«Καλώς ήρθατε στην εποχή του αποδυναμωμένου Τραμπ»

Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ, την Τρίτη (3/11), σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Το εκλογικό αποτέλεσμα περιορίζει πλέον τα περιθώρια κινήσεων του Αμερικανού Προέδρου, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για εκτεταμένες κοινοβουλευτικές έρευνες και απειλεί να αποδυναμώσει την κυριαρχία του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Ωστόσο, σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του αμερικανικού περιοδικού TIME, που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη (4/11), οι στενότεροι συνεργάτες του Τραμπ δεν περιμένουν έναν πιο μετριοπαθή Πρόεδρο. Αντιθέτως, εκτιμούν ότι η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου μπορεί να τον καταστήσει περισσότερο συγκρουσιακό, απρόβλεπτο και αποφασισμένο να αντιπαρατεθεί με τους πολιτικούς του αντιπάλους.

«Μην περιμένετε έναν πιο ευγενικό, πιο ήπιο Τραμπ», προειδοποιεί στενός σύμμαχός του στο TIME. «Αυτό μπορεί να είναι το τέλος ενός κεφαλαίου της Προεδρίας του Τραμπ, αλλά είναι επίσης η αρχή ενός άλλου».

Η εικόνα της εκλογικής αναμέτρησης επιβεβαιώνει το μέγεθος του πλήγματος. Οι Δημοκρατικοί επικράτησαν σε πολιτείες που επί δεκαετίες αποτελούσαν προπύργια των Ρεπουμπλικανών, ενώ υποψήφιοι που είχαν εξασφαλίσει την προσωπική υποστήριξη του Τραμπ ηττήθηκαν ακόμη και σε περιοχές όπου το κόμμα του θεωρούνταν ιδιαίτερα ισχυρό.

Σύμφωνα με το Reuters και το Associated Press, η ακρίβεια, το υψηλό κόστος των καυσίμων, ο πόλεμος με το Ιράν και οι ανησυχίες για τη διαφθορά διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων.

Η νίκη των Δημοκρατικών αλλάζει τα πάντα

Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν πολύ βαρύτερο από μια συνηθισμένη απώλεια εδρών για το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία.

Οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν έδρες στη Γερουσία σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες, μεταξύ των οποίων το Τέξας, η Νότια Καρολίνα και το Κάνσας. Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε στηρίξει ο Τραμπ, ενώ στη Νότια Καρολίνα η Άνι Άντριους πέτυχε μία ακόμη σημαντική ανατροπή.

Οι επιτυχίες αυτές συνοδεύτηκαν από νίκες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ακόμη και σε εκλογικές περιφέρειες των οποίων τα όρια είχαν διαμορφωθεί με τρόπο που ευνοούσε τους Ρεπουμπλικανούς.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, το exit poll του NBC News, το οποία επικαλείται το TIME, κατέγραψε ότι το 43% των ψηφοφόρων δήλωσε πως ψήφισε με σκοπό να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του προς τον Τραμπ.

Η διαφορά σε σχέση με προηγούμενες ενδιάμεσες εκλογές είναι ότι ο Πρόεδρος εισέρχεται πλέον στο τελευταίο μισό της δεύτερης θητείας του, χωρίς τη δυνατότητα να διεκδικήσει συνταγματικά μια τρίτη εκλογή. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να αλλάξει και τους υπολογισμούς των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι μέχρι σήμερα απέφευγαν σχεδόν κάθε ανοιχτή σύγκρουση μαζί του.

Ο Ντόναλντ Τραμπ και τα λάθη της εκστρατείας

Η εικόνα του Τραμπ τις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής περιόδου είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία ακόμη και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του.

Χαρακτηριστικό ήταν όσα συνέβησαν στις 2 Νοεμβρίου, παραμονή των εκλογών, όταν ο Πρόεδρος επισκέφθηκε τη δεξαμενή του Μνημείου Λίνκολν, στην Ουάσινγκτον.

Ο χώρος είχε αποτελέσει αντικείμενο ανακαίνισης πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, υπό την εποπτεία του Τραμπ. Ωστόσο, οι εργασίες είχαν παρουσιάσει προβλήματα, καθώς η νέα επίστρωση άρχισε να αποκολλάται και η ανάπτυξη φυκών είχε δώσει στο νερό πράσινο χρώμα.

Οι συνεργάτες του ήλπιζαν ότι ο Πρόεδρος θα αξιοποιούσε την τελευταία μεγάλη δημόσια εμφάνισή του πριν από τις κάλπες για να μιλήσει για όσα απασχολούσαν τους Αμερικανούς, δηλαδή τις τιμές των καυσίμων, το κόστος των τροφίμων και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Αντί γι’ αυτό, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ομιλίας του, διάρκειας 53 λεπτών, σε κατασκευαστικά έργα.

Δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό. Σύμφωνα με το TIME, στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Τραμπ επανειλημμένα απομακρυνόταν από τα πολιτικά ζητήματα που οι σύμβουλοί του θεωρούσαν καθοριστικά.

Την ώρα που εκατομμύρια Αμερικανοί δυσκολεύονταν να ανταποκριθούν στο ενεργειακό κόστος, ο ίδιος υπερηφανευόταν για τα τεράστια κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών.

Σε άλλες εμφανίσεις του ισχυρίστηκε ότι οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης δεν επιτρεπόταν πλέον να αποκαλούν τις μητέρες τους «μαμά», πρότεινε να μετονομαστεί το Νέο Μεξικό σε «Νέα Αμερική» και μιμήθηκε επανειλημμένα έναν υποψήφιο γερουσιαστή των Δημοκρατικών που έκανε εμετό στη θέα του κρέατος.

Συχνά παρεμβάλλονταν στις ομιλίες του σχόλια για την ανδρική σωματική διάπλαση, που δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο των συγκεντρώσεων.

Ένας από τους συνεργάτες του περιέγραψε στο TIME την κατάσταση με μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρατήρηση: «Είναι δύσκολο να προσεγγίσεις ψηφοφόρους που δεν μπορούν να πληρώσουν τη βενζίνη, όταν ο υποψήφιός σου μιλά συνεχώς για το μέγεθος των γεννητικών οργάνων του Άρνολντ Πάλμερ και τα οπίσθια του Τζον Χάστεντ».

Τα 400 εκατ. δολάρια και η χαμένη ευκαιρία

Ήδη από τα τέλη Σεπτεμβρίου, στελέχη της προεδρικής ομάδας είχαν την εντύπωση ότι ο Τραμπ έδειχνε λιγότερο ενδιαφέρον από το συνηθισμένο για την εκλογική αναμέτρηση.

Παρά το γεγονός ότι διέθετε πολιτικό μηχανισμό με αποθεματικό περίπου 400 εκατ. δολαρίων, δεν είχε ακόμη αξιοποιήσει σημαντικό μέρος των χρημάτων για την υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων.

Μάλιστα, η ανησυχία ήταν ιδιαίτερα έντονη στο Τέξας, όπου η υποψηφιότητα του Κεν Πάξτον αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες, παρά την παραδοσιακή ισχύ των Ρεπουμπλικανών στην πολιτεία.

Τελικά, ο Τραμπ έδωσε εντολή στους Κρις ΛαΣιβίτα και Τζέιμς Μπλερ, στους οποίους είχε αναθέσει την εποπτεία του εξωτερικού πολιτικού μηχανισμού του, να προχωρήσουν σε μεγάλες δαπάνες για τη διατήρηση της πλειοψηφίας στη Γερουσία και τον περιορισμό των απωλειών στη Βουλή.

Παράλληλα, η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Σούζι Γουάιλς, και άλλοι συνεργάτες προσπάθησαν να τον πείσουν ότι έπρεπε να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία.

Ο σχεδιασμός προέβλεπε επισκέψεις σε 32 ανταγωνιστικές εκλογικές περιφέρειες μέσα σε έναν μήνα, με συνεχείς συγκεντρώσεις στα πρότυπα εκείνων που είχαν συμβάλει στην πολιτική του άνοδο.

Ωστόσο, ακόμη και όταν ενίσχυσε την παρουσία του στις προεκλογικές εκδηλώσεις, οι δημόσιες τοποθετήσεις του εξακολουθούσαν να προκαλούν αντιδράσεις.

Σε συγκέντρωση στη Νότια Καρολίνα επαίνεσε έναν υποστηρικτή του που φαινόταν να γρονθοκοπεί διαδηλωτή, συγκρίνοντάς τον με τον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή πυγμαχίας, Εβάντερ Χόλιφιλντ.

Σε άλλη συγκέντρωση, στο Κλάρκσβιλ του Τενεσί, σχολίασε την αφοσίωση των οπαδών του με τρόπο που έμοιαζε να τους ειρωνεύεται. «Θα μπορούσα να πω τα πιο ανόητα πράγματα και εσείς θα με χειροκροτούσατε», είπε στο πλήθος.

Η Νίκι Μινάζ και οι αμφιλεγόμενες εμφανίσεις

Ο Τραμπ επιχείρησε επίσης να επαναλάβει μια τακτική που είχε χρησιμοποιήσει στην προεδρική εκστρατεία του 2024, δηλαδή την προσέγγιση ψηφοφόρων που συμμετέχουν σπανιότερα στις εκλογές, μέσα από μη πολιτικά κανάλια επικοινωνίας και δημοφιλή πρόσωπα.

Οι συνεργάτες του επιστράτευσαν επαγγελματίες αθλητές και διασημότητες για να ενισχύσουν την απήχηση των προεκλογικών συγκεντρώσεων.

Παίκτες των Μπάλτιμορ Ρέιβενς συμμετείχαν σε εκδήλωση στο Μέριλαντ, ενώ ο πρώην αστέρας του αμερικανικού ποδοσφαίρου, Τοντ Γκέρλι, εμφανίστηκε σε συγκέντρωση στην Τζόρτζια. Ο πυγμάχος, Τζέικ Πολ, επιστρατεύθηκε για εκδήλωση στο Γιάνγκσταουν του Οχάιο.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η συμμετοχή της Νίκι Μινάζ στην προεκλογική εκστρατεία στο Μίσιγκαν.

Αντί να περιοριστεί στην πολιτική σημασία της παρουσίας της, ο Τραμπ αναφέρθηκε δημόσια στα οπίσθια της δημοφιλούς ράπερ, χαρακτηρίζοντάς τα «απίστευτα όμορφα» και προσθέτοντας ότι ήταν «δύσκολο να μην τα προσέξει κανείς».

Αργότερα, συνεργάτες του άφησαν να κυκλοφορήσει, περισσότερο ως πείραγμα παρά ως συγκεκριμένη κυβερνητική επιλογή, το ενδεχόμενο να αναλάβει η Μινάζ καθήκοντα εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου.

Οι παράδοξες αυτές στιγμές ενίσχυαν την εντύπωση ότι ο Πρόεδρος δυσκολευόταν να προσαρμόσει την πολιτική του επικοινωνία στις ανησυχίες των ψηφοφόρων.

Οι επιλογές που επιβάρυναν τον Τραμπ

Οι προεκλογικές δυσκολίες δεν περιορίστηκαν στις δημόσιες εμφανίσεις του.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε στους Αμερικανούς επιταγές 5.000 δολαρίων, εφόσον διατηρούσαν τους Ρεπουμπλικανούς στην εξουσία στο Κογκρέσο. Η εξαγγελία προκάλεσε καταδίκη από οργανώσεις που παρακολουθούν ζητήματα πολιτικής δεοντολογίας και οι οποίες τη συνέκριναν με απόπειρα εξαγοράς ψήφων.

Στο μεταξύ, η αντικατάσταση της εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ από την Κέιτι Ζακαρία εξελίχθηκε σε νέο επικοινωνιακό πρόβλημα.

Η Ζακαρία, πρόσωπο του Newsmax χωρίς αντίστοιχη εμπειρία στο αξίωμα, παρέμεινε στη θέση της μόλις πέντε ημέρες, έπειτα από μια καταστροφική συνέντευξη Τύπου και αποκαλύψεις σχετικά με τον τρόπο που παρουσίαζε τα νομικά της προσόντα. Είχε εμφανιστεί ως δικηγόρος, παρότι διέθετε την απαιτούμενη επαγγελματική πιστοποίηση στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ.

Άλλη μία απόφαση που προκάλεσε αντιδράσεις ήταν η δημόσια υποστήριξη του Τραμπ προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, για την επανεκλογή του.

Σύμφωνα με το TIME, ο Αμερικανός Πρόεδρος προχώρησε στην κίνηση παρά τις αντίθετες εισηγήσεις συνεργατών του, μεταξύ των οποίων ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, και παρά τη χαμηλή δημοτικότητα του Νετανιάχου μεταξύ των Αμερικανών.

Πηγή με γνώση των συζητήσεων ανέφερε ότι την παρέμβασή του είχαν ζητήσει προσωπικά δύο ένθερμοι υποστηρικτές του Ισραηλινού πρωθυπουργού, δηλαδή ο Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, και ο παρουσιαστής του Fox News, Μαρκ Λέβιν.

Οι δύο άνδρες δεν απάντησαν αμέσως στα αιτήματα του TIME για σχόλιο.

Στην ίδια περίοδο, ο Τραμπ αστειεύτηκε ακόμη και με το ενδεχόμενο να στερήσει κρατική βοήθεια για φυσικές καταστροφές από πολιτείες που δεν θα εξέλεγαν Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές.

Το κλίμα δυσπιστίας αποτυπώθηκε και σε δημοσκόπηση της Washington Post και της Ipsos, σύμφωνα με την οποία το 67% των Αμερικανών θεωρούσε ότι ο Τραμπ δεν εξετάζει προσεκτικά τις σημαντικές αποφάσεις του.

Η ακρίβεια, το Ιράν και η οργή των ψηφοφόρων

Ο πόλεμος με το Ιράν και οι οικονομικές επιπτώσεις του αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές προκλήσεις για τον Λευκό Οίκο.

Η άνοδος των τιμών των καυσίμων, το ακριβό καλάθι του νοικοκυριού και η συνεχιζόμενη οικονομική πίεση ενίσχυσαν τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση.

Η ήττα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή αν ληφθεί υπόψη η οικονομική υποστήριξη που διέθεταν οι Ρεπουμπλικανοί. Σύμφωνα με το TIME, ο Έλον Μασκ διέθεσε σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια στη διάρκεια του εκλογικού κύκλου, χωρίς οι δαπάνες αυτές να αποτρέψουν τις μεγάλες απώλειες.

Παράλληλα, η κυβέρνηση αντιμετώπιζε πιέσεις για τη διαχείριση των αρχείων της υπόθεσης Τζέφρι Έπσταϊν, καθώς και καταγγελίες ότι ο Τραμπ και πρόσωπα του περιβάλλοντός του είχαν αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την άσκηση εξουσίας.

Σε δημοσκόπηση του Fox News, τον Οκτώβριο, το 60% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δήλωσε εξαιρετικά ανήσυχο για την κυβερνητική διαφθορά, ποσοστό που ξεπερνούσε ακόμη και την ανησυχία για τον πληθωρισμό και τις υψηλές τιμές.

Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε, σε συνέντευξή του στο Fox News μετά τις εκλογές, ότι η αύξηση του κόστους των καυσίμων επηρέασε την εικόνα της οικονομίας. «Στην πραγματικότητα έχουμε τη σπουδαιότερη οικονομία», δήλωσε. «Αλλά, εξαιτίας των τιμών της βενζίνης, οι άνθρωποι δεν το βλέπουν στον βαθμό που θα το έβλεπαν χωρίς αυτές. Και η βενζίνη οφείλεται στο Ιράν».

Το Κογκρέσο ετοιμάζει νέες έρευνες

Η απώλεια και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου δημιουργεί για τον Τραμπ ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον.

Ύστερα από δύο χρόνια κατά τα οποία μπορούσε να ασκεί την προεδρική εξουσία με σχετικά περιορισμένα εμπόδια από το Κογκρέσο, θα βρίσκεται αντιμέτωπος με νέους μηχανισμούς κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Η επιβεβαίωση των κυβερνητικών διορισμών του από τη Γερουσία θα καταστεί δυσκολότερη, ενώ συνεργάτες του αναμένουν δικαστικές αντιπαραθέσεις, ακόμη και ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, σχετικά με την ενδεχόμενη χρησιμοποίηση προσωρινών αξιωματούχων σε θέσεις που κανονικά απαιτούν έγκριση της Γερουσίας.

Οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν επίσης τη δυνατότητα να διευθύνουν κρίσιμες κοινοβουλευτικές επιτροπές και να διεξάγουν έρευνες για κυβερνητικές αποφάσεις, οικονομικές συναλλαγές και πρόσωπα της προεδρικής διοίκησης.

Το ενδεχόμενο νέας διαδικασίας αποπομπής του Προέδρου δεν αποκλείεται από το πολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται.

Η αποφασιστικότητα της αντιπολίτευσης αποτυπώθηκε ήδη σε δημόσια ανάρτηση του προσώπου που αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Το μήνυμα, που δημοσιεύθηκε στο X, ήταν λιτό: «Βρείτε δικηγόρο!».

Ωστόσο, η νέα ισορροπία δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ χάνει τις προεδρικές του εξουσίες. Εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα άσκησης βέτο, να εκδίδει εκτελεστικά διατάγματα εντό

Στροφή στην εξωτερική πολιτική και το Ιράν

Πάντως, σύμφωνα με το TIME, ο Τραμπ ενδέχεται να στραφεί ακόμη περισσότερο στην εξωτερική πολιτική, ακολουθώντας μια πρακτική που έχουν υιοθετήσει και άλλοι Αμερικανοί Πρόεδροι κατά τα τελευταία δύο χρόνια της δεύτερης θητείας τους.

Ο ίδιος είχε ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανάληψης στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν.

Παράλληλα, ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Λευκός Οίκος σχεδιάζει να δώσει μεγαλύτερη προτεραιότητα στο δυτικό ημισφαίριο.

Η παρουσία ηγετών που διατηρούν φιλικές σχέσεις με τον Τραμπ σε χώρες της περιοχής, σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό με την Κίνα και το Ιράν για περιφερειακή επιρροή, φαίνεται πως επηρεάζει τον σχεδιασμό της Ουάσινγκτον.

«Είναι μια τόσο μεγάλη ευκαιρία για ευθυγράμμιση», δήλωσε ο αξιωματούχος. «Θα δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε αυτή την περιοχή».

Πρόκειται, πάντως, για σχεδιασμούς και εκτιμήσεις κυβερνητικών παραγόντων και όχι για οριστικοποιημένες αποφάσεις σχετικά με νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο κίνδυνος νέας εσωστρέφειας στον Λευκό Οίκο

Στο εσωτερικό της προεδρικής ομάδας υπάρχει ανησυχία και για τις πιθανές αποχωρήσεις κυβερνητικών στελεχών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το TIME, συνεργάτες προετοιμάζονται για ένα κύμα αλλαγών, το οποίο μπορεί να προκύψει τόσο από οικειοθελείς παραιτήσεις όσο και από την απόφαση του Τραμπ να αντικαταστήσει αξιωματούχους που τον έχουν δυσαρεστήσει.

Μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να περιορίσει ακόμη περισσότερο τον κύκλο των ανθρώπων που έχουν άμεση πρόσβαση στον Πρόεδρο, ενισχύοντας την παρουσία στενών υποστηρικτών του οι οποίοι δεν θα είναι απαραίτητα πρόθυμοι να του μεταφέρουν δυσάρεστες πληροφορίες ή να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις του.

Ανώτερος συνεργάτης του επισημαίνει ότι ο Τραμπ, από πολιτική ιδιοσυγκρασία, θα μπορούσε να επιδιώξει συμφωνίες ακόμη και με Δημοκρατικούς ή ανεξάρτητους πολιτικούς.

Ωστόσο, όπως προσθέτει, ο Πρόεδρος γνωρίζει ότι η αντιπολίτευση προετοιμάζει έρευνες και πολιτικές αντιπαραθέσεις και είναι αποφασισμένος να ανταποδώσει.

Η στρατηγική αυτή συνδέεται με ένα χαρακτηριστικό της πολιτικής διαδρομής του, δηλαδή την ικανότητά του να συσπειρώνει τους υποστηρικτές του όταν παρουσιάζει τον εαυτό του ως στόχο επιθέσεων.

«Ιστορικά, πάντοτε τα πήγαινε καλά όταν ήταν ο στόχος», αναφέρει συνεργάτης του. «Γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πώς να το αξιοποιήσει προς όφελός του».

Το 2028 απειλεί την κυριαρχία του Τραμπ

Το βαθύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ μπορεί τελικά να μην προέλθει αποκλειστικά από τους Δημοκρατικούς, αλλά και από το ίδιο του το κόμμα.

Για περισσότερο από μία δεκαετία, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει διαμορφώσει μια σχέση προσωπικής πολιτικής εξάρτησης με μεγάλο μέρος της ηγεσίας των Ρεπουμπλικανών.

Η δημόσια διαφοροποίηση από τις θέσεις του μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική για την πολιτική σταδιοδρομία ενός στελέχους.

Ωστόσο, η εκλογική ήττα και η προσέγγιση της προεδρικής αναμέτρησης του 2028 δημιουργούν νέες συνθήκες.

Ο Τραμπ δεν μπορεί να είναι ξανά υποψήφιος υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, γεγονός που αναγκάζει τους Ρεπουμπλικανούς να αρχίσουν να εξετάζουν σοβαρά την επόμενη ημέρα.

Ιδιαίτερα δύσκολη αναμένεται να είναι η θέση του Αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος θα χρειαστεί να διαμορφώσει τη δική του πολιτική ταυτότητα χωρίς να αποξενώσει τον άνθρωπο του οποίου την υποστήριξη ενδέχεται να χρειαστεί για τις μελλοντικές του φιλοδοξίες.

Την ίδια ώρα, η συμμαχία που δημιούργησε ο Τραμπ παρουσιάζει ήδη ρωγμές, με άλλοτε πιστούς υποστηρικτές του, όπως ο Τάκερ Κάρλσον και η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, να έχουν στραφεί εναντίον του.

Το ζήτημα είναι πλέον αν η αφοσίωση και ο φόβος που επί χρόνια διατήρησαν την κυριαρχία του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν με την ίδια αποτελεσματικότητα.

Ο Τραμπ έχει αντιμετωπίσει εκλογικές ήττες και στο παρελθόν. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν δεκάδες έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων το 2018, ενώ ανάλογες απώλειες είχαν υποστεί οι κυβερνώντες και επί Μπαράκ Ομπάμα και Τζορτζ Μπους του νεότερου.

Οι στενοί του συνεργάτες αναφέρουν ότι ο ίδιος θεωρούσε σχεδόν αναπόφευκτη μια τέτοια εξέλιξη.

«Δυσκολευόταν να ξεπεράσει το ιστορικό προηγούμενο», εξηγεί ένας από τους κορυφαίους συμβούλους του.

Από τα τέλη Σεπτεμβρίου, άλλωστε, είχε περιγράψει στο TIME τον τρόπο με τον οποίο περίμενε να εξελιχθεί η αντιπαράθεση με τους Δημοκρατικούς.

«Πιθανότατα θα στραφούν εναντίον μου», είχε δηλώσει. «Και εγώ θα στραφώ εναντίον τους».

Αυτή η προειδοποίηση αποκτά πλέον διαφορετική βαρύτητα. Η εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου δεν περιόρισε απλώς τη δύναμη του Τραμπ στο Κογκρέσο. Άνοιξε μια περίοδο κατά την οποία ο ίδιος θα επιχειρήσει να διατηρήσει την κυριαρχία του, ενώ τόσο οι αντίπαλοι όσο και οι πιθανοί διάδοχοί του θα προετοιμάζονται για την πολιτική εποχή μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

Αναδημοσίευση από ieidiseis