SPAC – MSP | Πώς να γίνεις δισεκατομμυριούχος πουλώντας… αέρα κοπανιστό

SPAC - MSP | Πώς να γίνεις δισεκατομμυριούχος πουλώντας… αέρα κοπανιστό
SPAC – MSP | Πώς να γίνεις δισεκατομμυριούχος πουλώντας… αέρα κοπανιστό

Η νέα δημοφιλής πρακτική στην οικονομική αλχημεία, ήτοι η χρήση των εταιρειών ειδικού σκοπού εξαγοράς, γνωστών και ως SPACs, αποκάλυψε το πραγματικό μεγαλείο της την τρέχουσα εβδομάδα, καθώς ανακοινώθηκε μια συμφωνία που έχει στόχο να αποφέρει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια μέσω της πώλησης απλώς και μόνο… αέρα κοπανιστού.

Των Antoine Gara, Katie Jennings και Eliza Haverstock

Την Δευτέρα το πρωί, η SPAC Lionheart Acquisition Corp. ΙΙ αποκάλυψε ότι έχει καταλήξει σε συμφωνία με την εταιρεία MSP Recovery -η οποία παρέχει υπηρεσίες ελέγχου και διεκδίκησης ιατρικών αξιώσεων για νοσήλια και εργαστηριακές εξετάσεις- να αποτελέσει το “όχημα” για την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο εξασφαλίζοντάς της την εντυπωσιακή αποτίμηση των 32,6 δισ. δολαρίων. Η SPAC αναφέρει ότι αποτιμά την αξία της MSP περίπου στις 10,5 φορές τα εκτιμώμενα έσοδά της το 2023.

Εάν η συμφωνία ολοκληρωθεί, και φυσικά η αγορά συμφωνήσει με την αποτίμηση της Lionheart, η αξία του ποσοστού 70% που εκτιμάται ότι κατέχει ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της MSP, John Ruiz, θα εκτιναχθεί πάνω από τα 20 δισ. δολάρια, ενώ το ποσοστό 24% που υπολογίζεται ότι κατέχει ο συνεργάτης του Frank Quesada θα φτάσει τα 7 δισ. δολάρια – τουλάχιστον στα χαρτιά.

Αντικείμενο της MSP είναι η αγορά αξιώσεων για νοσήλια και εργαστηριακές εξετάσεις και ο εντοπισμός εκείνων που καλύπτονται από τα κρατικά προγράμματα υγειονομικής περίθαλψης ενώ κατά τη γνώμη της εταιρείας υπεύθυνος να πληρώσει είναι στην πραγματικότητα κάποιος άλλος ασφαλιστικός φορέας, όπως για παράδειγμα μια ασφαλιστική εταιρεία οχημάτων ή ο φορέας εργασιακής ασφάλισης του χρήστη. Στη συνέχεια η MSP επιδιώκει να ανακτήσει το πλήρες ποσό -συνήθως υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του τι πλήρωσε το κράτος και του τι ζήτησε το σύστημα υγείας- καθώς και επιπρόσθετα ποσά σε ορισμένες περιπτώσεις.

Η εταιρεία αναφέρει ότι έχει δημιουργήσει μια μοναδική υποδομή μεγάλων δεδομένων (big data) και αναλύσεων (τύπου Moneyball) που της επιτρέπουν να σταχυολογήσει εκατομμύρια περιπτώσεις αξιώσεων νοσηλίων και εργαστηριακών εξετάσεων ώστε να βρει τις “πολυτιμότερες”. “Η κυβέρνηση καταλήγει να πληρώνει λογαριασμούς τους οποίους δεν θα έπρεπε, διότι δεν υπάρχει σύστημα που να προσδιορίζει ποιος είναι ο αρμόδιος να πληρώσει”, εξηγεί ο Ruiz στο Forbes. “Αυτήν την επανάσταση φέρνουμε εμείς στην Αμερική”, προσθέτει.

Η MSP βασίζεται στην παραδοχή ότι το 11% -ή περίπου 177 δισ. δολάρια- των 1,6 τρισ. δολαρίων που δαπανώνται ετησίως στο πλαίσιο των δημόσιων ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας Medicare (για τους άνω των 65 ετών και για ευπαθείς ομάδες πληθυσμού) και Medicaid (για νοικοκυριά και ιδιώτες με χαμηλό εισόδημα) αφορούν στην πραγματικότητα ατυχήματα, απάτες και κακοδιαχείριση, γεγονός που σημαίνει ότι κανονικά κάποιος άλλος θα έπρεπε να είχε πληρώσει τον λογαριασμό και όχι το κράτος.

Με άλλα λόγια ισχυρίζεται ότι τα κρατικά χρηματοδοτούμενα προγράμματα ασφάλισης -Medicare και Medicaid- καταλήγουν να καλύπτουν λογαριασμούς υγειονομικής περίθαλψης και εργαστηριακών εξετάσεων που θα έπρεπε να είχαν πληρώσει άλλες ασφαλιστικές εταιρείες. Για παράδειγμα, εάν ένα άτομο τραυματιστεί σε αυτοκινητιστικό ατύχημα ή κατά την διάρκεια της εργασίας του, και στις δύο περιπτώσεις η υγειονομική του περίθαλψη δεν θα πρέπει να βαρύνει το Medicare, καθώς στην μεν πρώτη περίπτωση θα πρέπει να πληρώσει η εταιρεία ασφάλισης του αυτοκινήτου και στη δεύτερη είτε ο φορέας εργασιακής ασφάλισης του ατόμου είτε ο εργοδότης του.

Η MSP σημειώνει ότι κατέχει λογαριασμούς αξιώσεων νοσηλίων και εργαστηριακών εξετάσεων ύψους σχεδόν 50 δισ. δολαρίων από πελάτες της, όπως γιατρούς, νοσοκομεία και ασφαλιστικές εταιρείες που συνεργάζονται με το ομοσπονδιακό πρόγραμμα ασφάλισης Medicare. Προβλέπει δε ότι το χαρτοφυλάκιο αυτό μπορεί να της αποφέρει 12πλάσια απόδοση από τις ανακτήσεις των ποσών των αξιώσεων συν τους τόκους και τα πρόστιμα. Σε μια παρουσίαση σε επενδυτές, η MSP άφησε να εννοηθεί ότι πιθανότατα μπορεί να ανακτήσει έως και 27 δισ. δολάρια από τις ανωτέρω αξιώσεις. “Ανακαλύπτοντας, ποσοτικοποιώντας και διευθετώντας το ποσό που πρέπει να πληρωθεί σε ευρεία κλίμακα, η MSP είναι σε θέσει να εξασφαλίσει σημαντικά ετήσια έσοδα από τις ανακτήσεις με υψηλά περιθώρια κέρδους”, αναφέρει η εταιρεία.

dolario

Στο σημείο αυτό όμως ξεκινούν τα δύσκολα. Διότι πρόκειται απλώς για προβλέψεις, ελπίδες και όνειρα. Η συμφωνία με τη SPAC στηρίζεται στις δελεαστικές εκτιμήσεις για την πιθανή αξία του χαρτοφυλακίου αξιώσεών της, ενώ όλη η οικονομική κατάσταση εσόδων-εξόδων της εταιρείας είναι υποθετική. Στην πραγματικότητα, η MSP θα έχει φέτος μηδενικά έσοδα, σύμφωνα με τις δικές της προβλέψεις.

Επί του παρόντος, η MSP έχει δικαιώματα επί ενός χαρτοφυλακίου αξιώσεων που, σύμφωνα με τον Ruiz, κοστίζει περίπου 1 δισ. δολάρια η απόκτησή του, συμπεριλαμβανομένου του κόστους ανάπτυξης της υποδομής δεδομένων που απαιτείται, καθώς και επιπλέον 1,4 δισ. δολάρια σε δεσμεύσεις από θεσμικούς επενδυτές για την απόκτηση πρόσθετων αξιώσεων. Η MSP σημειώνει ότι το καταβλητέο ποσό αυτών των δυνητικά ανακτήσιμων αξιώσεων, που σχετίζονται με ατυχήματα, αντιμονοπωλιακά ζητήματα ή ευθύνες λόγω ελαττωματικών προϊόντων, ανέρχεται σήμερα σε 20 δισ. δολάρια και θα αυξηθεί στα 49 δισ. δολάρια έως το 2026.

Εκτιμά δε ότι μπορεί να ανακτήσει το 51% της ονομαστικής αξίας αυτών των αξιώσεων έως το 2026, επιτυγχάνοντας ακαθάριστα έσοδα περίπου 24 δισ. δολαρίων. Επιπρόσθετα, εκτιμά ότι θα καταβάλει στους δικηγόρους που θα αναλάβουν την διεκδίκηση των αξιώσεων περισσότερα από 16 δισ. δολάρια για να επιτύχουν τις ανακτήσεις των ανωτέρω ποσών, επομένως το περιθώριο ανάκτησης θα ανέλθει περίπου στο 30% και θα αποφέρει 7,2 δισ. δολάρια καθαρά έσοδα στην MSP. Μετά την αφαίρεση των εξόδων και των φόρων, τα καθαρά κέρδη της έως το 2026 θα ανέλθουν στο ποσό των 5,2 δισ. δολαρίων.

Ποια είναι η MSP Recovery

H εταιρεία ιδρύθηκε το 2014 από τον Ruiz, δικηγόρο στην πόλη Coral Gables της Φλόριντα, ως εταιρεία δικαστικής διεκδίκησης ιατρικών αποζημιώσεων. Η δημιουργία της συνέπεσε με την συγκέντρωση κεφαλαίων από θεσμικούς επενδυτές προκειμένου να διεκδικήσουν ασύμμετρες νομικές αξιώσεις, μια βιομηχανία που πλέον ονομάζεται “χρηματοδότηση μέσω δικαστικών διαφορών”.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί πολλά ταμεία δικαστικών διαφορών ως τρόπος για την εξασφάλιση αποδόσεων που δεν σχετίζονται με τη χρηματιστηριακή αγορά (είχε μέση ετήσια απόδοση 15% την τελευταία δεκαετία). 

6QMafcDkKPbAAAAAElFTkSuQmCC

Ο Ruiz εστίασε σε έναν νόμο του 1980, που είναι γνωστός ως Medicare Secondary Payer Act (εξ ου και το όνομα MSP), τον οποίο ψήφισε το Κογκρέσο για να μεταφέρει μέρος του κόστους από την κυβέρνηση σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, σε ορισμένες περιπτώσεις.

Παρότι η κυβέρνηση δεν έχει τους πόρους για να διερευνήσει δισεκατομμύρια αξιώσεις και ενδίκως να επιλύσει ποιος είναι υπεύθυνος για την πληρωμή, ο Ruiz ανακάλυψε ένα παραθυράκι που επιτρέπει τον συνδυασμό της νομικής εμπειρογνωμοσύνης με αλγόριθμους ανάλυσης δεδομένων αξιώσεων νοσηλίων και εργαστηριακών εξετάσεων. “Κινούμαστε σε έναν χώρο σχεδόν ανεκμετάλλευτο”, σημειώνει. Το 2018, με οικονομική στήριξη 440 εκατ. δολαρίων από το hedge fund Virage Capital Management, η MSP άρχισε να συγκεντρώνει καταβεβλημένες αξιώσεις που πλέον ξεπερνούν τα 50 δισ. δολάρια έναντι ασφαλιστικών εταιρειών, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα 243 δισ. δολάρια.

Η διαδικασία

Το όλο μοντέλο λειτουργίας της εταιρείας στηρίζεται στο γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη ποσά που δεν έχουν καταβληθεί, ως απόρροια του κατακερματισμένου συστήματος πληρωμών υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης των ΗΠΑ. Η αλυσίδα ξεκινά από την τιμή που χρεώνει για μια υπηρεσία το νοσοκομείο, μέρος της οποίας όμως πληρώνει τελικά το κράτος. Με βάση το απλοποιημένο παράδειγμα της MSP, το νοσοκομείο πληρώνεται για την παροχή μιας υπηρεσίας από το πρόγραμμα Medicare με 100 δολάρια, παρότι το ίδιο την τιμολογεί 600 δολάρια. 

Η MSP αγοράζει τα δικαιώματα επί των αξιώσεων αυτών από τους παρόχους υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης ή συμφωνεί να τους εκπροσωπήσει έναντι του 50% των τυχόν εσόδων που θα ανακτήσει. Μια άλλη ομάδα πελατών της εταιρείας είναι οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που διαχειρίζονται το πρόγραμμα Medicare Advantage, το οποίο ενδέχεται να έχει πληρώσει αξιώσεις που θα έπρεπε να καταβάλει κάποια άλλη ασφαλιστική εταιρεία.

Στη συνέχεια, η MSP υποβάλει αγωγές εναντίον της άλλης ασφαλιστικής εταιρείας που θεωρεί ότι θα έπρεπε κανονικά να έχει πληρώσει -αντί του Medicare- και προσπαθεί να ανακτήσει το συνολικό ποσό που έχει τιμολογηθεί, ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και το διπλάσιο αυτού του ποσού. “Φανταστείτε ότι παρείχατε μια υπηρεσία και αντί να πληρωθείτε το ποσό που χρεώσατε, λάβατε μειωμένο ποσό επειδή πληρώνει η κυβέρνηση”, λέει ο Ruiz. “Δημιουργείται μια τεράστια τρύπα δισεκατομμυρίων”, προσθέτει.

Η αισιοδοξία του Ruiz πηγάζει από την εμπειρία του ως δικηγόρου που κέρδισε ομαδικές αγωγές κατά εταιρειών, όπως κατά της American Home Products για τα χάπια διατροφής Fen Phen και κατά της Merck Pharmaceuticals για το αντιφλεγμονώδες φάρμακό της Vioxx, αλλά και τις νίκες του έναντι των Bayer, Shell, Toyota και ConAgra Foods.

Ένα από τα πλεονεκτήματα, όπως λέει ο Ruiz, που υπάρχουν όταν η MSP αγοράζει δικαιώματα επί αξιώσεων, “είναι ότι γίνονται δικά μας για πάντα και δεν αίρονται. Κανείς δεν μπορεί να ακυρώσει τη σύμβασή μας”. Όπως στην περίπτωση που ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αγοράζει τις απαιτήσεις χρέους ενός άλλου μέρους, η MSP αποκτά το δικαίωμα να εισπράξει τις απαιτήσεις.

Η διεκδίκηση των αξιώσεων είναι το βασικό αντικείμενο της εταιρείας, ωστόσο ο Ruiz έχει κι άλλα σχέδια, όπως η παροχή ενός προϊόντος που θα βοηθά τους πελάτες να εντοπίζουν τον υπεύθυνο ασφαλιστή άμα τη εμφανίσει του ασθενή στον γιατρό, καθώς και μια υπηρεσία ελέγχου αξιώσεων.

Ωστόσο, η πρότερη εμπειρία στις δικαστικές αίθουσες δεν εγγυάται τις μελλοντικές επιτυχίες – ούτε εξασφαλίζει σταθερά έσοδα. Ενώ και η συμφωνία αυτή καθ’ εαυτή με την SPAC ενέχει κινδύνους.

Τον Αύγουστο του 2020, ο χορηγός της SPAC, Lionheart, εισήγαγε την εταιρεία ειδικού σκοπού εξαγοράς στην αγορά του Nasdaq, αντλώντας 230 εκατ. δολάρια σε μετρητά με στόχο να εξαγοράσει ποσοστό σε μια ιδιωτική εταιρεία την οποία μέσω συγχώνευσης θα βάλει στο χρηματιστήριο, έχοντας περιθώριο να το πράξει αυτό έως τον Φεβρουάριο του 2022.

Η SPAC έχει πλέον στη διάθεσή της μόλις επτά μήνες προκειμένου να επιτύχει μια συμφωνία, διαφορετικά θα πρέπει να επιστρέψει τα κεφάλαια που συγκέντρωσε. Η Lionheart εξαγοράσει ένα μικροσκοπικό ποσοστό 0,7% στην MSP. Οι επενδυτές της SPAC πρέπει πλέον να αποφασίσουν εάν τους αρέσει αυτή η συμφωνία και αν θα συμμετάσχουν στην συγχώνευση, ή εάν θα ζητήσουν τα χρήματά τους πίσω (σ.σ. έτσι λειτουργεί το καθεστώς των εταιρειών ειδικού σκοπού εξαγοράς). Ωστόσο, δεν παίζει σχεδόν κανέναν ρόλο εάν θα εγκρίνουν τη συμφωνία πολλοί ή λίγοι από τους μετόχους της SPAC, καθώς δεν απαιτείται ελάχιστο όριο έγκρισης για να προχωρήσει το deal (σ.σ. όσοι δεν εγκρίνουν τη συμφωνία, παίρνουν πίσω τα χρήματά τους και αποχωρούν).

Αυτό, όμως, που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι η Lionheart προσφέρει στους μετόχους που δεν θα εξαργυρώσουν τις μετοχές τους, 35 δικαιώματα προαίρεσης αγοράς ανά μετοχή (πολύ περισσότερα από ό,τι συνήθως), έως περίπου 1 δισεκατομμύριο δικαιώματα προαίρεσης αγοράς. Η δε MSP αναφέρει στα ψιλά γράμματα ότι η τιμή άσκησης των υφιστάμενων δικαιωμάτων μπορεί να μειωθεί “έως το χαμηλό του 0,0001 δολαρίου ανά μετοχή”, ένα προειδοποιητικό σημάδι ότι μπορεί να μην έχουν μεγάλη ζήτηση στη δευτερογενή αγορά. 

Τα δελεαστικά κίνητρα και οι σχεδόν ανύπαρκτοι στόχοι υποδηλώνουν ότι η Lionheart θέλει να επιτύχει συμφωνία με οποιοδήποτε κόστος. Εάν η Lionheart μπορέσει να ολοκληρώσει τη συμφωνία, τα στελέχη της θα γίνουν πλούσια. Ως χορηγός, η Lionheart πρόκειται να λάβει, ως είθισται, ένα γενναιόδωρο “promote” πακέτο μετοχών αξίας 64 εκατ. δολαρίων για την προσπάθειά της, καθώς και ένα καλό μερίδιο από τα σχεδόν ένα δισεκατομμύριο δικαιώματα προαίρεσης αγοράς.

Από την πλευρά του, ο Ruiz αμφισβητεί κατηγορηματικά την άποψη ότι η αποτίμηση των 32,6 δισ. δολαρίων της MSP είναι εξωπραγματικής, υποδηλώνοντας μάλιστα κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξής του ότι πρόκειται για “συντηρητικό μέγεθος” δεδομένου του ύψους των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης των ΗΠΑ το 2018, των 3,6 τρισ. δολαρίων. Καθώς το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης ξεπερνά τον πληθωρισμό, οι αξιώσεις για νοσήλια και εργαστηριακές εξετάσεις είναι ένα δώρο που θα συνεχίσει να αποφέρει. 

“Δεν πρόκειται για ένα σύνολο περιουσιακών στοιχείων που πωλήθηκαν ή διακανονίστηκαν και τελείωσε η ιστορία”, λέει. “Αυτά τα θέματα είναι αέναα από τη φύση τους, διότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να πηγαίνουν στα νοσοκομεία. Αυτή η δραστηριότητα συμπεριλαμβάνει όλους τους Αμερικανούς στις Ηνωμένες Πολιτείες που έχουν υγειονομική περίθαλψη”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *