Νότια Ευρώπη | Η άκρα Δεξιά δυσκολεύει την κεντροδεξιά

Νότια Ευρώπη | Η άκρα Δεξιά δυσκολεύει την κεντροδεξιά

Οι εκλογικές αναμετρήσεις και η πολιτική δυναμική που αναπτύσσεται στις χώρες της Νότιας Ευρώπης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα τελευταία χρόνια η άκρα Δεξιά ενισχύει συνεχώς τις θέσεις της σε βάρος της κεντροδεξιάς.

Η Ελλάδα αποτελεί τη βασική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, ίσως γιατί πλήρωσε ακριβά, σε επίπεδο λειτουργίας της Δημοκρατίας, τη Χρυσή Αυγή. Η εμπειρία της νεοναζιστικής οργάνωσης φαίνεται ότι απαξίωσε την άκρα Δεξιά στην Ελλάδα, δεν αποκλείεται όμως ο νοτιοευρωπαϊκός κανόνας να ισχύσει στο μέλλον και για τη χώρα μας.

Κουρασμένος Μπερλουσκόνι

Χαρακτηριστικό του ιταλικού πολιτικού συστήματος είναι ότι η δύναμη των κομμάτων αυξομειώνεται με εντυπωσιακή ταχύτητα. Από τα χαμηλά στα ψηλά και από τα ψηλά στα χαμηλά, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και με κοινή διαπίστωση ότι τα κόμματα χρειάζονται εδώ και μία δεκαετία έναν τεχνοκράτη ή έναν ηγέτη χωρίς κοινοβουλευτικό παρελθόν για να δοκιμάσει να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Βασικός εκπρόσωπος της κεντροδεξιάς στην Ιταλία είναι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και το κόμμα του, Φόρτσα Ιτάλια. Ο Μπερλουσκόνι, όμως, στα 85 του εμφανίζει σημάδια βιολογικής και πολιτικής κόπωσης.

Μπορεί να έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Ιταλίας, να ελέγχει μέσω του ομίλου επιχειρήσεών του τα τρία μεγαλύτερα ιδιωτικά κανάλια της τηλεόρασης και να θεωρείται ο πλουσιότερος Ιταλός, τα πολιτικά του σχέδια όμως οδηγούνται σε αποτυχία.

Στις βουλευτικές εκλογές του 2018 επεδίωξε να ηγηθεί ενός συνασπισμού κεντροδεξιών και ακροδεξιών κομμάτων που, αν κέρδιζε τις εκλογές, θα οδηγούσε τον υπαρχηγό του και πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκείνη την περίοδο, Αντόνιο Ταγιάνι, στην πρωθυπουργία.

Στις βουλευτικές του 2018, το κόμμα Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι περιορίστηκε στο 14%, με την ακροδεξιά Λέγκα του Σαλβίνι να επιτυγχάνει 17,4% και το ακροδεξιό κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας, της Μελόνι, να ανεβαίνει στο 4,4%.

Επομένως, ο Μπερλουσκόνι δεν είχε τα ποσοστά για να επιβάλει τους όρους του στη συμμαχία που είχε κατά νου, ενώ θριαμβευτής των εκλογών ήταν το Κίνημα των Πέντε Αστέρων με 32,7%. Το Δημοκρατικό Κόμμα, η κεντροαριστερή φιλοευρωπαϊκή δύναμη της χώρας, περιορίστηκε στο 18,4%.

Ακολούθησε ένας συνασπισμός λαϊκιστών του κινήματος Πέντε Αστέρων και της ακροδεξιάς Λέγκας, ο οποίος στη συνέχεια έδωσε τη θέση του σε έναν συνασπισμό-έκπληξη μεταξύ του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και του Δημοκρατικού Κόμματος. Εδώ κι έναν χρόνο τα περισσότερα κόμματα υποστηρίζουν στην πρωθυπουργία τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι. Τη βασική εξαίρεση αποτελούν τα Αδέλφια της Ιταλίας της Μελόνι, που δεν συμμετέχουν στην κυβέρνηση.

Ο Μπερλουσκόνι απέτυχε και στο τελευταίο του πολιτικό σχέδιο, που ήταν η προώθησή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Διεκδικητής της Προεδρίας της Δημοκρατίας ήταν και ο Ντράγκι, αλλά ο Μπερλουσκόνι έθεσε όρο να παραμείνει στην πρωθυπουργία για να συνεχίσει το κόμμα του να στηρίζει την κυβέρνηση. Το σώμα των εκλεκτόρων, βουλευτές, γερουσιαστές και αυτοδιοικητικοί, πίεσε τελικά τον πρόεδρο Ματαρέλα να παραμείνει άλλη μία πενταετία στην Προεδρία για να αποτραπούν ανακατατάξεις που θα μπορούσαν να φέρουν πολιτική αστάθεια.

Σήμερα, ο Μπερλουσκόνι εμφανίζεται σαν ηγέτης ενός κόμματος με δημοσκοπικά ποσοστά 8%-10%. Η Λέγκα του Σαλβίνι επέστρεψε στο 17%, αφού είχε ξεπεράσει κατά περιόδους και το 30%. Μεγάλα κέρδη καταγράφουν τα Αδέλφια της Ιταλίας επενδύοντας στην αντιπολίτευση στον Ντράγκι, οι δημοσκοπήσεις το εμφανίζουν στο 21,4%.

Επομένως, έχουμε δύο κόμματα με σκληρά δεξιά έως ακροδεξιά χαρακτηριστικά, τα Αδέλφια της Ιταλίας και τη Λέγκα, που είναι πλέον πολύ ισχυρότερα της κεντροδεξιάς Φόρτσα Ιτάλια και αποκλείεται να δεχτούν τον ηγετικό της ρόλο στις μελλοντικές εξελίξεις. Οι επόμενες εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2023 και θα αποτελέσουν πραγματική δοκιμασία για την ιταλική κεντροδεξιά.

Στην Ιταλία παρατηρούνται μεγάλες αυξομειώσεις στις δυνάμεις των κομμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, που κατέγραψε 32,7% στις εκλογές του 2018, σήμερα κινείται δημοσκοπικά μόλις στο 12,8%. Μόνο το κεντροαριστερό φιλοευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα εμφανίζεται ως μια σταθερή εθνική δύναμη, που υποχώρησε στο 18,7% στις εκλογές του 2018 και σήμερα καταγράφει δημοσκοπικά ποσοστά της τάξης του 21%. Το κόμμα είναι ο βασικός υποστηρικτής του Μάριο Ντράγκι.

Ανεξάρτητα από τις αυξομειώσεις των ποσοστών που παρατηρούνται, δεν υπάρχουν έρευνες ή αναλυτές που να ισχυρίζονται ότι επίκειται μεγάλη αύξηση των δυνάμεων του Μπερλουσκόνι και της Φόρτσα Ιτάλια, που θα μπορούσε να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων σε όφελος της Κεντροδεξιάς.

Διάσπαση στην Ιβηρική

Οι πρόσφατες εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στην Πορτογαλία κατέληξαν σε θρίαμβο των Σοσιαλιστών και του πρωθυπουργού Κόστα. Αύξησαν το ποσοστό τους, από 36,3% στις προηγούμενες εκλογές, στο 41,3% και έτσι έφτασαν στην αυτοδυναμία.

Μεγάλοι ηττημένοι της εκλογικής αναμέτρησης ήταν τα κόμματα της Αριστεράς που στήριζαν στη Βουλή χωρίς να συμμετέχουν στη σοσιαλιστική κυβέρνηση μειοψηφίας. Καταψήφισαν τον προϋπολογισμό του 2022, προκαλώντας την πτώση της κυβέρνησης και την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Το πλήρωσαν ακριβά. Το ποσοστό του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας έπεσε από το 6,3% στο 4% και το ποσοστό του Μπλόκου της Αριστεράς –ενός κόμματος με χαρακτηριστικά ΣΥΡΙΖΑ– έπεσε από το 9,5% στο 4,4%.

Κερδισμένα από την αναμέτρηση βγήκαν ένα μικρό φιλελεύθερο κόμμα, που αύξησε τα ποσοστά του από 1,3% σε 4,9%, και το ακροδεξιό κόμμα του Αντρέ Βεντούρα, CHEGA, το οποίο αύξησε το ποσοστό του από 1,7% σε 7,3%.

Ο Βεντούρα είναι ένας δυναμικός πολιτικός 39 ετών, ο οποίος ήταν επί σειρά ετών στέλεχος του κεντροδεξιού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (σ.σ. ο προσδιορισμός του κόμματος σαν σοσιαλδημοκρατικό μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός και οφείλεται στην πολιτική ένταση που ακολούθησε την πτώση της δικτατορίας και την Επανάσταση των Γαρυφάλλων). Ο Βεντούρα διαφώνησε με την ηγεσία της κεντροδεξιάς, κατέβηκε στις προεδρικές εκλογές του 2021 και ήλθε τρίτος, με ένα εντυπωσιακό 11,9%. Στη συνέχεια αφαίρεσε από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ένα κρίσιμο ποσοστό με το οποίο ήλπιζε να γεφυρώσει το χάσμα με το σοσιαλιστικό κόμμα. Τελικά, το κεντροδεξιό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αύξησε το ποσοστό του, από 27,8%, σε 29,2% και έμεινε στην αντιπολίτευση έχοντας αποκτήσει σοβαρό πρόβλημα στρατηγικής εξαιτίας της πολιτικής ανόδου του ακροδεξιού Βεντούρα.

Παρόμοια είναι η κατάσταση στην Ισπανία, όπου το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα δυσκολεύεται να αξιοποιήσει την ελεγχόμενη κυβερνητική φθορά των Σοσιαλιστών εξαιτίας της δυναμικής ανόδου της ισπανικής άκρας Δεξιάς.

Μετά τη μεγάλη επιτυχία της στις περιφερειακές εκλογές της Μαδρίτης, που οδήγησαν μεταξύ των άλλων στη συντριβή των Podemos και στην αποχώρηση από την πολιτική του ηγέτη τους Πάμπλο Ιγκλέσιας, η κεντροδεξιά προκάλεσε πρόωρες περιφερειακές εκλογές και στο προπύργιό της Καστίλη-Λεόν. Επιδίωξή της ήταν να αυξήσει τα ποσοστά της στη σημαντική περιφέρεια, να φτάσει στην αυτοδυναμία και να καταδείξει την πτώση της δημοτικότητας της κυβέρνησης Σάντσεθ.

Με αυτόν τον τρόπο υπολόγιζε ο ηγέτης της κεντροδεξιάς, Πάμπλο Κασάδο, πως θα έμπαινε στην τελική ευθεία προς την επικράτηση στις βουλευτικές εκλογές του 2023. Τελικά τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη, που ανέδειξε και το πρόβλημα στρατηγικής που αντιμετωπίζει η ισπανική κεντροδεξιά.

Το ποσοστό του Λαϊκού Κόμματος έμεινε στάσιμο γύρω στο 31%, με τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την κυβέρνηση των σοσιαλιστών να καρπώνεται το ακροδεξιό κόμμα Vox, που τριπλασίασε το ποσοστό του στο 18%.

Μόνη παρηγοριά για την κεντροδεξιά ήταν ότι οι Σοσιαλιστές έπεσαν πέντε μονάδες στις περιφερειακές εκλογές στην Καστίλη-Λεόν. Αντί να αποκτήσει εικόνα πρωθυπουργού σε αναμονή, ο Πάμπλο Κασάδο απέκτησε εικόνα κεντροδεξιού ηγέτη που δέχεται μεγάλη πίεση από την άκρα Δεξιά και το κόμμα του είναι διχασμένο για το αν θα επιδιώξει κυβερνητική συνεργασία με την άκρα Δεξιά, αρχικά σε περιφερειακό επίπεδο και μετά τις εκλογές του 2023 σε εθνικό.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου 2019, οι Σοσιαλιστές επικράτησαν με 28,7%. Τώρα, οι δημοσκοπήσεις τούς εμφανίζουν να έχουν υποχωρήσει στο 24%-27%. Το Λαϊκό Κόμμα γνώρισε μεγάλη ήττα τον Νοέμβριο του 2019, υποχωρώντας στο 16,7%. Έχασε πολλούς ψήφους από το ακροδεξιό Vox, το οποίο δημιουργήθηκε από δυσαρεστημένα στελέχη του και εξασφάλισε το 10,3% των ψήφων.

Όπως έδειξαν οι περιφερειακές εκλογές στην Καστίλη-Λεόν, ο συσχετισμός δυνάμεων έχει αλλάξει και άλλο υπέρ της άκρας Δεξιάς και σε βάρος της Κεντροδεξιάς. Το ακροδεξιό Vox καταγράφει δημοσκοπικά ποσοστά από 16,7% έως 21%, με σταθερή ανοδική τάση. Το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα έχει ανακάμψει σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις στο 22%-26%, εμφανίζει όμως σημάδια πολιτικής αστάθειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας βουλευτής του ψήφισε κατά λάθος το εργασιακό νομοσχέδιο της κυβέρνησης Σοσιαλιστών – Podemos εξασφαλίζοντας την έγκρισή του από τη Βουλή με μία ψήφο. Το αξιοπερίεργο γεγονός ανέδειξε τις εσωτερικές διαμάχες και την προχειρότητα στον χώρο της κεντροδεξιάς.

Οι Podemos πήραν 12,5% στις εκλογές του Νοεμβρίου 2019 και κινούνται στα ίδια δημοσκοπικά ποσοστά. Οι Φιλελεύθεροι Σιουδαδάνος –που θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμο συμπλήρωμα της κεντροδεξιάς– έπεσαν στις εκλογές του 2019 από το 15,9% στο 6,8% και οι δημοσκοπήσεις τούς δείχνουν περίπου εξαφανισμένους στο 3%.

Με την πολιτική εξαφάνιση των Φιλελευθέρων αναδεικνύεται το πρόβλημα στρατηγικής του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος, εφόσον είναι πρακτικά αδύνατο να διεκδικήσει την αυτοδυναμία και δεν είναι ενωμένο στο θέμα της ενδεχόμενης κυβερνητικής συμμαχίας με το ακροδεξιό Vox.

Στην Πορτογαλία και στην Ισπανία η αναβίωση της άκρας Δεξιάς, μέσα από αποχώρηση στελεχών από τα κεντροδεξιά κόμματα, αλλάζει δραστικά τον συσχετισμό δυνάμεων και κάνει εξαιρετικά σύνθετη την επιστροφή της κεντροδεξιάς στην εξουσία.

Γαλλική στροφή προς τα Δεξιά

Η Γαλλία πηγαίνει σε προεδρικές εκλογές, με το πολιτικό σκηνικό να μετατοπίζεται συνεχώς προς τα δεξιά.

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, ο πρόεδρος Μακρόν προηγείται, σε ό,τι αφορά τον πρώτο γύρο των προεδρικών, με ένα ποσοστό 24%-25%. Ξεκίνησε σαν συνεργάτης και υπουργός του σοσιαλιστή προέδρου Ολάντ, αιφνιδίασε το πολιτικό σύστημα με την ευρεία νίκη του στις προεδρικές και βουλευτικές του 2018, στη βάση μιας φιλελεύθερης φιλοευρωπαϊκής πλατφόρμας, και τώρα επιδιώκει την επανεκλογή του έχοντας μετακινηθεί προς τα δεξιά σε θέματα όπως είναι η μετανάστευση και η επιβολή της έννομης τάξης.

Η μετακίνηση του Μακρόν προς τα δεξιά φέρνει σε δύσκολη θέση τους κεντροδεξιούς Ρεπουμπλικανούς, στο ακροατήριο των οποίων υπάρχουν περισσότεροι συντηρητικοί από ό,τι κεντρώοι.

Οι Ρεπουμπλικάνοι επέλεξαν την περιφερειάρχη του Παρισιού, Βαλερί Πεκρές, για υποψήφιά τους στις προεδρικές εκλογές. Η εκλογή της έδωσε δημοσκοπικά ποσοστά, βρέθηκε από το 10% στο 17%, στη συνέχεια όμως η πίεση που δέχθηκε από άλλους προεδρικούς υποψηφίους και οι δυσκολίες συνεννόησης με τους «βαρόνους» του κόμματος την περιόρισαν σε ένα δημοσκοπικό 15%.

Το εντυπωσιακό είναι ότι η άκρα Δεξιά κατεβαίνει σε αυτές τις προεδρικές εκλογές με δύο υποψηφίους που έχουν σοβαρές πιθανότητες να περάσουν στον β’ γύρο και να αναμετρηθούν με τον Μακρόν. Η Μαρίν Λεπέν βρίσκεται σε φάση πολιτικής υποχώρησης, καταγράφει όμως ένα 17% στις προτιμήσεις των Γάλλων, που μπορεί να της εξασφαλίσει το εισιτήριο για τον δεύτερο γύρο. Στο διάστημα της πενταετίας, η Λεπέν φρόντισε να κάνει λιγότερο τοξικά τα πολιτικά της μηνύματα και να κρατήσει αποστάσεις από τον πατέρα της, Ζαν-Μαρί Λεπέν. Η κοινή γνώμη δεν την επιβράβευσε, αντίθετα άρχισε να δίνει πολιτικές ευκαιρίες στον Ερίκ Ζεμούρ, γνωστό δημοσιογράφο και αναλυτή, ο οποίος κατεβαίνει στις προεδρικές εκλογές με σκληρές ακροδεξιές θέσεις και καταγράφει δημοσκοπικό ποσοστό 15%.

Η Πεκρές και οι κεντροδεξιοί Ρεπουμπλικάνοι κινδυνεύουν να γίνουν σάντουιτς μεταξύ του φιλελεύθερου προέδρου Μακρόν, που κινείται σκόπιμα προς τα δεξιά, και των δύο δυναμικών ακροδεξιών προεδρικών υποψηφίων, Λεπέν και Ζεμούρ.

Μπορεί η Ενωμένη Αριστερά και η Γαλλική Αλλαγή να έχουν θέσεις στη σύγχρονη γαλλική πολιτική ιστορία, όμως αυτό που παρατηρείται τώρα είναι μια συνολική μετατόπιση του πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα πολιτικής ηγεμονίας της κεντροδεξιάς.

Η Πεκρές θα πρέπει να κάνει τη μεγάλη έκπληξη και να βρεθεί πρώτα στον δεύτερο γύρο και στη συνέχεια να επικρατήσει του Μακρόν, ανατρέποντας δημοσκοπήσεις και προγνώσεις. Η γαλλική κεντροδεξιά πήγε στις προεδρικές του 2017 θεωρώντας ότι θα αξιοποιήσει τη φθορά των Σοσιαλιστών και προσωπικά του Ολάντ, ο οποίος υποχρεώθηκε να μη διεκδικήσει δεύτερη πενταετία, αλλά βρήκε μπροστά της τον Μακρόν και το κόμμα του. Από τότε δυσκολεύεται να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και τα πράγματα θα γίνουν πολύ δύσκολα εάν η Πεκρές μείνει τελικά εκτός δεύτερου γύρου.

Τις προεδρικές του Απριλίου 2022 θα ακολουθήσουν οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου. Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι κάνουν κακή εμφάνιση στις προεδρικές, θα επηρεαστούν αρνητικά οι επιδόσεις τους και στις βουλευτικές.

Σε γενικές γραμμές, η Γαλλία στρέφεται προς τα δεξιά ενώ η Γερμανία έχει μετακινηθεί προς το κέντρο. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου θα είναι υποστηρικτικό για τον πρόεδρο που θα εκλεγεί τον Απρίλιο. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το σενάριο συγκατοίκησης μεταξύ προέδρου και κυβερνητικής πλειοψηφίας με διαφορετικά πολιτικά χαρακτηριστικά.

Η «μοναξιά» Μητσοτάκη

Η υποχώρηση των δυνάμεων της κεντροδεξιάς στη Ν. Ευρώπη και η ενίσχυση της συγκριτικής σχέσης της νοτιοευρωπαϊκής άκρας Δεξιάς έναντι της κεντροδεξιάς οδηγούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε ένα είδος πολιτικής απομόνωσης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουν προηγηθεί η ήττα των Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία και το πέρασμα της καγκελαρίας από τους Χριστιανοδημοκράτες στους Σοσιαλδημοκράτες, η πολιτική εξαφάνιση του «αστέρα» της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς και καγκελάριου της Αυστρίας, Κουρτς, και το επεισοδιακό διαζύγιο του Όρμπαν και του κόμματος Φίντες με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, που εκφράζει την ευρωπαϊκή κεντροδεξιά. Μέσα από ένα ντόμινο εξελίξεων ο Μητσοτάκης έχει αναδειχθεί ίσως στον πιο γνωστό κεντροδεξιό ηγέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βρίσκεται στην εξουσία.

Μπορεί αυτό να ενισχύει το προφίλ του, εφόσον ξεχωρίζει σε σχέση με τα άλλα στελέχη και τους πρωθυπουργούς της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς, αλλά δημιουργεί αρκετά σοβαρό πρόβλημα διασύνδεσης και συνεννόησης με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες και κόμματα που ασκούν εξουσία.

Το πρόβλημα περιορίζεται από το κεντρώο-φιλελεύθερο προφίλ του Μητσοτάκη, που του επιτρέπει να συνεννοείται καλά με τον πρόεδρο της Γαλλίας Μακρόν. Θα πρέπει, πάντως, να επιβεβαιωθεί η εμπιστοσύνη του γαλλικού λαού στον Μακρόν ή, εναλλακτικά, να προτιμήσουν οι Γάλλοι ψηφοφόροι τη Βαλερί Πεκρές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για να μην περιέλθουν Μητσοτάκης και Νέα Δημοκρατία σε κατάσταση σχετικής ευρωπαϊκής πολιτικής απομόνωσης.

Στην Πορτογαλία και στην Ιταλία, η κεντροδεξιά είναι πρακτικά αδύνατον να ηγηθεί την επόμενη τετραετία. Στην Ισπανία έχει μεγαλύτερες δυνατότητες αλλά και ολοένα μεγαλύτερο πρόβλημα στρατηγικής λόγω της ανόδου του ακροδεξιού Vox. Στη Γαλλία, οι πιθανότητες παραμένουν σε βάρος της Πεκρές και των Ρεπουμπλικάνων. Ο Μητσοτάκης είναι ο πιο προβεβλημένος κεντροδεξιός ηγέτης της Ν. Ευρώπης που βρίσκεται στην εξουσία, αλλά ο ευρωπαϊκός πολιτικός χώρος, στον οποίον κινείται η Νέα Δημοκρατία, αντιμετωπίζει ολοένα μεγαλύτερες προκλήσεις.

Αναδημοσίευση από Free Sunday

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.