Κίμπερλι Γκίλφοϊλ: Γυμνή μπροστά στη βοηθό της, φωτογραφίες γεννητικών οργάνων και καταγγελίες που την καταδιώκουν

Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Ronan Farrow το 2020 για τις καταγγελίες πρώην βοηθού της επανέρχεται στο προσκήνιο μετά την απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα.

Κίμπερλι Γκίλφοϊλ: Οι καταγγελίες του 2020 που επιστρέφουν στο προσκήνιο μετά την απομάκρυνσή της από την Αθήνα

Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του New Yorker για την πρώην παρουσιάστρια του Fox News, τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και τους ισχυρισμούς περί απόπειρας εξαγοράς της σιωπής μιας συνεργάτιδάς της. Έξι χρόνια αργότερα, η αποχώρησή της από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα επαναφέρει στο προσκήνιο το παρελθόν της.

Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, στις 13 Οκτωβρίου 2026, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλαιότερο ρεπορτάζ του αμερικανικού περιοδικού The New Yorker, το οποίο είχε δημοσιευθεί το 2020 και αφορούσε σοβαρές καταγγελίες για τη συμπεριφορά της κατά την περίοδο που εργαζόταν στο Fox News.

Το δημοσίευμα περιέγραφε ισχυρισμούς πρώην βοηθού της, η οποία υποστήριζε ότι είχε υποστεί επανειλημμένα εξευτελιστική και σεξουαλικά ανάρμοστη συμπεριφορά. Παράλληλα, η πρώην συνεργάτιδα κατήγγειλε ότι η Γκίλφοϊλ επιχείρησε να την αποτρέψει από το να μιλήσει στους δικηγόρους που ερευνούσαν υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης στο δίκτυο.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν οδηγήσει σε δικαστική απόφαση επί της ουσίας. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η πρώην βοηθός είχε συντάξει εμπιστευτική καταγγελία 42 σελίδων, η οποία δεν κατατέθηκε ποτέ σε δικαστήριο. Η υπόθεση κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, ενώ το Fox News είχε καταβάλει στην καταγγέλλουσα χρηματικό ποσό που, σύμφωνα με πηγές τις οποίες επικαλέστηκε το περιοδικό, ξεπερνούσε τα 4 εκατ. δολάρια.

Η Γκίλφοϊλ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε διαπράξει οποιαδήποτε επαγγελματική παρατυπία. Το ρεπορτάζ του 2020 δεν αποτελεί απόδειξη των καταγγελιών, αλλά καταγράφει τις μαρτυρίες της πρώην συνεργάτιδάς της, τις επιβεβαιώσεις άλλων προσώπων και τις απαντήσεις της πλευράς της.

Η σημερινή υπόθεση που οδήγησε στην αποχώρησή της από την Αθήνα είναι διαφορετική. Οι καταγγελίες που δημοσιεύθηκαν το 2026 αφορούν, μεταξύ άλλων, φερόμενο αίτημα προς πολιτικό δωρητή να καλύψει προσωπική οφειλή πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, με αντάλλαγμα πρόσβαση σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ. Και αυτές οι καταγγελίες αμφισβητούνται από την ίδια. Η χρονική σύμπτωση των δύο υποθέσεων, ωστόσο, αναζωπυρώνει τη συζήτηση γύρω από την επαγγελματική της πορεία και τις σχέσεις της με το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ.

Η γυναίκα που ο Τραμπ ανέδειξε σε πρωταγωνίστρια της εκστρατείας του

Το 2020, ενόψει των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετώπιζε σημαντικό πρόβλημα με τις γυναίκες ψηφοφόρους. Δημοσκόπηση της Washington Post και του ABC News τον εμφάνιζε να υπολείπεται του Τζο Μπάιντεν κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των γυναικών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο τότε πρόεδρος επιχείρησε να αναδείξει γυναίκες που υποστήριζαν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η επιλογή της Έιμι Κόνι Μπάρετ για το Ανώτατο Δικαστήριο και η ανάθεση στην Κίμπερλι Γκίλφοϊλ της ευθύνης για τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του ήταν μέρος αυτής της στρατηγικής.

Η Γκίλφοϊλ, πρώην παρουσιάστρια του Fox News και νομική αναλύτρια, είχε εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον προβεβλημένα γυναικεία πρόσωπα του κινήματος Τραμπ. Ως σύντροφος τότε του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιου του προέδρου, συμμετείχε σε εκδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα και εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της εκστρατείας.

Στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών το καλοκαίρι του 2020 είχε εξασφαλίσει μία από τις κεντρικές θέσεις ομιλητών. Το φθινόπωρο περιόδευε στις ΗΠΑ στο πλαίσιο της καμπάνιας «Four More Tour», ενώ συμμετείχε σε συγκεντρώσεις με το σύνθημα «Women for Trump».

Σε εκδήλωση στην Πενσιλβάνια υποστήριξε ότι ο Τραμπ δημιουργούσε 1.800 νέες επιχειρήσεις ιδιοκτησίας γυναικών καθημερινά στις ΗΠΑ και επαίνεσε την πολιτική του για την επιλογή σχολείου, επικαλούμενη και τη δική της εμπειρία ως μητέρας που μεγαλώνει μόνη το παιδί της.

Η δημόσια εικόνα της, ωστόσο, είχε ήδη αρχίσει να σκιάζεται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε αποχωρήσει από το Fox News δύο χρόνια νωρίτερα.

Γιατί αποχώρησε από το Fox News το 2018

Η Γκίλφοϊλ υποστήριζε ότι εγκατέλειψε την τηλεοπτική δημοσιογραφία για να ακολουθήσει τη δική της επιλογή στον χώρο της πολιτικής. Σύμφωνα, όμως, με το δημοσίευμα του New Yorker, το Fox News είχε ουσιαστικά αποφασίσει να διακόψει τη συνεργασία μαζί της τον Ιούλιο του 2018, αρκετά χρόνια πριν από τη λήξη του συμβολαίου της.

Την εποχή εκείνη ήταν συμπαρουσιάστρια της πολιτικής εκπομπής «The Five». Δημοσιεύματα είχαν αναφερθεί σε καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά στον χώρο εργασίας, μεταξύ άλλων για την επίδειξη σεξουαλικά προκλητικών εικόνων σε συναδέλφους της. Οι λεπτομέρειες, ωστόσο, δεν είχαν γίνει ευρέως γνωστές.

Η ίδια αρνήθηκε οποιαδήποτε παρανομία ή ανάρμοστη συμπεριφορά. Σε δήλωση που είχε δοθεί στο New Yorker το 2019, δικηγόρος της χαρακτήριζε απολύτως ψευδή κάθε ισχυρισμό περί επαγγελματικής παρατυπίας της στο Fox.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, λίγο μετά την αποχώρησή της από το δίκτυο, το Fox κατέβαλε εμπιστευτικό χρηματικό ποσό στην πρώην βοηθό της. Δύο πηγές που γνώριζαν την υπόθεση ανέφεραν στον δημοσιογράφο ότι ο συμβιβασμός ξεπερνούσε τα 4 εκατ. δολάρια και είχε στόχο να αποφευχθεί η δικαστική αντιπαράθεση.

Η πρώην βοηθός δεν κατονομάστηκε δημόσια. Το New Yorker ανέφερε ότι σεβάστηκε την επιθυμία της να διατηρήσει την ανωνυμία της, καθώς και τα δικαιώματα ανθρώπων που καταγγέλλουν σεξουαλική παρενόχληση.

Οι καταγγελίες της πρώην βοηθού

Η γυναίκα είχε προσληφθεί το 2015, αμέσως μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο, ως βοηθός της Γκίλφοϊλ και του Έρικ Μπόλινγκ, επίσης παρουσιαστή του Fox News.

Σύμφωνα με το προσχέδιο της καταγγελίας της και τις μαρτυρίες ανθρώπων στους οποίους είχε εκμυστηρευτεί την εμπειρία της, υποστήριζε ότι η Γκίλφοϊλ την υπέβαλλε συχνά σε ταπεινωτική, προσβλητική και σεξουαλικά ανάρμοστη συμπεριφορά.

Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι υποχρεωνόταν να εργάζεται στο διαμέρισμα της παρουσιάστριας στη Νέα Υόρκη ενώ εκείνη εμφανιζόταν γυμνή ή σχεδόν γυμνή. Υποστήριζε επίσης ότι της έδειχνε φωτογραφίες γεννητικών οργάνων ανδρών με τους οποίους είχε συνάψει σεξουαλικές σχέσεις και ότι συζητούσε επανειλημμένα και με ωμές λεπτομέρειες την προσωπική της ζωή.

Στο ίδιο κείμενο, η πρώην βοηθός ισχυριζόταν ότι η Γκίλφοϊλ είχε ζητήσει να της κάνει μασάζ στους γυμνούς μηρούς, την είχε παροτρύνει να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις άλλου εργαζομένου για σεξουαλικές χάρες και την είχε ενθαρρύνει να συνάψει σχέσεις με πλούσιους και ισχυρούς άνδρες.

Κατά την ίδια, η παρουσιάστρια της ζητούσε ακόμη να σχολιάζει το γυμνό σώμα της, να μοιράζεται μαζί της δωμάτιο σε επαγγελματικά ταξίδια και να διανυκτερεύει στο διαμέρισμά της. Η βοηθός υποστήριζε ότι οι συμπεριφορές αυτές την έκαναν να αισθάνεται βαθιά άβολα.

Το New Yorker ανέφερε ότι ορισμένες από τις περιγραφές της πρώην βοηθού επιβεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από άλλα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών ήταν η παρουσία της Γκίλφοϊλ με ελάχιστα ρούχα ή γυμνής στο διαμέρισμά της, καθώς και η επίδειξη σεξουαλικά προκλητικών εικόνων σε εργαζομένους.

Ένας νυν και ένας πρώην εργαζόμενος του Fox επιβεβαίωσαν ότι η Γκίλφοϊλ είχε δείξει και σε εκείνους εικόνες γεννητικών οργάνων. Άλλος πρώην εργαζόμενος ανέφερε ότι είχε επιδείξει πορνογραφικά βίντεο στο γραφείο.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι συζητήσεις της για τη σεξουαλική της ζωή είχαν προκαλέσει τέτοια ενόχληση σε εργαζομένους που ασχολούνταν με το μακιγιάζ και την εμφάνιση των παρουσιαστών, ώστε υποβλήθηκε εσωτερική καταγγελία και ξεκίνησε έρευνα.

Μία πρώην συνάδελφός της περιέγραψε ένα εργασιακό περιβάλλον που, όπως είπε, έφερνε τις γυναίκες σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Η ίδια εξήγησε ότι ήταν δύσκολο να διαμαρτυρηθεί κανείς για τη συμπεριφορά ενός τόσο ισχυρού τηλεοπτικού προσώπου, με στενές σχέσεις με υψηλόβαθμα στελέχη του δικτύου.

Άλλος πρώην συνάδελφος χαρακτήρισε τη σχέση ανάμεσα στην παρουσιάστρια και τη βοηθό της κακοποιητική, υποστηρίζοντας ότι η Γκίλφοϊλ δεν λειτούργησε ως μέντορας αλλά ως πρόσωπο που επιβάρυνε την κατάσταση της νεαρής εργαζομένης.

Ο ισχυρισμός για απόπειρα εξαγοράς της σιωπής της

Ιδιαίτερη βαρύτητα στο ρεπορτάζ είχε ο ισχυρισμός ότι η Γκίλφοϊλ επιχείρησε να αποτρέψει την πρώην βοηθό της από το να μιλήσει στους δικηγόρους που διερευνούσαν υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης στο Fox News.

Τον Ιούλιο του 2016, το δίκτυο είχε αναθέσει στη δικηγορική εταιρεία Paul, Weiss, με έδρα τη Νέα Υόρκη, τη διερεύνηση καταγγελιών για σεξουαλική ανάρμοστη συμπεριφορά. Η έρευνα εντασσόταν σε μια ευρύτερη προσπάθεια αντιμετώπισης προβλημάτων που είχαν συνδεθεί με την κουλτούρα του Fox News υπό τον τότε επικεφαλής του, Ρότζερ Έιλς.

Σύμφωνα με την πρώην βοηθό, στις 6 Αυγούστου 2017, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας, η Γκίλφοϊλ φέρεται να της πρότεινε οικονομική αποζημίωση, εφόσον δεχόταν να αποκρύψει την εμπειρία της ή να μην αναφέρει στους δικηγόρους όσα υποστήριζε ότι είχαν συμβεί.

Η βοηθός ισχυρίστηκε ότι η Γκίλφοϊλ αναφέρθηκε σε ποσά που έφταναν ακόμη και το 1 εκατ. δολάρια. Σύμφωνα με την ίδια, στη συζήτηση φέρεται να περιλαμβάνονταν και άλλες υποσχέσεις: ένα ταξίδι με ιδιωτικό αεροσκάφος στη Ρώμη, ποσοστό από μελλοντικές αμοιβές της Γκίλφοϊλ για ομιλίες, καθώς και η δυνατότητα να αναλάβει δημοσιογραφικό ρόλο μπροστά στις κάμερες.

Η πρώην βοηθός υποστήριξε ότι η Γκίλφοϊλ άφησε να εννοηθεί πως τα χρήματα θα μπορούσαν να προέλθουν από τον Μπόλινγκ, εφόσον η ίδια δεσμευόταν να δείξει αυτό που η παρουσιάστρια αποκαλούσε «αφοσίωση».

Άνθρωποι από το περιβάλλον της Γκίλφοϊλ χαρακτήρισαν τους ισχυρισμούς ψευδείς και δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως η πρώην βοηθός θα κατασκεύαζε μια τέτοια ιστορία. Ωστόσο, πηγή που γνώριζε την υπόθεση επιβεβαίωσε ανεξάρτητα στο New Yorker ότι είχε γίνει συζήτηση για την εξεύρεση χρημάτων με σκοπό να διασφαλιστεί η σιωπή της γυναίκας.

Η πρώην βοηθός ανέφερε επίσης ότι, όταν αρνήθηκε την πρόταση, η Γκίλφοϊλ φέρεται να την προειδοποίησε πως θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν προσωπικές πληροφορίες για τη ζωή της, εάν μιλούσε ελεύθερα στους ερευνητές.

Το δημοσίευμα ανέφερε ακόμη ότι συνεργάτες της Γκίλφοϊλ επικοινώνησαν με τον δημοσιογράφο, προσφέροντας προσωπικές πληροφορίες για την πρώην βοηθό, σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της.

Η ίδια η Γκίλφοϊλ αρνήθηκε να παραχωρήσει συνέντευξη για το συγκεκριμένο ρεπορτάζ. Σε γραπτή δήλωσή της υποστήριξε ότι, στη διάρκεια της 30ετούς καριέρας της στις εισαγγελικές υπηρεσίες του Σαν Φρανσίσκο και του Λος Άντζελες, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική, δεν είχε εμπλακεί ποτέ σε οποιαδήποτε μορφή ανάρμοστης συμπεριφοράς στον χώρο εργασίας. Πρόσθεσε ότι είχε λειτουργήσει ως μέντορας για πολλές γυναίκες, με αρκετές από τις οποίες διατηρούσε στενές σχέσεις.

Η έρευνα του Fox News και η υπόθεση Έιλς

Η υπόθεση της πρώην βοηθού συνδέθηκε με την ευρύτερη κρίση που αντιμετώπιζε τότε το Fox News γύρω από τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση.

Το 2017, οι δικηγόροι της Paul, Weiss είχαν ήδη ερευνήσει καταγγελίες σε βάρος του Έρικ Μπόλινγκ, με τον οποίο η Γκίλφοϊλ μοιραζόταν τη βοηθό. Η πρώην βοηθός υποστήριξε ότι είχε καταγγείλει και τον Μπόλινγκ για σεξουαλική παρενόχληση. Ο ίδιος, ο οποίος αποχώρησε από το Fox News τον Σεπτέμβριο του 2017, αρνήθηκε οποιαδήποτε παρανομία.

Σύμφωνα με την περιγραφή της γυναίκας, καθώς η έρευνα για τον Μπόλινγκ προχωρούσε, η Γκίλφοϊλ φέρεται να τη ρωτούσε τι θα έλεγε εάν οι ερευνητές τη ρωτούσαν για σεξουαλική παρενόχληση. Η βοηθός υποστήριξε ότι δεχόταν πιέσεις να μην καταθέσει όσα γνώριζε και ότι φοβόταν αντίποινα.

Οι ανησυχίες της, όπως ανέφεραν πρόσωπα στα οποία είχε εκμυστηρευτεί την κατάσταση, είχαν γίνει τόσο έντονες ώστε αναζήτησε νομική βοήθεια. Τελικά, ενημέρωσε τους δικηγόρους της Paul, Weiss για τις καταγγελίες της τόσο κατά της Γκίλφοϊλ όσο και κατά του Μπόλινγκ.

Το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού του Fox News διεξήγαγε πολύμηνη έρευνα για τη συμπεριφορά της Γκίλφοϊλ. Σύμφωνα με πηγή που επικαλέστηκε το New Yorker, οι εμπιστευτικές καταθέσεις της πρώην βοηθού αποτέλεσαν βασικό στοιχείο στην απόφαση του δικτύου να διακόψει τη συνεργασία μαζί της.

Η Γκίλφοϊλ, ωστόσο, και οι υποστηρικτές της επέμεναν ότι αποχώρησε με δική της πρωτοβουλία. Η ίδια δεν αποδέχθηκε τις κατηγορίες περί ανάρμοστης συμπεριφοράς.

Η στάση της Γκίλφοϊλ απέναντι στις καταγγελίες κατά του Ρότζερ Έιλς

Το ρεπορτάζ του New Yorker συνέδεε την υπόθεση και με τη στάση που είχε κρατήσει η Γκίλφοϊλ απέναντι στις καταγγελίες εναντίον του Ρότζερ Έιλς, ενός από τους ισχυρότερους ανθρώπους της αμερικανικής τηλεοπτικής ενημέρωσης.

Το 2016, η πρώην παρουσιάστρια του Fox News Γκρέτσεν Κάρλσον κατέθεσε αγωγή κατά του Έιλς, καταγγέλλοντάς τον για σεξουαλική παρενόχληση. Η υπόθεση αποκάλυψε ένα ευρύτερο πρόβλημα στο δίκτυο και ακολούθησαν καταγγελίες και από άλλες γυναίκες. Ο Έιλς αποχώρησε από το Fox News και η Κάρλσον κατέληξε σε συμβιβασμό ύψους 20 εκατ. δολαρίων με το δίκτυο.

Η Γκίλφοϊλ είχε υπερασπιστεί δημόσια τον Έιλς. Σε συνέντευξή της στο Adweek είχε δηλώσει ότι είχε μιλήσει με περισσότερες από 30 γυναίκες στο Fox και ότι καμία από όσες είχε ρωτήσει δεν είχε περιγράψει ανάλογη εμπειρία με εκείνη της Κάρλσον.

Λίγο πριν από τον συμβιβασμό, είχε επίσης δηλώσει στο Breitbart ότι γνώριζε τον Έιλς επί περίπου 15 χρόνια, εκφράζοντας θαυμασμό για τον χαρακτήρα, την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του. Τον είχε περιγράψει ως άνθρωπο που υποστήριζε τις γυναίκες και λειτουργούσε πάντοτε επαγγελματικά.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Γκίλφοϊλ φέρεται να είχε συμμετάσχει σε προσπάθειες δημόσιας υποστήριξης του Έιλς και να είχε ενθαρρύνει συναδέλφους της να σταθούν στο πλευρό του. Η καταγγελία της πρώην συνεργάτιδας του Fox Τζούλι Ρογίνσκι, η οποία επίσης είχε στραφεί κατά του Έιλς, περιέγραφε προσπάθειες να κινητοποιηθούν εργαζόμενοι εναντίον της Κάρλσον.

Το βιβλίο του δημοσιογράφου Μπράιαν Στέλτερ Hoax αναφέρει επίσης ότι η Γκίλφοϊλ φέρεται να προειδοποιούσε γυναίκες συναδέλφους της πως θα θυμόταν ποια πλευρά είχαν επιλέξει. Άλλοι πρώην συνεργάτες της περιέγραψαν ένα κλίμα πίεσης προς όσους δεν υποστήριζαν τον Έιλς.

Οι αναφορές αυτές εντάσσονταν σε μια ευρύτερη κρίση για την κουλτούρα του Fox News, μετά τις καταγγελίες εναντίον του Έιλς και του παρουσιαστή Μπιλ Ο’Ράιλι.

Kevin Lamarque / Reuters

Από το Fox News στην προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ

Μετά την αποχώρηση του Έιλς, η θέση της Γκίλφοϊλ στο Fox News έγινε πιο επισφαλής. Οι υποστηρικτές της απέδιδαν την αποχώρησή της στις αλλαγές που ακολούθησαν το σκάνδαλο, ενώ άλλοι συνέδεαν την έξοδό της με την αυξανόμενη προσωπική της σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.

Τον Ιούλιο του 2018, λίγο μετά την αποχώρησή της από το δίκτυο, εντάχθηκε στην πολιτική οργάνωση America First Action, ένα υπερ-πολιτικό ταμείο δράσης (super PAC) που υποστήριζε τον Τραμπ.

Τον Δεκέμβριο του 2019, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, της ανατέθηκε η συγκέντρωση χρημάτων για την Trump Victory, τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου.

Η παρουσία της στην εκστρατεία συνοδεύτηκε από αντιδράσεις και για τον τρόπο ζωής της. Το New York Times είχε αναφέρει ότι μέρος των εξόδων για το πολυτελές πάρτι των 51ων γενεθλίων της στο Mar-a-Lago τον Μάρτιο του 2020 καλύφθηκε από δωρητές της εκστρατείας. Αρνητικά σχόλια είχαν προκαλέσει και οι μετακινήσεις της με ιδιωτικά αεροσκάφη.

Παράλληλα, η Γκίλφοϊλ προέβαλλε συστηματικά τη στενή της σχέση με την οικογένεια Τραμπ, αναρτώντας φωτογραφίες από πολυτελείς εκδηλώσεις και χώρους, μεταξύ των οποίων και ο Λευκός Οίκος. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, η ίδια και ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ είχαν αγοράσει το 2019 παραθαλάσσια κατοικία αξίας 4,4 εκατ. δολαρίων στα Χάμπτονς.

Στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών το 2020, η ομιλία της αποτέλεσε ένα από τα πιο συζητημένα στιγμιότυπα της διοργάνωσης. Παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως κόρη μεταναστών —αν και η μητέρα της είχε γεννηθεί στο Πουέρτο Ρίκο, οι κάτοικοι του οποίου είναι Αμερικανοί πολίτες— κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι ήθελαν να καταστρέψουν τις ΗΠΑ και όσα πρεσβεύει η χώρα.

Η ένταση και η υψηλή ένταση της φωνής της προκάλεσαν σχόλια ακόμη και σε συντηρητικά μέσα ενημέρωσης. Ο Τραμπ, πάντως, φέρεται να την επαίνεσε, χαρακτηρίζοντας την ομιλία της μία από τις καλύτερες που είχε παρακολουθήσει.

Η σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ την έφερνε πολύ κοντά στον στενό οικογενειακό και πολιτικό κύκλο του προέδρου. Το 2020, μάλιστα, το όνομά της είχε ακουστεί ως πιθανή υποψήφια για την ηγεσία της Εθνικής Επιτροπής των Ρεπουμπλικανών.

Η αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και τις καταγγελίες

Ένα από τα βασικά σημεία του ρεπορτάζ ήταν η αντίφαση ανάμεσα στον δημόσιο ρόλο που είχε αναλάβει η Γκίλφοϊλ και στις καταγγελίες που διατυπώνονταν εις βάρος της.

Κατά την περίοδο που το κίνημα #MeToo έφερε στο προσκήνιο υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, το Fox News την παρουσίαζε συχνά ως νομική ειδικό σε θέματα σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών.

Πριν ενταχθεί στο δίκτυο, το 2006, είχε εργαστεί ως εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο. Εκείνη την περίοδο ήταν παντρεμένη με τον Γκάβιν Νιούσομ, τότε δήμαρχο της πόλης και μετέπειτα κυβερνήτη της Καλιφόρνιας.

Στις τηλεοπτικές συζητήσεις για τη σεξουαλική παρενόχληση, η Γκίλφοϊλ είχε τοποθετηθεί έντονα υπέρ των θυμάτων, αναφερόμενη στις υποθέσεις του παραγωγού Χάρβεϊ Γουάινστιν και του παρουσιαστή Τσάρλι Ρόουζ. Είχε μιλήσει για τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν όσοι φοβούνται να καταγγείλουν περιστατικά, επειδή δεν διαθέτουν την οικονομική δύναμη ή την επαγγελματική ασφάλεια που απαιτείται για να αντιπαρατεθούν με ισχυρούς ανθρώπους.

Η πρώην βοηθός της, ωστόσο, υποστήριζε ότι η ίδια η Γκίλφοϊλ είχε συμβάλει στη διατήρηση ενός εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την καταγγελία της, η παρουσιάστρια υποβάθμιζε τις διαμαρτυρίες της για σεξουαλική παρενόχληση και την αποθάρρυνε από το να απευθυνθεί στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.

Μια πρώην συνάδελφος της Γκίλφοϊλ περιέγραψε τη συμπεριφορά της ως αντίστοιχη με εκείνη ισχυρών ανδρών του δικτύου, οι οποίοι είχαν βρεθεί στο επίκεντρο καταγγελιών πριν από το 2016. Άλλοι πρώην συνεργάτες μίλησαν για μια κουλτούρα όπου οι σεξουαλικές αναφορές και οι σχέσεις με ισχυρούς άνδρες είχαν κεντρική θέση.

Η Γκίλφοϊλ, από την πλευρά της, είχε υποστηρικτές που απέρριπταν τις καταγγελίες. Η φίλη της και στέλεχος δημοσίων σχέσεων Αλεξάντρα Πριτέ τις χαρακτήρισε ψευδείς και προσβλητικές, ενώ η πρώην συνάδελφός της Γκρέτα Βαν Σάστερεν δήλωσε ότι δεν είχε ακούσει ποτέ αντίστοιχα παράπονα κατά τη μακρά περίοδο που τη γνώριζε. Άλλοι άνθρωποι από το περιβάλλον της επαίνεσαν τον χαρακτήρα, τη γενναιοδωρία και τον επαγγελματισμό της.

Το New Yorker σημείωνε επίσης ότι η πρώην βοηθός είχε στείλει κατά καιρούς θερμά μηνύματα ευγνωμοσύνης στη Γκίλφοϊλ και είχε επαινέσει δημόσια τους προϊσταμένους της. Για τους υποστηρικτές της παρουσιάστριας, τα μηνύματα αυτά έθεταν ερωτήματα για την αξιοπιστία των καταγγελιών. Για όσους γνώριζαν την εργασιακή σχέση, όμως, δεν αναιρούσαν κατ’ ανάγκην την πιθανότητα να υπήρχαν παράλληλα φόβος, εξάρτηση ή ανισορροπία εξουσίας.

Από την Ουάσιγκτον στην Αθήνα: Η νέα κρίση του 2026

Το 2020, η Γκίλφοϊλ βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ. Πέντε χρόνια αργότερα, η πολιτική της διαδρομή την οδήγησε σε έναν διαφορετικό ρόλο: εκείνον της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα.

Η θητεία της στην Αθήνα συνδέθηκε με την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να ενισχύσει τη συνεργασία με την Ελλάδα, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας και της περιφερειακής ασφάλειας. Η Γκίλφοϊλ προώθησε την αμερικανική παρουσία στην περιοχή, ενώ οι δημόσιες παρεμβάσεις της για ζητήματα όπως η συμμετοχή της Κίνας στο λιμάνι του Πειραιά προκάλεσαν συζητήσεις.

Στις 13 Οκτωβρίου 2026, ωστόσο, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι της ζητήθηκε να παραιτηθεί. Η απόφαση ήρθε μετά από δημοσιεύματα για φερόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά, μεταξύ των οποίων ισχυρισμοί ότι ζήτησε από πολιτικό δωρητή να καλύψει προσωπικό χρέος πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, με αντάλλαγμα πρόσβαση σε αξιωματούχους της κυβέρνησης.

Η υπόθεση προκάλεσε την αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος είχε δηλώσει μία ημέρα νωρίτερα ότι η κατάσταση τον δυσαρεστούσε. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ είχε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ξεκινήσει έρευνα για τις καταγγελίες.

Η Γκίλφοϊλ αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε ότι θα υπερασπιστεί τη φήμη της. Η αποχώρησή της, πάντως, έβαλε τέλος στη σύντομη διπλωματική της θητεία στην Ελλάδα.

Η υπόθεση του 2026 δεν ταυτίζεται με εκείνη που περιέγραφε το New Yorker το 2020. Η πρώτη αφορά καταγγελίες για οικονομικές συναλλαγές και πιθανή κατάχρηση πολιτικής επιρροής, ενώ η δεύτερη αφορούσε ισχυρισμούς για σεξουαλική παρενόχληση και απόπειρα εξαγοράς της σιωπής πρώην συνεργάτιδας. Η σύνδεσή τους βρίσκεται κυρίως στο ευρύτερο ερώτημα για τη λογοδοσία ανθρώπων που αποκτούν ισχύ μέσα από την εγγύτητά τους με το περιβάλλον του Τραμπ.

Το πολιτικό κόστος της προσωπικής εγγύτητας με τον Τραμπ

Το 2020, το New Yorker έθετε ένα ερώτημα που ξεπερνούσε την προσωπική υπόθεση της Γκίλφοϊλ: πώς μπορεί μια πολιτική παράταξη που επιδιώκει να περιορίσει τη διαφορά στις προτιμήσεις ανδρών και γυναικών ψηφοφόρων να προβάλλει ως εκπροσώπους της γυναίκες που αντιμετωπίζουν σοβαρές καταγγελίες για τη συμπεριφορά τους;

Το περιοδικό σημείωνε ότι γυναίκες με ισχυρή παρουσία στο περιβάλλον του Τραμπ μπορούσαν να λειτουργούν ως πολιτικό αντίβαρο στις κατηγορίες για τις θέσεις και τις πρακτικές του προέδρου απέναντι στις γυναίκες.

Η συγγραφέας Σούζαν Φαλούντι, γνωστή για το βιβλίο της Backlash: The Undeclared War Against American Women, είχε σχολιάσει ότι οι γυναίκες που επέλεγε ο Τραμπ —από την Έιμι Κόνι Μπάρετ έως την Μπέτσι ΝτεΒος και την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ— συμβόλιζαν, κατά την άποψή της, πολλές από τις αντιφάσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην αμερικανική κοινωνία.

Έξι χρόνια αργότερα, η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα επαναφέρει τη συζήτηση για το πώς η προσωπική εμπιστοσύνη, οι πολιτικές συμμαχίες και η πρόσβαση στον στενό κύκλο ενός προέδρου μπορούν να επηρεάσουν την επαγγελματική πορεία ενός προσώπου.

Το παλαιότερο ρεπορτάζ δεν προέβλεψε τις σημερινές εξελίξεις ούτε αποδεικνύει τις νέες καταγγελίες. Δείχνει, ωστόσο, ότι τα ερωτήματα γύρω από την επαγγελματική συμπεριφορά της Γκίλφοϊλ είχαν τεθεί δημόσια πολύ πριν από τον διορισμό της στην Αθήνα.

Η σημερινή υπόθεση θα κριθεί από τα στοιχεία και τις έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, παραμένει: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η προστασία που προσφέρει η εγγύτητα με την εξουσία — και πότε το κόστος αυτής της σχέσης γίνεται μεγαλύτερο από το πολιτικό όφελος;

Σημείωση αναδημοσίευσης: Σε περίπτωση αναδημοσίευσης ή αναπαραγωγής του παρόντος άρθρου, παρακαλούμε να αναφέρεται η πηγή και να τοποθετείται ενεργός σύνδεσμος (follow link) προς το πρωτότυπο δημοσίευμα.