Τα «παιδιά φαντάσματα»

Τα «παιδιά φαντάσματα»

Τα «παιδιά φαντάσματα»

«Tη χρονιά που γύρισαν κανονικά στο σχολείο κάρφωνε το βλέμμα στον πίνακα και δεν άκουγε τίποτα. Στα διαλείμματα πήγαινε και καθόταν στο κλιμακοστάσιο. Οι επιδόσεις του πήραν, φυσικά, την κατιούσα. Φέτος, που πάει πια Α’ Λυκείου, έχει κατεβάσει τελείως ρολά. Εχει βγάλει τον εαυτό του από το σύμπαν του σχολείου, δεν τον νοιάζει να έχει καμία επαφή ούτε με καθηγητές ούτε με μαθητές. Δεν είναι οι άλλοι που τον έχουν αποκλείσει, είναι δική του επιλογή. Δεν θέλει τους ανθρώπους».

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Οι γονείς των «ghost children» στην Ελλάδα δύσκολα ανοίγονται. Λογικό. Πόσο εύκολο είναι να αποδεχτείς ότι εν έτει 2023 το παιδί σου, γέννημα θρέμμα των lockdown και της «χειρότερης εκπαιδευτική κρίσηs εδώ και έναν αιώνα», αδυνατεί να προσαρμοστεί ξανά ή ακόμα και να επιστρέψει ποτέ (κυριολεκτικά) στην τάξη;

Ούτε καν στη Βρετανία δεν θα τους ακούσεις να μιλούν ανοιχτά, και εκεί μιλάμε για «εθνική κρίση», με 140.000 παιδιά να χαρακτηρίζονται φέτος «σοβαρά απόντα» (σε σχέση με τα 60.202 το φθινόπωρο πριν από την πανδημία, δηλαδή σημειώθηκε αύξηση της τάξεως του 134%, σύμφωνα με το CSJ).

Eίναι, άλλωστε, και οι ίδιοι αυτοί οι γονείς με τη σειρά τους «φαντάσματα». Δεν είναι από τα «κρούσματα» που καταγράφονται. Κανείς δεν εισακούει τις εκκλήσεις τους για βοήθεια, αφού δεν υπάρχει κάποιο επίσημο «ραντάρ» που να τις «πιάνει». Επιπλέον, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν και «support groups» («ομάδες υποστήριξης») για τους ίδιους (και φυσικά για τα παιδιά τους) από άλλους παθόντες με αντίστοιχες εμπειρίες. Και όσο καλές προθέσεις και να υπάρχουν από μεμονωμένους εκπαιδευτικούς, τα σχολεία δεν μπορούν να ανταποκριθούν.

Και στους τρεις γονείς εφήβων με τους οποίους συνομίλησα (επέμειναν στην ανωνυμία τους) διέκρινα την ίδια σιωπηλή απελπισία για τα χαοτικά κενά «του συστήματος», αλλά και για τη δική τους ανεπάρκεια να διαγνώσουν εγκαίρως τι συμβαίνει, ώστε να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους. Και οι τρεις μου είπαν λίγο πολύ: «Θα ήταν πολύ πιο τίμιο τα παιδιά να επαναλάβουν εκείνη τη “χαμένη χρονιά”». Και οι τρεις, επίσης, έρχονται να  αποτινάξουν το στερεότυπο ότι τα «παιδιά φαντάσματα» είναι οι «συνήθεις ύποπτοι», παιδιά από χαμηλά κοινωνικά στρώματα,  κακοποιητικά περιβάλλοντα κ.τλ.

«Πάει σε ιδιωτικό αλλά ούτε που ασχολούνται» συνεχίζει να μου λέει ο πατέρας του Γιάννη (όχι το αληθινό του όνομα), που έχει χάσει εκουσίως κάθε επαφή με το σχολείο και «είναι 15 ετών αλλά είναι σαν 13. Εκείνο που τους νοιάζει είναι οι πρώτοι των πρώτων. Οι υπόλοιποι ας κόψουν τον λαιμό τους».

«Εμείς τον πήγαμε, κλασικά, σε ΚΕΔΑΣΥ (Κέντρο Διάγνωσης, Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης)…» εξηγεί τη συνήθη διαδικασία. «Σήμερα πληρώνουμε ένα κάρο λεφτά σε ψυχολόγο και σε καθηγητές που έρχονται στο σπίτι να του καλύψουν τα τεράστια κενά που έχει στα μαθήματα που θα δώσει σε δύο χρόνια στις Πανελλήνιες. Αν, δηλαδή, δώσει. Διότι δεν είμαστε καθόλου σίγουροι αν η προτεραιότητα μας αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να είναι το εικοσάρι στη Χημεία».

Τι ψυχές παρέδωσε η τηλεκπαίδευση;

Παγκοσμίως, η επιδημία «παιδιών φαντασμάτων» αποδίδεται στο παρατεταμένο κλείσιμο των σχολείων στη διάρκεια της Covid-19 (τι να πουν δηλαδή και στις Φιλιππίνες, με κάποια παιδιά να επιστρέφουν σε κανονική τάξη μετά από 27 μήνες!). Η ψυχολογική επιβάρυνση των lockdown ήταν πρωτοφανής, οι ειδικοί μιλούσαν για αύξηση τότε των ψυχικών αιτημάτων στον γενικό πληθυσμό από 25 έως 30% σε σχέση με την περίοδο πριν την πανδημία. Στα παιδιά και στους εφήβους ακόμα περισσότερο.

«Την έβλεπα που άνοιγε τον υπολογιστή και δεν παρακολουθούσε. Αρχισε να μην έχει επαφή με τα αδέλφια και τους φίλους της» λέει η μητέρα της 17χρονης Αννας (επίσης όχι το αληθινό της όνομα), που εμφάνισε τα πρώτα σημάδια κατάθλιψης στο δεύτερο, το «μεγάλο» lockdown. Εκτοτε αποκόπηκε εντελώς από το σχολείο.

«Στην αρχή δεν ήταν και εύκολο να το πάρεις χαμπάρι, “όλοι έτσι είναι” λέγαμε, όλοι οι έφηβοι κλεισμένοι μέσα στο δωμάτιό τους ήταν στη διάρκεια της τηλεκπαίδευσης. Ωσπου το παιδί πολύ γρήγορα “κλάταρε”. Θυμάμαι που ψάχναμε τότε για παιδοψυχίατρο και γινόταν χαμός. Δεν ξέρω σε πόσους πήγαμε μέχρι να βρούμε κάποιον που να έχει ραντεβού. Πιστέψτε με, ακόμα και σήμερα δεν είναι εύκολο να βρεις».

Η ίδια δεν γνωρίζει αν υπήρχε «κάποιο επιβαρυντικό ψυχικό υπόστρωμα», το βέβαιο είναι πως ό,τι υπήρχε επιδεινώθηκε από το «άσκοπο τόσους μήνες κλείσιμο», που συνέπεσε με την εφηβεία. «Η κατάσταση έγινε εξαιρετικά δύσκολη, με το παιδί να έχει αποτραβηχτεί από όλους και όλα. Στο σχολείο ήταν όλοι πολύ υποστηρικτικοί, το ίδιο και κάποιοι καθηγητές που ήρθαν σπίτι. Μεμονωμένα οι άνθρωποι προσπαθούν, δεν είναι κανείς αναίσθητος. Ομως δεν επαρκεί το υπάρχον σύστημα, γιατί δεν είναι φτιαγμένο για να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα».

Μόλις πέρυσι βεβαιώθηκε ότι η δική της οικογένεια δεν είναι η μόνη που βιώνει αυτόν τον Γολγοθά: «Από τότε που άρχισα να συζητώ λίγο παραπάνω γι’ αυτό, άλλοι γονείς μού μίλησαν και εκείνοι, μου εξομολογήθηκαν πράγματα που τα έκρυβαν ακόμα και από τους οικείους τους. Στο κοντινό μου περιβάλλον γνωρίζω σήμερα τρεις ακόμη εφήβους αυτής ακριβώς της “χαμένης γενιάς”, με βαριά κατάθλιψη. Μιλάω για  αυτοκτονικές τάσεις, όχι ‘‘ξύπνησα το πρωί και ήμουν λίγο depressed”».

Η μανία με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις

«Στην Ελλάδα, το μόνο που ελέγχουν για να έχει το παιδί σου ειδική διαχείριση/υποστήριξη στο σχολείο είναι τα αναπτυξιακά προβλήματα. Aν δηλαδή έχει δυσλεξία, δυσορθογραφία, δυσγραφία, δυσαριθμησία, Δ.Ε.Π.Υ. κ.τλ.» υπογραμμίζει η μητέρα της Αννας.

«Είναι σχεδόν κάτι σαν trend. Μας νοιάζουν τα αναπτυξιακά, γιατί και μετά την πανδημία παραμένουμε μανιακοί με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις. Τι γίνεται όμως με τα ψυχολογικά, με τα συναισθηματικά προβλήματα; Δεν είναι απλά να πάει η μικρή σε έναν γιατρό να της δώσει ένα χάπι. Εδώ χρειάζεται ειδική, συνεχιζόμενη υποστήριξη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και δεν υπάρχει τίποτα».

Η μανία αυτή με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις τροφοδότησε και την (παγκόσμια) μεταπανδημική εμμονή με την κάλυψη των «μαθησιακών κενών». Δεν πάει να είναι το παιδί σκέτο ψυχικό ράκος, τα ρηματικά επίθετα πρέπει να τα ξέρει φαρσί!

Φέρνω στο μυαλό μου τα λόγια της «καλύτερης δασκάλας του κόσμου», της βραβευμένης με Global Teacher Prize (2018) Ελληνοκύπριας Αντρια Ζαφειράκου. Είχα την τύχη να τη συναντήσω πέρυσι, μέσω Skype.

Ηταν πραγματικά έξαλλη: «Οχι! Μη λέτε στα παιδιά “Τρέξτε να διαβάσετε!”. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η αναπλήρωση της ύλης που χάθηκε, αλλά η αναγέννηση, το καινούργιο, η επανάκτηση των βασικών δεξιοτήτων που έχει ανάγκη ένας νέος άνθρωπος, η επούλωση των πληγών».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *