Τα «παιδιά φαντάσματα» | Μέρος Β’

Τα «παιδιά φαντάσματα» | Μέρος Β’

Τα «παιδιά φαντάσματα» | Μέρος Β’

Θυμήθηκα πρόσφατα μια φίλη που στη διάρκεια της καραντίνας συνέλαβε εν εξάλλω τον γιό της να βλέπει Netflix την ώρα της τηλεκπαίδευσης. «Τώρα το κατάλαβες;» την κορόϊδευε μια συνάδελφός της από τη δουλειά.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Αυτή ήταν η αστεία πλευρά της εκπαιδευτικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία. Η άλλη, η «σκοτεινή» πλευρά, έχει παραμείνει στη σκιά, με γονείς και εκπαιδευτικούς να τραβούν σήμερα μόνοι τους το κάρο. Τα «παιδιά φαντάσματα», όσα δηλαδή δεν προσαρμόστηκαν ποτέ ξανά στο σχολείο (ή δεν επέστρεψαν κυριολεκτικά ποτέ σε αυτό) –στα οποία πρωτοαναφέρθηκα την περασμένη εβδομάδα (στο Α’ Μέρος)–ανήκουν σαφώς στις παράπλευρες απώλειες.

Διότι, πέρα από την οποιαδήποτε πλάκα, για δύο χρόνια 191 χώρες αναγκάστηκαν να κλείσουν τα σχολεία τους, με 153 εκατ. μαθητές να χάνουν (σύμφωνα με την UNESCO) περισσότερη από τη μισή δια ζώσης εκπαίδευση και άλλα 60 εκατ. τα τρία τέταρτα αυτής.

Απειθαρχία (με τα πειθαρχικά παραπτώματα να πέφτουν βροχή, για να μη μιλήσουμε για την ανήλικη βία), παντελής αδιαφορία για την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και για το σχολείο εν γένει, και έλλειψη στόχων είναι μερικά από τα βασικά συμπτώματα αυτών των «παιδιών φαντασμάτων». Που οδηγούν αναπόφευκτα στη «χρόνια απουσία» («chronic absenteeism»).

«Είναι αρχές Νοεμβρίου και ο γιός μου έχει ήδη 60 απουσίες», μου λέει ο πατέρας του Γιάννη, που πάει φέτος (όταν δηλαδή θυμηθεί να  πάει) στην Α’ Λυκείου. «Μετά τα lockdown η σχέση του με το σχολείο έχει διαρραγεί, φοβάμαι, ανεπανόρθωτα».

Οπως έγραφε ο Εconomist, αυτό το φαινόμενο ευδοκιμεί μεταπανδημικώς σε πολλά μέρη του κόσμου. Στις δε ΗΠΑ έχει «χτυπήσει» κόκκινο (στην Πολιτεία του  Μιζούρι έφθασαν προ μηνών στο σημείο να ποινικοποιήσουν την κοπάνα, ήτοι αν το παιδί σου κόβει βόλτες εν ώρα μαθήματος εσύ πηγαίνεις σούμπιτο στη «στενή»). Ειδικά τις Παρασκευές δεν πατάει ψυχή στην τάξη.

Είναι όπως με την επανάσταση στην εργασία. Αφού μπορείς να υιοθετήσεις το «υβριδικό μοντέλο» (μισές μέρες σπίτι, μισές μέρες σχολείο), γιατί να τραβολογιέσαι με τη σάκα μέσα στα χαράματα;

«Είναι δύσκολο να το εξηγήσεις» γράφει o Economist στο προαναφερθέν άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Absent-minded».«Τα παιδιά κάνουν κοπάνα για πολλούς λόγους: μπορεί να είναι η έλλειψη μέσων συγκοινωνίας, η ανέχεια, ο καιρός. Ομως αυτά είναι μάλλον απίθανο να έχουν επιδεινωθεί τόσο πολύ τελευταία. Μια πιο πειστική εξήγηση για αυτή την εμμένουσα αύξηση είναι ότι, έχοντας βιώσει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, κάποιοι μαθητές, ενδεχομένως και οι γονείς τους, δεν θεωρούν πια ότι είναι απαραίτητο ή ακόμα και ότι αξίζει να βρίσκονται στην τάξη».

Οι ηχηρά «απόντες»

Το χειρότερο είναι ότι κάποια παιδιά δεν θα επιστρέψουν (κυριολεκτικά) ποτέ στον χώρο του σχολείου. Η μητέρα της 18χρονης Κάτιας (όχι το αληθινό της όνομα), που μεσούσης της δεύτερης καραντίνας-ακορντεόν εμφάνισε σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης, μιλάει για την ύστατη λύση του «κατ’ ιδίαν».

«Ηταν κάτι πολύ σπάνιο, που τώρα έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος. Πέρυσι που το έψαχνα, μου είπαν ότι θα περίμενα αρκετά γιατί είχαν πάρα πολλές αιτήσεις. Ηταν δηλαδή μεγάλος ο αριθμός των παιδιών που ξαφνικά κατέρρευσαν και δεν μπορούσαν να πάνε πίσω στο σχολείο. Προσέξτε, μιλάω για το 2022, όταν πια είχε τελειώσει η πανδημία».

