντίστοιχης σημασίας με την εξοχική κατοικία Θ. Ρέντη. Το κτίριο δεν είχε αρχικά τη σημερινή του μορφή, αφού αλλοιώθηκε με μεταγενέστερες προσθήκες σε μεγάλο βαθμό η μορφοπλαστική δομή της σύνθεσης. Η αρχική μορφή του κτιρίου, με την μορφολογική επιλογή του χειρισμού του δεξιού όγκου της κύριας εισόδου, καταδεικνύει την επιρροή του αρχιτέκτονα από τις επικρατούσες αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής στην Ιταλία και τη Γερμανία.
  • Συμμετοχή στο διαγωνισμό για το Ωδείο των Αθηνών 1932. (Παρά την αρχική του επιλογή να καταθέσει μεμονωμένα τις προτάσεις του, κατέληξε στην κατάθεση μελέτης σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Thompson το 1940).

Τα έργα αυτά σηματοδοτούν τη λήξη της παραγωγικής περιόδου του Βασίλειου Τσαγρή. Ένα χρόνο μετά τη μελέτη του 1940 για το Ωδείο των Αθηνών, έρχεται το τέλος της ζωής του στην Αθήνα.

Βιβλιογραφία

Πολύζος Ι., “Μεταρυθμιστικά όνειρα και πολεοδομικές ρυθμίσεις” στον τομο ΥΠΟ (εκδ.), Η Αθήνα στον 20ο αιώνα 1900-1940, Αθήνα ελληνική πρωτεύουσα, Αθήνα, 1985, σ. 41

Μπίρης, Κ.Η., Αι Αθήναι από τον 19ο εις τον 20ο αιώνα, Αθήναι, 1966, σ. 294

Διάλεξη Τελειοφοίτων Ε.Μ.Πολυτεχνείου,Γλυνού,Ιφ. Περγαμιάν, Μ., Art Deco στην Αθήνα, Αθήνα, 1985, Σπουδαστήριο Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας Ε.Μ.Π., Υπεύθυνος Διδάσκών: Νικ.Θ.Χολέβας

Χολέβας,Νικ.Θ., Ο Αρχιτέκτων Βασίλης Γ.Τσαγρής(1882-1941), Αθήνα, 1987

ΠΗΓΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ :  

https://m2.facebook.com/149801415032228/albums/562784683733897/?__tn__=*s

http://el.wikipedia.org/wiki/Βασίλειος_Τσαγρής

http://www.thf.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=19&loc=1&menu=883

http://www.in2life.gr/features/dossier/dossierarticle/180330/shopping-eating-sightseeing-10-must-diefthynseis.html 

http://www.buildnet.gr/default.asp?pid=136&catid=113&artId=419&pg=2

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.