
Το ρεκόρ του Σκλαβενίτη
Το νέο ρεκόρ τζίρου του ομίλου Σκλαβενίτης, με πωλήσεις 6,13 δισ. ευρώ το 2025, επιβεβαιώνει ότι η επιχείρηση που κάποτε θεωρήθηκε ο «διασώστης» της ελληνικής αγοράς σούπερ μάρκετ έχει εξελιχθεί στον απόλυτο κυρίαρχο του οργανωμένου λιανεμπορίου.
Πίσω από αυτή τη διαδρομή βρίσκεται ο Μάκης Σκλαβενίτης, ο άνθρωπος που επέλεξε να κινηθεί αθόρυβα, επενδύοντας στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη αντί για την επικοινωνία.
Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον Στέλιο Σκλαβενίτη, ένα επιχειρηματία με πολύ μυαλό και ακόμη περισσότερο ήθος, που έφυγε από τη ζωή πρόωρα το 2018.
Η καθοριστική στιγμή για τη γιγάντωση του ομίλου ήρθε το 2017, όταν ο Σκλαβενίτης ανέλαβε το δύσκολο εγχείρημα της διάσωσης του δικτύου της Μαρινόπουλος, μετά την αποχώρηση της Carrefour από την ελληνική αγορά και την κατάρρευση της άλλοτε μεγαλύτερης αλυσίδας της χώρας.
Πολλοί αμφισβήτησαν τότε αν μια οικογενειακή επιχείρηση μπορούσε να ενσωματώσει εκατοντάδες καταστήματα και δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους.
Ο Σκλαβενίτης απέδειξε ότι μπορούσε.
Θυμάμαι εκείνες τις δραματικές εβδομάδες στα τέλη του 2016 και αρχές του 2017, επί ΣΥΡΙΖΑ ήταν, όταν οι Σκλαβενίτηδες είχαν κληθεί στο Μαξίμου για να σώσουν την παρτίδα.
Θυμάμαι και τον μακαρίτη τον Φλαμπουράρη να προσπαθεί να βρει μια λύση και να πείσει την οικογένεια.
Ο πικρόχολος Βακάκης πήγε… κουβά
Αλλά θυμάμαι και τα πικρόχολα σχόλια του Τόλη Βακάκη ο οποίος σχολιάζοντας τότε το deal Σκλαβενίτη – Μαρινόπουλου το είχε χαρακτηρίσει «τη χειρότερη επιλογή», «λογικές ακροβασίες» κι ότι η οικογένεια Σκλαβενίτη «μάλλον πήρε λάθος χάπια».
Είχε πει επίσης ότι: «Κινήσεις όπως η διάσωση της Μαρινόπουλος επιταχύνουν το αποπληθωρισμό και την πίεση προς τα κάτω, γιατί η οικονομία θα πρέπει να λειτουργεί με όρους ελεύθερης αγοράς.
Στην πράξη επιδοτούνται νεκρές καταστάσεις, επιδοτείται δηλαδή η αύξηση δικτύων, σε μία περίοδο που τα μερίδια της αγοράς συρρικνώνονται και η τάση είναι προς τα κάτω.
Πριμοδοτούμε λοιπόν ημιθανείς καταστάσεις, χωρίς συνθήκες ελεύθερης οικονομίας.
Οι κινήσεις αυτές θα οδηγήσουν σε πόλεμο τιμών, άρα συγκράτηση των περιθωρίων κέρδους και τις επιχειρήσεις.
Οι κακές επιλογές επηρεάζουν όλη την αγορά – ακόμη και εμάς που δεν είμαστε στον ίδιο ακριβώς χώρο – έστω και αν βραχυπρόθεσμα αυτό βγει υπερ του καταναλωτή με συμπίεση – προσωρινά – των τιμών».
Δείτε τώρα που είναι ο Σκλαβενίτης και θα καταλάβετε ότι ο Τόλης πήγε… κουβά με τις προβλέψεις του.
Με σταθερές επενδύσεις, εκσυγχρονισμό των υποδομών, ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας και, κυρίως, με έμφαση στους ανθρώπους του, δημιούργησε έναν όμιλο που σήμερα απασχολεί περισσότερους από 42.000 εργαζομένους, αποτελώντας τον μεγαλύτερο ιδιώτη εργοδότη της χώρας.
Το επιχειρηματικό μοντέλο του βασίστηκε στη συνέπεια απέναντι σε εργαζόμενους, προμηθευτές και καταναλωτές, ενώ η κερδοφορία παρέμεινε συγκρατημένη, καθώς σημαντικό μέρος των εσόδων επιστρέφει σε επενδύσεις και ανάπτυξη.
Οι κινήσεις του κυρίου Μάκη στα ακίνητα
Στον κλάδο του λιανεμπορίου λένε ότι το καλύτερο κατάστημα είναι αυτό που σου ανήκει.
Οι κινήσεις του Μάκη Σκλαβενίτη δείχνουν ότι ο όμιλος συμμερίζεται αυτή τη λογική, επενδύοντας σταθερά στην απόκτηση ακινήτων όπου ήδη δραστηριοποιείται.
Βλέποντας τις ανανεώσεις εμπορικών μισθώσεων να γίνονται… αβάσταχτες και αρκετές αλυσίδες να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν καταστήματα λόγω των υψηλών απαιτήσεων των ιδιοκτητών, η ιδιοκτησία των βασικών σημείων του δικτύου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αξία.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις οικονομικές καταστάσεις του 2025 αποτυπώνεται περαιτέρω ενίσχυση του χαρτοφυλακίου ακινήτων του ομίλου, με τα ιδιόκτητα ενσώματα πάγια να αυξάνονται σε 1,25 δισ. ευρώ από 1,08 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ η εταιρεία προχώρησε και στην απόκτηση και απορρόφηση τριών εταιρειών με στόχο να αποκτήσει τα ακίνητα στα οποία ήδη στεγάζονταν καταστήματα του δικτύου της.
Όπως επενδύει στα ακίνητα, έτσι επενδύει και στους ανθρώπους του.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 2025 η μισθοδοσία του ομίλου ξεπέρασε τα 900 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές το συνολικό ποσό άγγιξε τα 1,16 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για ένα μέγεθος που αποτυπώνει το πραγματικό κόστος, αλλά και τη σημασία, της διατήρησης ενός δικτύου με περισσότερους από 42.000 εργαζόμενους.