H Σκωτία υποστέλλει τη βρετανική σημαία | Ώρα απόσχισης

H Σκωτία υποστέλλει τη βρετανική σημαία | Ώρα απόσχισης

Η τοπική κυβέρνηση της Σκωτίας κατεβάζει τη βρετανική σημαία από δημόσια κτήρια, αφήνει όμως την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Αντιδράσεις από το Λονδίνο.

Η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι η βρετανική σημαία θα κυματίζει καθημερινά στα κυβερνητικά κτήρια της Σκωτίας, παρά το Brexit. Η αμφιλεγόμενη απόφασή της πρωθυπουργού της Σκωτίας να κατεβάσει την βρετανική σημαία και ουσιαστικά να την αντικαταστήσει με τον καθημερινό κυματισμό της ευρωπαϊκής, έρχεται να επιβεβαιώσει και να εντείνει την ήδη τεταμένη σχέση μεταξύ των δυο βρετανικών εθνών. Η Νίκολα Στέρτζιον αποφάσισε η σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου να κυματίζει μόνο την 11η Νοεμβρίου, “Ημέρα Μνήμης” για την χώρα, και όχι καθημερινά, όπως ίσχυε μέχρι πριν λίγες ήμερες.

Στις 31 Ιανουαρίου του 2020 το Ηνωμένο Βασίλειο βγήκε και επίσημα από τους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έγινε υποστολή των ευρωπαϊκών σημαιών σε όλα τα κυβερνητικά κτήρια. Τότε είχε αποφασιστεί η ευρωπαϊκή σημαία να κυματίζει μόνο στις 9 Μαίου, στην “Ημέρα της Ευρώπης”. Έναν χρόνο μετά και ουσιαστικά στην αρχή της εφαρμογής του Brexit η Σκωτία δείχνει την επιθυμία της να παραμείνει στην ΕΕ, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις τόσο του βρετανικού τύπου, όσο και Βρετανών πολιτικών που κάνουν λόγο για “εμμονική” και “εθνικιστική” συμπεριφορά. Με χλευαστικό τρόπο ο Τζείμς Κλέβερλι, ένας από τους υπουργούς της κυβέρνησης Τζόνσον, σχολίασε την “ανικανότητα της Στέρτζον να ακούει την φωνή των πολιτών”.

Προάγγελος νέου δημοψηφίσματος;

Παρά τις αντιδράσεις που προκαλεί η απόφαση η κυβέρνηση της Σκωτίας επιμένει ότι η συμβολική αυτή κίνηση “αντικατοπτρίζει την θέληση του λαού να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση”. Άλλωστε για την Στέρτζον αποτελεί προεκλογική της δέσμευση να διεξάγει δεύτερο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της χώρας, έαν κερδίσει τις εκλογές του Μαίου, καθώς όπως υποστηρίζει το 2014, στο πρώτο δημοψήφισμα, δεν υπήρχε το δεδομένο του Brexit.

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις φαίνεται πως ο λαός της Σκωτίας τάσσεται οριακά υπέρ της ανεξαρτησίας, προετοιμάζοντας ένα εύφορο έδαφος για τα σχέδια της πρωθυπουργού, Νίκολα Στέρτζον.

Οι συνέπειες της πανδημίας

Στην Σκωτία, το Brexit ήταν ισχυρός καταλύτης για την επαναφορά στο προσκήνιο του θέματος της ανεξαρτησίας, που είχε διευθετηθεί μετά το δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση του 2014.

Οι συνέπειες της πανδημίας, η οποία έγινε αντικείμενο διαχείρισης σε τοπικό επίπεδο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενίσχυσε το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας. Η πρωθυπουργός της Σκωτίας Νίκολα Στέρτζον, υπέρμαχος της ανεξαρτησίας, επαινείται για την στέρεη διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού, απέναντι στην τσαπατσούλικη διαχείριση της κρίσης από τον Μπόρις Τζόνσον και την κυβέρνησή του και τροφοδοτεί τις επιθυμίες να κοπεί ο ομφάλιος λώρος.

«Οι περίοδοι χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης τείνουν να αυξήσουν την πολιτική πόλωση», έχει πει ο Τζον Σπρίνγκφορντ. «Προσθέστε το Brexit, μία συντηρητική κυβέρνηση πολύ αντιδημοφιλή και η υποστήριξη προς την ανεξαρτησία αυξάνεται περαιτέρω».

Η απόσχιση δεν είχε ποτέ τόσο ρεύμα, όπως δείχνουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις στην Σκωτία , στις οποίες το «ναι» στην ανεξαρτησία εξασφαλίζει το 58%, την ώρα που το «όχι» είχε νικήσει με 55% το 2014.

Η Νίκολα Στέρτζον εννοεί να κεφαλαιοποιήσει αυτήν την δημοφιλία για να κερδίσει τις τοπικές βουλευτικές εκλογές τον Μάιο του 2021 και να εντείνει την πίεση επί του Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος έχει κατηγορηματικά απορρίψει το ενδεχόμενο να επιτρέψει την διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος για τη ανεξαρτησία στη Σκωτία.

«Το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας ελπίζει ότι οι εκλογικές του επιδόσεις θα είναι ισχυρές και ότι θα είναι δύσκολο για τον βρετανό πρωθυπουργό να συνεχίσει να αρνείται», σύμφωνα με τον Νίκολα ΜακΓιούαν, καθηγητή Εδαφικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.

Τίποτε ωστόσο δεν επιτρέπει την πρόβλεψη ότι ο Μπόρις Τζόνσον θα δεχθεί τελικά την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησίας. Και μία ανεξάρτητη Σκωτία, ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως επιθυμεί, θα ήταν αναγκασμένη να εγκαταλείψει την στερλίνα και να υψώσει ένα τείχος με την Αγγλία, ένα σκληρό σύνορο για την διασφάλιση της ακεραιότητας της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

Ωστόσο, αυτά τα οικονομικά επιχειρήματα θα μπορούσαν να μην έχουν την αποτρεπτική αξία που είχαν το 2014. «Η Covid και το Brexit έχουν μειώσει την αξιοπιστία της οικονομικής ασφάλειας που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο», τονίζει ο Νίκολα ΜακΓιούαν.

agglia

Δημοψήφισμα στην Βόρεια Ιρλανδία

Στην απέναντι ακτή, το θέμα της επανένωσης της Ιρλανδίας επανέρχεται στο προσκήνιο, περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά το τέλος των “Troubles” που αιματοκύλισαν την βρετανική επαρχία της Βόρειας Ιρλανδίας.

Μέχρι την ειρηνευτική συμφωνία του 1998, καθολικοί, υποστηρικτές της επανένωσης και προτεστάντες, υποστηρικτές της παραμονής υπό το βρετανικό στέμμα, συγκρούσθηκαν με μεγάλη βιαιότητα (3.500 νεκροί σε τριάντα χρόνια).

Πολλοί είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν αρνητικά την επαναφορά του συνόρου που θα χωρίζει την Δημοκρατία της Ιρλανδίας, μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, από την βρετανική επαρχία, ακόμη και αν Ευρωπαίοι και Βρετανοί επιδιώκουν να καταστήσουν όσο το δυνατόν πιο αόρατο το σύνορο αυτό.

Το Φεβρουάριο, με το επιχείρημα ότι το Brexit άλλαξε τα δεδομένα, η ηγέτις του Σιν Φέιν Μέρι Λου ΜακΝτόναλντ, το κόμμα της οποίας κέρδισε την λαϊκή ψήφο στις εκλογές στην Βόρεια Ιρλανδία, έκανε την εκτίμηση ότι ένα δημοψήφισμα για την επανένωση του νησιού μπορεί να διεξαχθεί σε τρία έως πέντε χρόνια.

Ομως για το Δουβλίνο, βασικό μέλημα του οποίου είναι η ειρήνη, «το σενάριο καταστροφής θα ήταν η οριακή επικράτηση του “ναι” για την επανένωση, προκαλώντας βίαιη αντίδραση των προτεσταντών, ενωτικών», εκτιμά ο Τζον Σπρίνγκφορντ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *