Νίκος Καββαδίας | Ο «ποιητής της θάλασσας» | Ο «ποιητής των ναυτικών»

kavvadias

στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, ο Νίκος Καββαδίας φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 65 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πλούσια εργογραφία γεμάτη μακρινά ταξίδια, εξωτικές τοποθεσίες, όμορφες γυναίκες, ναυτικές εργασίες, μοναξιά, πόθο, νοσταλγία, θάνατο, αγάπη και πολλή αλμύρα. Μα, κυρίως, ελευθερία.

Κείμενο Παναγιώτα Κλεάνθους

Στα 47 χρόνια που μεσολάβησαν, ο Νίκος Καββαδίας έλαβε πολλούς χαρακτηρισμούς, με τον «ποιητή της θάλασσας» και τον «ποιητή των ναυτικών» να επικρατούν. Πρόκειται για ένα προσωνύμιο που ναι μεν ταιριάζει στον ποιητή λόγω της θεματολογίας του και επειδή μέσω του έργου του υπήρξε απόλυτος εκπρόσωπος της ναυτικής ζωής, αλλά είναι πολύ φτωχό για να περικλείσει το μεγαλείο της τέχνης και της λογοτεχνικής δεινότητάς του, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την προσωπικότητά του.

Έχοντας ως καμβά το απέραντο μπλε της θάλασσας και ως πινέλα τους ναυτικούς όρους, ο Νίκος Καββαδίας δημιούργησε ένα σύμπαν ολόκληρο, πολύ πιο μεγάλο και πιο βαθύ από το προφανές. Σκαλίζοντας τα στιχάκια του και αναμοχλεύοντας τις ενδιαφέρουσες, άλλοτε μυθοπλαστικές και άλλοτε βιωματικές ιστορίες του, θα βρούμε τον ίδιο τον άνθρωπο.

Μια ποίηση καθαρά ανθρωποκεντρική, δοσμένη μέσα από το πρίσμα της σκληρής ζωής στα καράβια και ταυτόχρονα διανθισμένη με την ευαισθησία, την ντροπαλότητα και την συστολή του ποιητή. “Βρώμικη” μα και ρομαντική, άγρια μα και ήρεμη, όπως ακριβώς η θάλασσα που τόσο αγάπησε.

Η ποίησή του, λοιπόν, περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από άγρια κύματα και πλώρες καραβιών, έχει ως κύριο θέμα της την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξ ου και τόσες δεκαετίες μετά τον θάνατό του, ο Νίκος Καββαδίας εξακολουθεί, όχι μόνο να συναρπάζει, αλλά και να συγκινεί, να αγγίζει τις βαθύτερες χορδές μας, να μας παρασέρνει και να μας δημιουργεί εκ νέου, κάθε φορά, τη λαχτάρα για φυγή, για ελευθερία, για ταξίδια αέναα.

Η ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι ένας διαχρονικός κώδικας ελευθερίας
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΗΣ ΕΡΤ «Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ» | ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΡΤ

Γιατί ο Καββαδίας συνεχίζει να συγκινεί;

Η διαχρονικότητα της ποίησης του Νίκου Καββαδία στηρίζεται σε αρκετούς παράγοντες, με τις μελοποιήσεις των ποιημάτων του να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους. Αρκετοί ήταν οι συνθέτες και οι καλλιτέχνες που “έντυσαν” τους στίχους του με μουσική, αλλά το έργο του Θάνου Μικρούτσικου συνετέλεσε στο να φτάσουν οι λέξεις του ποιητή σε όλα τα στόματα, όλων των ηλικιών και όλων των τάξεων.

Ο γνωστός στιχουργός και συγγραφέας Οδυσσέας Ιωάννου, που υπήρξε για χρόνια συνεργάτης του αείμνηστου μουσικοσυνθέτη και αποτελεί έναν από τους καλύτερους και πιο ευαίσθητους γραφιάδες της γενιάς του, θεωρεί πως ένας από τους λόγους που ο Νίκος Καββαδίας αγαπήθηκε, ήταν οι μελοποιήσεις του.

ioannou
“Ο Καββαδίας άνοιξε τις προοπτικές μας, πολλαπλασίασε τα ενδεχόμενα της ζωής μας και μέσα από ένα αυστηρά ρεαλιστικό περιβάλλον, δημιούργησε μαγεία”. Οδυσσέας Ιωάννου ΠΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι θεωρούμε πως είμαστε μια χώρα ποιητών, που έχουμε τα δύο Νόμπελ, τα δύο Λένιν και όλα αυτά,, 8 στους 10 Έλληνες τα ποιήματα που ξέρουν είναι τα μελοποιημένα, αν τα τραγούδησαν. Δεν είμαστε ένας λαός που διαβάζει ποίηση, δυστυχώς. Ξέρουμε πολλή ποίηση, αλλά ξέρουμε την μελοποιημένη. Γιατί υπάρχει πάρα πολλή μελοποιημένη ποίηση στην Ελλάδα, ευτυχώς, και ξέρουμε πάρα πολλά ποιήματα λόγω αυτού. Αν τα τραγούδια, κυρίως, του Θάνου Μικρούτσικου, ήταν κακές μελοποιήσεις, ήταν κακά τραγούδια, δεν θα τα παίρναμε τόσο σοβαρά.

Ο Καββαδίας πέρασε, γιατί γράφτηκαν πολύ ωραία τραγούδια. Κατ’ αρχήν, ο κώδικας του τραγουδιού, η ομορφιά του, είναι να είναι το τραγούδι πάρα πολύ ωραίο. Αυτό είναι που μας τραβάει. Εφόσον μελοποιήθηκε με υπέροχο τρόπο, κράτησε», αναφέρει σχετικά στο The Magazine.

Ο ίδιος εξηγεί πως η μελοποίηση ποιημάτων και σπουδαίων ή ελασσόνων ποιητών, ήταν αποκλειστικό προνόμιο του έντεχνου. Δηλαδή, παλαιότερα μελοποιούσαν μόνο έντεχνοι, με έναν τρόπο λαϊκό ή έντεχνο. Έτσι, όταν ο Μικρούτσικος το 1979 έκανε το “Μαχαίρι” και τον “Γουίλυ”, ήταν από τις πρώτες φορές που μελοποιήθηκε ελληνική ποίηση με ροκ ήχο, με αποτέλεσμα αυτό να εξιτάρει τους νέους και όχι μόνο, οι οποίοι κατάλαβαν πως κάτι διαφορετικό συμβαίνει εδώ.

«Όλοι εμείς οι πιτσιρικάδες που ακούγαμε ξένη μουσική και ροκ, όταν ακούσαμε αυτά τα ποιήματα – ειδικά τον “Σταυρό του Νότου” και τα δύο τραγούδια που είπε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, αλλά και τις υπόλοιπες μελωδίες όπως του Γιάννη Κούτρα – αυτό μας αναστάτωσε. Θυμάμαι ακόμη την αναστάτωση που ένιωσα ότι 13-14 χρονών άκουσα πρώτη φορά από κασέτα τον “Σταυρό του Νότου”, σκέφτηκα ότι, ξέρεις, μπορεί να υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο με ελληνικό λόγο, μπορεί να υπάρχει ηλεκτρική μουσική με ελληνικό λόγο».

Για μένα ο Καββαδίας είναι ένας κώδικας ελευθερίας. Αυτό, δηλαδή, που έλεγε πολύ σωστά ο Μικρούτσικος, ότι δεν είναι απλά ο “ποιητής της θάλασσας”, είναι “ο ποιητής του ανέφικτου”

Καθώς συνεχίζει να ξεδιπλώνει τις μνήμες του, ο Οδυσσέας Ιωάννου θυμάται πως όταν πριν από μερικά χρόνια κυκλοφόρησε από τη Lyra μια κασετίνα του Θάνου Μικρούτσικου που είχε μέσα όλους τους δίσκους που είχε βγάλει με την εταιρεία, του είχε ζητήσει να γράψω εκείνος το κείμενο που θα συνοδεύει τον “Σταυρό του Νότου”. Τότε, είχε γράψει κάτι που το πιστεύει απόλυτα. «Έγραψα ότι, όταν ήμασταν πιτσιρικάδες και ακούγαμε κάποια καλά τραγούδια, αυτό μας έσπρωχνε στα όργανα. Δηλαδή, μας έσπρωχνε στο να πάμε να μάθουμε ένα μουσικό όργανο και να φτιάξουμε ένα γκρουπ και να παίζουμε κι εμείς τραγούδια.

Όταν, όμως, ακούσαμε τον “Σταυρό του Νότου”, εγώ και η παρέα μου, αντί να μας σπρώξει να γίνουμε μουσικοί, μας έσπρωξε να πάμε στην Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Δηλαδή, μας κινητοποίησε εντελώς διαφορετικά, από ότι μας κινητοποιούσαν τα άλλα καλά τραγούδια. Κι αυτό γιατί εισπράξαμε, χωρίς να το έχουμε αποκωδικοποιήσει στην ηλικία εκείνη, ότι εδώ μιλάμε για έναν κώδικα ελευθερίας. Για μένα ο Καββαδίας είναι ένας κώδικας ελευθερίας. Αυτό, δηλαδή, που έλεγε πολύ σωστά ο Μικρούτσικος, ότι δεν είναι απλά ο “ποιητής της θάλασσας”, όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, είναι “ο ποιητής του ανέφικτου”».

Εξηγώντας το παραπάνω και το γιατί το γιατί τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία εξακολουθούν να μας αγγίζουν μέχρι σήμερα μέσα από τα νοήματα που αποπνέουν, παρά την ναυτική και δύσκολη – κάποιες φορές – γλώσσα του, ο Οδυσσέας Ιωάννου τονίζει:

«Ο Καββαδίας, κατά μία έννοια, νομίζω ότι άνοιξε τις προοπτικές μας, πολλαπλασίασε τα ενδεχόμενα της ζωής μας και μέσα από ένα αυστηρά ρεαλιστικό περιβάλλον που ήταν το “θάλασσα – λιμάνι” δημιούργησε μαγεία, δημιούργησε όνειρο, προοπτική και δημιούργησε αυτή την τάση και την ροπή του ανθρώπου να κυνηγάει το ανέφικτο.

Ο λόγος που γοητεύει ακόμη τους νέους είναι αυτό. Γιατί το αίτημα της ελευθερίας, είναι ένα αίτημα διαρκές για ένα νέο άνθρωπο. Και ακόμα και οι λέξεις που δεν ξέραμε και δεν καταλαβαίναμε, στα αφτιά μας ακούγονταν τρομερά γοητευτικές. Άγνωστες; Άγνωστες. Δεν πειράζει. Αυτό που ακούμε ως σύνολο, είναι γοητευτικό».

Ο Καββαδίας άνοιξε τις προοπτικές μας, πολλαπλασίασε τα ενδεχόμενα της ζωής μας. Ο λόγος που γοητεύει ακόμη τους νέους είναι γιατί το αίτημα της ελευθερίας, είναι ένα αίτημα διαρκές

«Οπότε μπορούμε να συνυπολογίσουμε αυτά τα δύο σημαντικά. Πρώτα, τις σπουδαίες μελοποιήσεις από τον Μικρούτσικο, από την Κωχ, από τον Ζερβουδάκη, από τον Σπανό, από τους Ξέμπαρκους. Είχαμε την τύχη πολύ καλοί μουσικοί να έρθουν σε επαφή με κάποια σημαντικά κείμενα.

Και έπειτα, που είναι ακόμη πιο σημαντικό για μένα, το ότι δημιούργησε ένα μαγικό κόσμο που μας ανοίγει προοπτικές και έχουμε κάποια ποιήματα που μας οδηγούν να κυνηγήσουμε το ανέφικτο, αυτό που δεν μπορούμε ίσως. Ότι μας ανοίγει ένα καινούργιο δρόμο. Δηλαδή, να βγούμε λίγο έξω από την περίμετρό μας. Αυτό έκανε ο Καββαδίας, σπάει την περίμετρό μας και σου λέει “έξω από αυτό υπάρχει και κάτι άλλο, κυνήγησέ το”», καταλήγει ο Οδυσσέας Ιωάννου.

Τον καταλαβαίνουμε καλύτερα σήμερα;

Ο Νίκος Καββαδίας και η ποίησή του διαθέτουν πολλές πτυχές, που δεν έχουν μονάχα μια ανάγνωση. Εκτός από τις ποιητικές συλλογές και τα πεζογραφήματα που έγραψε, αξίζει κανείς να μελετήσει όλο το χωροχρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έζησε και εκφράστηκε, καθώς και τις αναφορές τις οποίες συναντάμε στο έργο του.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίησή του, αυτή είναι η διακειμενικότητα, δηλαδή το σύνολο των σχέσεων που βρίσκει ο αναγνώστης ενός λογοτεχνικού κειμένου ανάμεσα σ’ αυτό και σε άλλα κείμενα. Μπαίνοντας στη διαδικασία αυτή, θα του ανοίξουν νέοι δρόμοι στο πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον ποιητή, αλλά και στο πώς αντιλαμβανόταν ο ποιητής τον κόσμο. Άλλωστε, όπως γράφει ο δημοσιογράφος και μελετητής Μιχάλης Γελασάκης στην εισαγωγή του βιβλίου του «Νίκος Καββαδίας – Ο αρμενιστής ποιητής» (Εκδόσεις Άγρα):

gelasakis
“Ο Καββαδίας διεγείρει τις αισθήσεις και τη φαντασία. Συγκινεί και παράλληλα σου μεταγγίζει τη γοητεία της εξερεύνησης”. Μιχάλης Γελασάκης CHRISTOS TOLIS

«Για να μελετήσει όμως κανείς τον Καββαδία, πέρα από την επιφάνεια της θάλασσας, θα πρέπει να καταβυθιστεί σε ένα σύμπαν τόσο εξωτικό όσο και μοναχικό. Σε έναν ωκεανό με όλες τις δυνατές καιρικές συνθήκες και μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Η μελέτη του Καββαδία συνεπάγεται έναν κόσμο βιβλιογραφικό με πολυποίκιλη ανθρωπογεωγραφία, βγαλμένη από τους βυθούς του Ιουλίου Βερν.

Η επίσκεψη στον καββαδιακό αστερισμό φανερώνει πράγματα καινούργια. Συναρπαστικές καρτ ποστάλ μιας υδρόγειας περιπλάνησης και ενάλιους θησαυρούς. Το έργο, η αλληλογραφία και οι συνεντεύξεις του γεμάτα αναφορές σε ζωγράφους, βιβλία, κακόφημους δρόμους, γυναίκες, ναυτικούς, άγνωστες τοποθεσίες, γεγονότα…

Παρότι το καράβι, το λιμάνι και ο γύρω από αυτά κόσμος είναι το βασικό αφηγηματικό του τερραίν, το σχήμα της αφήγησής του είναι πολυγωνικό. Σε κάθε κώχη, ένας απαρατήρητος από τον κόσμο ήρωας ή ένας ιδιόρρυθμος κομπάρσος. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και στο μύθο συχνά θολή».

Ο Καββαδίας διεγείρει τις αισθήσεις και τη φαντασία. Συγκινεί και παράλληλα σου μεταγγίζει τη γοητεία της εξερεύνησης

Μιλώντας στο The Magazine και δίνοντας την δική του εκδοχή στους λόγους που τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία άντεξαν στον χρόνο, ο Μιχάλης Γελασάκης αναφέρει σχετικά: «Πρώτα απ’ όλα τα ίδια τα ποιήματα. Αν κάτι δεν είναι καλό δεν μένει, δεν το προτείνεις, όσο και να στο “διαφημίσουν”, δεν θα αντέξει. Ο Καββαδίας διεγείρει τις αισθήσεις και τη φαντασία. Συγκινεί και παράλληλα σου μεταγγίζει τη γοητεία της εξερεύνησης.

Σημαντικό ρόλο θεωρώ έπαιξε η μυθολογία που δημιουργήθηκε γύρω από την προσωπικότητα και τη ζωή του (κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει και με τον Καρυωτάκη;). Ασυρματιστής με βαθιά μόρφωση, λιμάνια, ταξίδια, αντισυμβατικότητα, ουσιαστική επαφή με τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο και πολλές ιστορίες που ο καθένας ξέρει από μία. Άσχετο αν τελικά ισχύουν ή όχι. Το ενδιαφέρον είναι φίλος με τη μυθολογία.

Σημαντικότατο ρόλο έπαιξαν επίσης οι αδιάλειπτες εκδόσεις των ποιημάτων του και η εκδοτική φροντίδα αυτών για τουλάχιστον πέντε δεκαετίες, οι αρκετές και σημαντικές μελέτες και έρευνες για το έργο του που τακτικά αναθερμαίνουν το ενδιαφέρον και φυσικά η μελοποίηση τους. Προφανώς θα υπάρχουν και πολλοί άλλοι λόγοι».

Την ίδια στιγμή, θα μπορούσαμε να πούμε πως μετά από το βιβλίο «Ο αρμενιστής ποιητής» – όπου μάθαμε πολλά άγνωστα πράγματα για τη ζωή του και τον γνωρίσαμε καλύτερα – αλλά και μετά τον θάνατο του Θάνου Μικρούτσικου, ο οποίος ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το όνομα ποιητή, φαίνεται πως ο Νίκος Καββαδίας ζει μια δεύτερη ζωή, έχοντας μεγάλη απήχηση στους νέους. Σαν να έχει έρθει πιο κοντά μας, σαν να τον καταλαβαίνουμε περισσότερο, σαν να μην μας φαίνεται ότι μιλάει για πράγματα άπιαστα και εξωτικά.

Σε συνδυασμό και με την ευρεία χρήση του διαδικτύου και την ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό, πλέον μπορούμε να έχουμε εικόνες για πολλά από τα πράγματα και τις καταστάσεις που εξιστόρησε στα ποιήματά του. Εύλογα, λοιπόν, γεννάται το ερώτημα, μήπως τώρα η εποχή μάς κάνει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τον Νίκο Καββαδία.

Ίσως σήμερα να μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τον Καββαδία, όχι γιατί βρήκαμε πού είναι το Bay of Biscay, αλλά γιατί δεν τον αντιμετωπίζουμε ως έναν βιοπαλαιστή ναυτικό που έγραφε για τη ζωή της συντεχνίας του

Απαντώντας στον προβληματισμό αυτό, ο Μιχάλης Γελασάκης αναφέρει: «Έχει ζήσει τόσες ζωές ο Καββαδίας που δε νομίζω ότι βρίσκεται στη δεύτερη… Θα περίμενε κανείς ότι με τη δυνατότητα που έχουμε σήμερα να βρούμε εύκολα και γρήγορα πού είναι το τάδε μέρος και να το δούμε, έναν πίνακα που αναφέρει, τι είναι η Φάτα Μοργκάνα, τι σημαίνει Αρμίδα, ναυαγιστές κλπ, θα ξεθώριαζαν τα χρώματα του έργου του. Αντιθέτως!

Όσο περισσότερο ανακαλύπτουμε μικρές λεπτομέρειες, τόσο περισσότερο θέλουμε να μάθουμε κι άλλες. Όταν κάτι είναι βαθύ κι αληθινό, όση μικροβιολογική ανάλυση και να κάνεις, δεν χάνει ούτε το βάθος ούτε την αλήθεια, ούτε τη μαγεία του. Παρόλα αυτά, σήμερα ίσως ναι, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τον Καββαδία.

Όχι, όμως, γιατί βρήκαμε πού είναι το Φερνάντο Πο, το Bay of Biscay ή τα Cocos Islands, αλλά γιατί δεν τον αντιμετωπίζουμε ως έναν βιοπαλαιστή ναυτικό που έγραφε για τη ζωή της συντεχνίας του ή γιατί το έργο του δεν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια συντηρητική ηθικολογία, αν και τελευταία φοβάμαι πως θα υπήρχε κίνδυνος να χαρακτηριστεί ως άσεμνος και βλάσφημος. Οι καιροί αλλάζουν, όχι πάντα προς το καλύτερο».

Το εξώφυλλο του βιβλίου
Το εξώφυλλο του βιβλίου “Νίκος Καββαδίας – Ο αρμενιστής ποιητής” του Μιχάλη Γελασάκη

Το σίγουρο, πάντως, είναι πως ο Νίκος Καββαδίας συνεχίζει ακόμη και 47 χρόνια μετά τον θάνατό του να συγκινεί τόσο του νέους όσο και τους μεγαλύτερους, ενώ παραμένει, μαζί με όλους τους άλλους χαρακτηρισμούς, ο «ποιητής του ανέφικτου».

Αν και στην εποχή του μίλησε και για πράγματα που δύσκολα έθιγαν άλλοι ποιητές, όπως τα ναρκωτικά ή την πορνεία, στα ποιήματά του πάντα θα βρίσκουμε πάντα την δίψα για εξερεύνηση, την διαρκή αναζήτηση, την μοναξιά του ανθρώπου, την θνητότητά του και ταυτόχρονα την αθανασία του μέσα από τις απολαύσεις της ζωής.

Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Οδυσσέας Ιωάννου στο The Magazine, φέρνοντας ως παράδειγμα το ποίημα του «Γουίλυ» και τονίζοντας ότι ουδείς έμεινε στα ναρκωτικά – στα οποία αναφέρεται το ποίημα – παρά έφτιαξε την δική του ιστορία στο μυαλό του:

«Ο ακροατής μπορεί να εισπράξει κάτι άλλο. Δηλαδή, ακόμη και αν δεν κατάλαβα κάτι που είπε ο Καββαδίας, αλλά εμένα με συγκίνησε και με κινητοποίησε προς τα κάπου, ακόμη κι αν δεν ήταν στην πρόθεσή του, το δίκιο το έχω εγώ, κι όχι ο Καββαδίας. Ό,τι καταλαβαίνεις από ένα τραγούδι και σε βοηθάει, είναι κέρδος. Τα τραγούδια είναι σαν τα ζώδια. Αυτό που είσαι έτοιμος και που θες να πιστέψεις, πιστεύεις. Με τα τραγούδια ισχύει το ίδιο. Δηλαδή, καταλαβαίνεις αυτό που θες να καταλάβεις».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.