Μέχρι πριν κάποια χρόνια, οι «κατ’ ιδίαν διδαχθέντες» ήταν αποκλειστικά μαθητές με σοβαρά προβλήματα υγείας, που δεν επιτρέπουν τη μετακίνηση και τη φοίτησή τους σε σχολείο. Μόλις πρόσφατα συμπεριλήφθηκαν και όσοι «πάσχουν από σοβαρές ψυχικές παθήσεις» (Ν. 4823/2021, Αρθρο 173).

«Με το “κατ’ ιδίαν” το παιδί δεν πηγαίνει σχολείο, άρα δεν μετράνε οι απουσίες» εξηγεί η ίδια. «Στο τέλος της χρονιάς δίνει γραπτά όπως όλοι οι άλλοι, και προφορικά στα μαθήματα που δεν έχουν γραπτές εξετάσεις. Χρειάζεται, φυσικά, γνωμάτευση από δημόσιο νοσοκομείο. Σε εμάς, που η μικρή διαγνώστηκε με βαρύτατη κατάθλιψη, μας το έδωσαν “με το καλημέρα σας”. Ηταν, μετά από ενάμιση περίπου χρόνο ψαξίματος, η μοναδική ειδική διαχείριση που μπορούσαμε να επικαλεστούμε και που εν τέλει χρησιμοποιήσαμε. Τα Κέντρα Ημέρας μειώνονται συνεχώς και ειδικά για τους εφήβους με τέτοια προβλήματα δεν υπάρχει τίποτε άλλο».

Ωστόσο, αυτή η διαδικασία προβλέπει ότι προετοιμάζεσαι μόνος και με δικά σου έξοδα οίκοθεν. «Της παρέχουμε καθηγητές, που σημαίνει ότι δίνουμε μια περιουσία κάθε μήνα» συνεχίζει η ίδια. «Εγώ έχω την τύχη να εργάζομαι από το σπίτι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι κάνουν οικογένειες όπου οι γονείς δεν έχουν ούτε τον χρόνο ούτε, βέβαια, την οικονομική άνεση».

Εξυπακούεται ότι δεν είναι καθόλου μικρό το τίμημα που καλείται να πληρώσει για ένα τέτοιο «παιδί φάντασμα», που απέχει τελείως από το σχολικό περιβάλλον. «Είναι μια συνθήκη που σου αφήνει μεγάλες ανασφάλειες. Αν ένας ενήλικας πει “θα φύγω από τη δουλειά μου για έναν χρόνο”, δεν χάνει και τη ζωή του. Οι έφηβοι, όμως, αν φύγουν έναν χρόνο από το σχολείο χάνουν τη σειρά τους και όλες τις κοινωνικές τους σχέσεις που, ειδικά στις τελευταίες τάξεις, είναι μέσα στο σχολείο. Ξαφνικά ερημώνονται τελείως».

Από αρνητής, υπερφυσικός μπεμπές

«Εχουμε σήμερα πολλά παιδιά που διδάσκονται κατ’ ιδίαν, γιατί δεν μπόρεσαν ποτέ να επιστρέψουν στο σχολείο» επιβεβαιώνει η Αρτεμις Τσίτσικα, αναπληρώτρια καθηγήτρια Παιδιατρικής-Ιατρικής Εφηβικής του ΕΚΠΑ.

Σημειωτέον ότι η σχολική άρνηση (και η παγίωσή της, η σχολική διαρροή) δεν είναι κάτι καινούργιο για την Ελλάδα. Το 2015 κυμαινόταν στο 13% (με τον γενικό όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης να είναι 13, 5%, παρά τη δέσμευση όλων, μέσω της Συνθήκης της Λισαβόνας του 2000, να διατηρηθεί κάτω του 10%). Η πανδημία ήρθε να φέρει τα πάνω κάτω και τα ποσοστά εκτινάχθηκαν.

Οι κίνδυνοι από αυτή την απομάκρυνση από το πλαίσιο του σχολείου αφορούν, φυσικά, και την ενήλικη ζωή. «Ας μην ξεχνάμε ότι η σχολική άρνηση σχετίζεται σημαντικά με τα ποσοστά των NEETs (οι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης νέοι)» υπογραμμίζει η ειδικός. «Eίναι οι νεαροί ενήλικες που δεν δουλεύουν, μένουν ακόμα με τους γονείς τους, είναι ενήλικες σε ρόλο παιδιού». Kαι προ πανδημίας είχαμε υψηλά ποσοστά σε NΕΕΤS, το δε 2022 βρισκόμαστε, σύμφωνα με τη Eurostat, τρίτοι στην ΕΕ, με ποσοστό 15,4% (μετά τη Ρουμανία και την Ιταλία, με 19,8%).

Μένει τα παιδιά της σημερινής «πολυκρίσης» να στηριχθούν για να επιστρέψουν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στο περιβάλλον του σχολείου. Μένει να σταματήσουμε να τα κυνηγάμε εμμονικά για βαθμούς στις Πανελλαδικές ή το IB. Είναι, λένε οι ειδικοί παγκοσμίως, πολύ πιο σημαντικό να τραβήξουμε ξανά το ενδιαφέρον τους πίσω στην απαξιωμένη (από ιούς και δαίμονες) σχολική τάξη.

Αν «η Ιστορία είναι ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στην παιδεία και την καταστροφή» (όπως διατεινόταν ο βρετανός συγγραφέας Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς), ας μην αφήσουμε την καταστροφή να θριαμβεύσει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *