
Η Ευρώπη πρόκειται να δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την άμυνα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, και μεγάλο μέρος των χρημάτων θα καταλήξει να αγοράζει λιγότερη ασφάλεια από ό,τι υπόσχονται οι αριθμοί. Ο λόγος δεν είναι η σπατάλη – με τη συνήθη έννοια. Είναι ότι η Ευρώπη προσπαθεί να οικοδομήσει κυρίαρχη αμυντική ικανότητα, ενώ αποκλείει δύο από τους προμηθευτές που θα μπορούσαν να την παρέχουν άμεσα: τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκ προθέσεως, και την Τουρκία, για πολιτικούς λόγους.
Ας ξεκινήσουμε από τα χρήματα. Το SAFE της ΕΕ είναι μια δανειακή διευκόλυνση ύψους 150 δισ. ευρώ, η οποία προστίθεται στους κρατικούς προϋπολογισμούς που αυξάνονται σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Το επιχείρημα προς τους ψηφοφόρους και τις αγορές είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία: να δαπανώνται τα χρήματα εντός της Ευρώπης, να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανική βάση, να μειωθεί η εξάρτηση από την Ουάσινγκτον. Το πρόβλημα είναι αριθμητικό. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις δυναμική πυροβολικού, αεράμυνας και drones μέσα σε τρία χρόνια, όταν τα εργοστάσιά σου, το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό σου και οι γραμμές παραγωγής σου έχουν παραμεληθεί επί τριάντα χρόνια.
Εδώ είναι που προκύπτει το χάσμα μεταξύ ανακοινώσεων και δυνατοτήτων. Η Ευρώπη έχει τις παραγγελίες και τα χρήματα. Αυτό που της λείπει είναι η ικανότητα να παράγει γρήγορα τα όπλα. Η Τουρκία μπορεί να το κάνει. Είναι ο 11ος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο, πέντε τουρκικές εταιρείες βρίσκονται στη λίστα των 100 κορυφαίων εταιρειών του 2025 του Defense News, και οι εξαγωγές της το 2024 έφτασαν το ποσό-ρεκόρ των 7,1 δισ. δολαρίων. Οι τουρκικές εταιρείες κατασκευάζουν βλήματα των 155 mm, σε μεγάλες ποσότητες και σε ανταγωνιστική τιμή. Παράγουν drones που κοστίζουν λίγα εκατομμύρια δολάρια, σε αντίθεση με τα ακριβά μη επανδρωμένα αεροσκάφη στα οποία ειδικεύονται οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κορυφαίες εταιρείες.
Οι αμυντικές προμήθειες, ωστόσο, σπάνια αποτελούν μια αγορά που βασίζεται στην αποδοτικότητα, και η Ευρώπη θα το επιβεβαιώσει ξανά. Η Γαλλία έχει ασκήσει πιέσεις για να διατηρηθεί το SAFE εντός του “μπλοκ” και να εμποδιστεί η χρήση του για τουρκικά όπλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για την Ουκρανία· η Γερμανία έχει υποστηρίξει το αντίθετο. Ο μηχανισμός έχει σημασία. Το SAFE αποτελεί δάνειο προς τα κράτη-μέλη, και τα μη μέλη μπορούν να συμμετάσχουν στις κοινές προμήθειές του μόνο μέσω μιας Εταιρικής Σχέσης Ασφάλειας και Άμυνας με την ΕΕ. Η Βρετανία έχει τέτοια εταιρική σχέση με την ΕΕ. Η Τουρκία όχι, οπότε μένει εκτός, ενώ το πλαφόν του 35% για εξοπλισμό από χώρες εκτός ΕΕ περιορίζει τα τουρκικά υποσυστήματα σε δευτερεύοντα ρόλο. Η λογική της Γαλλίας είναι γνωστή σε όποιον έχει παρακολουθήσει το Πεντάγωνο: οι Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες “Buy American”, και κάθε κυβέρνηση επιθυμεί οι θέσεις εργασίας και η βιομηχανική βάση να δημιουργούνται στο κράτος της. Δεν είναι παράλογο. Είναι δαπανηρό, και όταν γίνεται βιαστικά μπορεί να αποβεί αυτοκαταστροφικό, επειδή οι παραγγελίες δεν μπορούν να εκτελεστούν εντός του χρονοδιαγράμματος που απαιτείται για να αντιμετωπιστεί -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις- η απειλή.
Πού πηγαίνουν λοιπόν τα χρήματα για την άμυνα; Δύο ροές είναι ήδη εμφανείς.
Η πρώτη ροή περνά στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Παρά τις συζητήσεις για αυτονομία, οι ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζουν να στρέφονται προς τις αμερικανικές πλατφόρμες όταν χρειάζονται άμεσα μεγαλύτερες δυνατότητες, και η αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ έχει κάθε συμφέρον να κρατήσει αυτή την πόρτα ανοιχτή. Σημαντικό μέρος των “ευρωπαϊκών” αμυντικών δαπανών θα καταλήξει σε διατλαντικές προμήθειες, με τη ρητορική περί κυριαρχίας και τις παραγγελίες να δείχνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Πού σταματά η ανταλλαγή τεχνολογίας
Η δεύτερη ροή παρακάμπτει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και κατευθύνεται προς την Τουρκία, μέσω της “πίσω πόρτας” των διμερών συμφωνιών. Η Γερμανία ανέστειλε την πώληση αεροσκαφών Eurofighter στην Τουρκία μετά τη σύλληψη του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης στις αρχές του 2025, αλλά στη συνέχεια υπαναχώρησε με πρωτοβουλία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς· μια σύμβαση υπό την ηγεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για 20 νέα αεροσκάφη Typhoon, αξίας έως και 10,7 δισ. δολαρίων, υπογράφηκε τον Οκτώβριο του 2025, και ακολούθησε μια συμφωνία για εκπαίδευση και υποστήριξη τον Μάρτιο του 2026. Η Τουρκία εντάχθηκε στην πρωτοβουλία αεράμυνας “European Sky Shield” υπό τη γερμανική ηγεσία. Η τουρκική εταιρεία Repkon κατασκευάζει εργοστάσιο παραγωγής βλημάτων 155 mm στη Γερμανία. Η Baykar αγόρασε την ιταλική Piaggio Aerospace και συνεργάστηκε με την ιταλική Leonardo· η τουρκική βιομηχανία κέρδισε την προσφορά της Leonardo για την πώληση 30 εκπαιδευτικών αεροσκαφών στην Ισπανία· η Πολωνία και η Ρουμανία χρησιμοποιούν ήδη τουρκικά drones. Τίποτα από όλα αυτά δεν περνά μέσω του SAFE. Το παρακάμπτουν.
Όταν η φθηνότερη και ταχύτερη παραγωγική ικανότητα αποκλείεται επίσημα από τα κρατικά ταμεία, αλλά εξασφαλίζεται διακριτικά μέσω διακρατικών συμφωνιών, δεν χτίζεται αυτονομία. Χτίζεται μια πιο περίπλοκη εξάρτηση και ας βαφτίζεται ανεξαρτησία. Τα τουρκικά εξαρτήματα θα περιλαμβάνονται ούτως ή άλλως στα ευρωπαϊκά συστήματα. Ουσιαστικά το μόνο ζήτημα για το οποίο αποφασίζει το SAFE είναι αν η Ευρώπη θα πληρώσει επιπλέον και αν θα μείνει περισσότερο στην αναμονή για να προσποιείται το αντίθετο.
Το Βερολίνο αντιμετώπιζε την Τουρκία με μεγαλύτερη αυστηρότητα από ό,τι πολλά κράτη εκτός ΝΑΤΟ μέχρι τα τέλη του 2024, και στη συνέχεια έκανε στροφή 180 μοιρών: άδειες εξαγωγής, το Eurofighter, δημόσια υποστήριξη για την πρόσβαση της Τουρκίας στο SAFE. Ο Γκούντερ Ζόιφερτ, αναλυτής και πρώην επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Σπουδών για την Τουρκία στο Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας στο Βερολίνο, κάνει λόγο για “μια πολύ σημαντική στροφή, η οποία συνέβη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα”, προσθέτοντας ότι “δεν γίνεται πλήρως αποδεκτή από μεγάλα τμήματα της γερμανικής κοινωνίας”. Μια πολιτική που αλλάζει τόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί.
Υπάρχει και ένας παράγοντας που σχεδόν κανείς δεν λαμβάνει υπόψη: το Ισραήλ. Η Γερμανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων του Ισραήλ, καλύπτοντας περίπου το ένα τρίτο των εισαγωγών του, ενώ το Ισραήλ είναι με τη σειρά του ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής της Γερμανίας, με ποσοστό περίπου 13%, σύμφωνα με τα στοιχεία για την περίοδο 2020-2024 που παραθέτει ο Ζόιφερτ. Η σχέση αυτή έχει ενισχυθεί από τότε: το ισραηλινό σύστημα Arrow 3, αξίας 4,6 δισ. δολαρίων, το οποίο παραδόθηκε στη γερμανική πολεμική αεροπορία τον Δεκέμβριο του 2025, αύξησε περαιτέρω το μερίδιο του Ισραήλ στις γερμανικές εισαγωγές όπλων. Τα δύο κράτη έχουν συνάψει, όπως λέει ο Ζόιφερτ, συμφωνίες που ξεπερνούν “κατά πολύ τις κλασικές εξαγωγές και εισαγωγές”, με “μακροπρόθεσμη παραγωγή και ανταλλαγή τεχνολογίας, ειδικά στον τομέα των υποβρυχίων και της αεροπορικής και πυραυλικής άμυνας”. Το ανοιχτό ερώτημα, σημειώνει, είναι “πώς αυτή η στενή συνεργασία με το Ισραήλ θα επηρεάσει τη γερμανο-τουρκική βιομηχανική συνεργασία, η οποία πάντα αγγίζει πολύ ευαίσθητα ζητήματα, με κύριο το θέμα της ανταλλαγής τεχνολογίας”. Αυτός ο περιορισμός λειτουργεί πλέον στο πλαίσιο της ευρύτερης περιφερειακής αναδιάταξης μετά την κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή. Για έναν διαχειριστή κεφαλαίων, αυτό είναι το ζητούμενο. Μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας μπορεί να καθυστερήσει όχι μόνο λόγω της συμπεριφοράς της Άγκυρας, αλλά και λόγω άλλων δεσμεύσεων του Βερολίνου, και η αξία αυτών των συνεργασιών έγκειται ακριβώς στην τεχνολογία που είναι πιο δύσκολο να “μοιραστεί”.
Για όσους διαθέτουν κεφάλαια στο πλαίσιο αυτού του επανεξοπλισμού, προκύπτουν τρία ζητήματα. Πρώτον, οι καθιερωμένες εταιρείες που φαίνονται ως σίγουροι νικητές μιας κλειστής ευρωπαϊκής αγοράς έρχονται αντιμέτωπες με την πραγματικότητα της παραγωγικής ικανότητας. Οι παραγγελίες τις οποίες δεν μπορούν να υλοποιήσουν εγκαίρως ανακατευθύνονται, ανατίθενται σε υπεργολάβους ή διακριτικά σε εξωτερικούς προμηθευτές. Δεύτερον, ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των ευρωπαϊκών κύριων αναδόχων και των τουρκικών υπεργολάβων είναι η ιστορία της διαρθρωτικής ανάπτυξης, όχι τα πολιτικά πρωτοσέλιδα· εκεί είναι που παράγεται στην πραγματικότητα ο όγκος των βλημάτων 155 mm και των drones. Τρίτον, ο πολιτικός κίνδυνος λειτουργεί αμφίδρομα: η ίδια η συμπεριφορά της Τουρκίας, οι S-400, η οπισθοδρόμηση στο κράτος δικαίου, η συμφωνία για το Eurofighter που πάει και έρχεται, μπορούν να παγώσουν μια σύμβαση από τη μια μέρα στην άλλη, και όπως δείχνουν οι στενοί αμυντικοί δεσμοί της Γερμανίας με το Ισραήλ, οι άλλες συμμαχίες μιας κυβέρνησης-εταίρου μπορούν να κάνουν το ίδιο, οπότε η έκθεση στον κίνδυνο είναι πραγματική ακόμη και όταν η βιομηχανική λογική είναι ορθή.
Η ενίσχυση της άμυνας της Ευρώπης είναι απαραίτητη, και η απειλή που την ωθεί σε αυτό είναι αρκετά ρεαλιστική. Όμως, το χάσμα μεταξύ της κυριαρχίας που πωλείται και της εξάρτησης που δημιουργείται θα καθορίσει ποια από αυτά τα προγράμματα θα αποδώσουν και ποια θα καταστούν δαπανηρά μνημεία της πολιτικής των προμηθειών. Το χρήμα κινείται. Η αμυντική ικανότητα θα ακολουθήσει μόνο όπου η πολιτική επιτρέπει στην εφοδιαστική αλυσίδα να λειτουργήσει. Αυτοί είναι οι αριθμοί που πρέπει να παρακολουθούμε, και όχι των προϋπολογισμών.
