Η ιστορία της Βούλας: Από την αρχαία Κεκροπίδα στους Μικρασιάτες πρόσφυγες και τη σύγχρονη Αθηναϊκή Ριβιέρα

Πίνακας Περιεχομένων

Η ιστορία της Βούλας: Από την αρχαία Κεκροπίδα στους Μικρασιάτες πρόσφυγες και τη σύγχρονη Αθηναϊκή Ριβιέρα

Σήμερα, η Βούλα είναι συνδεδεμένη με τις όμορφες παραλίες, τους δενδροφυτεμένους δρόμους, τις σύγχρονες κατοικίες και την υψηλή ποιότητα ζωής στα νότια προάστια της Αθήνας.

Διονύσης Τζουγανάτος

Πίσω, όμως, από τη σημερινή εικόνα κρύβεται μια ιστορία που ξεκινά από την αρχαιότητα, περνά μέσα από την αγροτική ζωή και την εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων και φτάνει στη μεταμόρφωση μιας αραιοκατοικημένης εξοχής σε ένα από τα πιο περιζήτητα οικιστικά προάστια της Αττικής.

Πολύ πριν εμφανιστούν οι σύγχρονες πολυκατοικίες και οι μεγάλες λεωφόροι, η περιοχή ζούσε στους ρυθμούς της κτηνοτροφίας, της αλιείας και της καλλιέργειας της γης. Οι πρώτες ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας ανάγονται στις τελευταίες φάσεις της Νεολιθικής εποχής, μεταξύ 5.400 και 3.100 π.Χ. Η οργανωμένη ζωή, ωστόσο, αναπτύχθηκε ουσιαστικά από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., όταν η περιοχή εντάχθηκε στο διοικητικό και πολιτικό σύστημα της αρχαίας Αθήνας.

Η αρχαία Βούλα και ο δήμος των Αλών Αιξωνίδων

Μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, το 508 π.Χ., η περιοχή της σημερινής Βούλας, μαζί με τη γειτονική Βουλιαγμένη, αποτέλεσε τον αρχαίο δήμο των Αλών Αιξωνίδων.

Ο δήμος ανήκε στην Κεκροπίδα φυλή, μία από τις δέκα φυλές στις οποίες χωρίστηκε διοικητικά η Αττική. Η ονομασία της παρέπεμπε στον μυθικό βασιλιά Κέκροπα, ενώ η συμμετοχή του δήμου στο πολιτικό σύστημα της Αθήνας δείχνει ότι η περιοχή δεν αποτελούσε απλώς μια απομακρυσμένη αγροτική ζώνη, αλλά μέρος μιας οργανωμένης κοινότητας με θεσμικό ρόλο.

Όπως αναφέρει η αρχαιολόγος Ιωάννα Ανδρέου στη μελέτη της για τον αρχαίο δήμο, οι Αλαιείς συγκροτούσαν ένα οργανωμένο οικιστικό και παραγωγικό σύνολο, με δραστηριότητες που κάλυπταν πολλές πλευρές της καθημερινής ζωής.

Ο δήμος εξέλεγε έξι βουλευτές στη Βουλή των Πεντακοσίων, όσους και ο γειτονικός δήμος Αναγυρούντος, στη σημερινή Βάρη. Με βάση τον αριθμό των εκπροσώπων του, έχει υπολογιστεί ότι στον δήμο των Αλών Αιξωνίδων ζούσαν περίπου 200 άνδρες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και συνολικά γύρω στους 800 ελεύθερους κατοίκους.

Αλυκές, κατσίκες και ψάρεμα: Πώς ζούσαν οι αρχαίοι κάτοικοι

Οι ονομασίες των αρχαίων δήμων αποκαλύπτουν συχνά πολλά για το φυσικό περιβάλλον και την οικονομία τους. Στην περίπτωση των Αλών Αιξωνίδων, το όνομα συνδέεται άμεσα με δύο βασικά χαρακτηριστικά της περιοχής.

Το «Αλαί» παραπέμπει στις αλυκές, όπου συγκεντρωνόταν αλάτι από τα παράκτια αλίπεδα. Οι χώροι αυτοί βρίσκονταν κατά μήκος της ακτογραμμής και, σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, παρέμεναν ορατοί μέχρι και μερικές δεκαετίες πριν από σήμερα.

Το δεύτερο συνθετικό, «Αιξωνίδες», συνδέεται με την αίγα, δηλαδή την κατσίκα. Η ονομασία μαρτυρά τη σημασία της κτηνοτροφίας, ιδιαίτερα στις περιοχές κοντά στις πλαγιές του Υμηττού.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν επίσης με την αλιεία, την ελαιοκαλλιέργεια και τη μελισσοκομία. Μάλιστα, ο αρχαίος συγγραφέας Αθήναιος αναφέρεται στην περίφημη τρίγλη της περιοχής, δηλαδή το μπαρμπούνι, στοιχείο που δείχνει ότι η αλιευτική παραγωγή είχε αποκτήσει ιδιαίτερη φήμη.

Η ονομασία του αρχαίου δήμου παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνη της γειτονικής Αιξωνής, στη σημερινή Γλυφάδα. Και στις δύο περιπτώσεις, το όνομα συνδέεται με την κτηνοτροφία και την παρουσία αιγών στην ευρύτερη περιοχή.

Η αρχαία ακρόπολη στο Καστράκι και τα ευρήματα που αποκαλύπτουν την πόλη

Λίγοι γνωρίζουν ότι ο αρχαίος δήμος διέθετε και δική του ακρόπολη. Έχει εντοπιστεί στον λόφο Καστράκι, ύψους περίπου 100 μέτρων, κοντά στα σημερινά όρια της Βούλας με τη Βάρη και τη Βουλιαγμένη. Μέχρι σήμερα, πάντως, δεν έχει πραγματοποιηθεί συστηματική ανασκαφική έρευνα στον χώρο.

Η θέση της ακρόπολης προσέφερε στρατηγικό πλεονέκτημα. Από το μικρό πλάτωμά της, διαστάσεων περίπου 100 επί 40 μέτρων, μπορούσε κανείς να ελέγχει τις κινήσεις προς το εσωτερικό του δήμου, τα Μεσόγεια και τον Σαρωνικό.

Σημαντικά στοιχεία για την οργανωμένη ζωή της αρχαίας Βούλας προέκυψαν και από ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία του 2000. Σε οικόπεδο ανάμεσα στις οδούς Μυστρά, Ηρακλειδών, Αθηναΐδος και τη λεωφόρο Βάρης-Κορωπίου αποκαλύφθηκε συγκρότημα περίπου 1.500 τετραγωνικών μέτρων, με δώδεκα δωμάτια, ιερό και πηγάδι.

Τα ευρήματα χρονολογούνται στα τέλη του 5ου και στον 4ο αιώνα π.Χ. και θεωρείται πιθανό να συνδέονται με την αρχαία αγορά του δήμου Αλών Αιξωνίδων.

Ενδείξεις οργανωμένης κατοίκησης βρέθηκαν και στην οδό Καλύμνου, στη συμβολή της με την Ηρακλειδών. Εκεί αποκαλύφθηκε οικιστικό σύνολο με κατοικίες που διέθεταν τρία ή τέσσερα δωμάτια, κουζίνα και λουτρό. Η διάταξη των σπιτιών προσφέρει μια εικόνα της καθημερινότητας και του επιπέδου διαβίωσης των κατοίκων κατά την κλασική εποχή.

Από πού πήρε το όνομά της η Βούλα;

Η προέλευση της σημερινής ονομασίας της Βούλας συνδέεται, σύμφωνα με την επικρατέστερη ερμηνεία, με την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Εκείνη την εποχή, μεγάλες εκτάσεις στην ευρύτερη περιοχή της σημερινής Βάρης, της Βούλας, της Βουλιαγμένης και του Κορωπίου ανήκαν σε γαιοκτησία της Μονής Ασωμάτων Πετράκη. Οι κάτοικοι της περιοχής καλλιεργούσαν τη γη και κατέβαλλαν φόρους που αποδίδονταν στο μοναστήρι.

Σε έγγραφο του 1824, το οποίο αφορούσε την οριοθέτηση των κτημάτων των Κάτω Τραχώνων και της Μονής Πετράκη, η λέξη «βούλα» εμφανίζεται ως σημείο πάνω στο βουνό, κοντά στα σημερινά όρια της Γλυφάδας και της Βούλας. Η αναφορά αυτή θεωρείται σημαντική για την ιστορία του τοπωνυμίου.

Μια ακόμη πρώιμη καταγραφή της ονομασίας ενδέχεται να συνδέεται με τις έρευνες για την υδροδότηση της Αθήνας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το 1900, μετά τον εντοπισμό πηγών πόσιμου νερού στη Βάρη, το ζήτημα της ύδρευσης της πρωτεύουσας απασχόλησε έντονα την πολιτική ηγεσία. Ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης χρηματοδότησε τις σχετικές έρευνες, ενώ στις συζητήσεις με τον νομάρχη Αττικής για τις πηγές της περιοχής φέρεται να καταγράφεται μία από τις πρώτες επίσημες αναφορές στο όνομα «Βούλα».

Η Βούλα στις αρχές του 20ού αιώνα: Ένας σχεδόν ακατοίκητος τόπος

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Βούλα απείχε πολύ από το σημερινό αστικό τοπίο της. Ήταν μια αραιοκατοικημένη εξοχική περιοχή, με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους. Η απογραφή του 1920 κατέγραψε μόλις 31 ανθρώπους.

Για τους Αθηναίους, η περιοχή αποτελούσε κυρίως προορισμό για κυνήγι, περιπάτους και εξορμήσεις στην εξοχή. Η πρόσβαση, ωστόσο, δεν ήταν πάντα εύκολη, ούτε η εξυπηρέτηση των επιβατών ιδιαίτερα οργανωμένη.

Το καλοκαίρι του 1913, η εφημερίδα «Εμπρός» περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι παραθεριστές στη διαδρομή προς τη νότια εξοχή. Ο αμαξηλάτης του λεωφορείου φέρεται να ζητούσε υπερβολικά φιλοδωρήματα για να παραδίδει επιστολές, να σταματούσε χωρίς λόγο σε οινοπωλεία και να εμπλεκόταν συχνά σε ατυχήματα.

Το δημοσίευμα αποτυπώνει μια εποχή κατά την οποία η περιοχή βρισκόταν ακόμη μακριά από την ανάπτυξη που θα ακολουθούσε μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Το Ασκληπιείο Βούλας και το ΠΙΚΠΑ

Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας της Βούλας ξεκίνησε το 1920, όταν δημιουργήθηκαν τα πρώτα υπόστεγα του Ασκληπιείου σε έκταση που είχε παραχωρήσει η Μονή Πετράκη.

Το σανατόριο άρχισε να λειτουργεί το 1921 και το 1923 πέρασε στη διοίκηση του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Αρχικά διέθετε τέσσερα υπόστεγα και περιέθαλπε παιδιά που έπασχαν από φυματίωση των οστών και των αρθρώσεων. Με την πάροδο των χρόνων, η μονάδα εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα νοσοκομεία της χώρας.

Παράλληλα, από το 1924, οι κατασκηνώσεις του Πατριωτικού Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως (ΠΙΚΠΑ) άρχισαν να φιλοξενούν στη Βούλα εκατοντάδες παιδιά από οικονομικά αδύναμες οικογένειες, προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να κάνουν θαλάσσια λουτρά.

Οι δύο αυτές δομές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας της περιοχής, συνδέοντας τη Βούλα με την υγεία, την περίθαλψη και την κοινωνική πρόνοια.

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που έδωσαν νέα ζωή στη Βούλα

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 άλλαξε τη δημογραφική και κοινωνική εικόνα πολλών περιοχών της Ελλάδας. Η Βούλα αποτέλεσε έναν από τους τόπους εγκατάστασης προσφυγικών οικογενειών, οι οποίες προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους σε ένα περιβάλλον που παρουσίαζε πολλές δυσκολίες.

Την άνοιξη του 1927, το υπουργείο Γεωργίας δημιούργησε προσφυγικό αγροτικό συνοικισμό στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη. Ο οικισμός αναπτύχθηκε σε έκταση 92 στρεμμάτων, περίπου ανάμεσα στις σημερινές οδούς Μικράς Ασίας, Αγίου Ιωάννου, Σμύρνης και Διγενή.

Γύρω από τον συνοικισμό παραχωρήθηκαν αγροί συνολικής έκτασης 1.876 στρεμμάτων, ενώ επιπλέον 3.157 στρέμματα ορεινής γης προορίστηκαν για κοινή χρήση και κτηνοτροφία. Σύμφωνα με τους τίτλους κατοχής της προσφυγικής κοινότητας, οι αρχικοί κληρούχοι ήταν οι αρχηγοί 41 οικογενειών.

Η εγκατάσταση δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι οι πρόσφυγες είχαν εξασφαλίσει τις συνθήκες για μια εύκολη νέα αρχή. Η γη ήταν πετρώδης, είχε μείνει για χρόνια ακαλλιέργητη και δεν υπήρχε επαρκής ύδρευση. Επιπλέον, η κρατική υποστήριξη σε σπόρους, ζώα και γεωργικά εργαλεία ήταν περιορισμένη.

Πολλοί αναγκάζονταν να νοικιάζουν εργαλεία ή ζώα από γεωργούς της Βάρης και του Κορωπίου. Ορισμένοι εγκατέλειψαν προσωρινά τον συνοικισμό για να αναζητήσουν εργασία στην Αθήνα ή σε γειτονικές κοινότητες. Άλλοι παρέμειναν, προσπαθώντας να αξιοποιήσουν τη γη που τους είχε παραχωρηθεί.

Οι καλλιέργειες περιλάμβαναν σιτάρι, κριθάρι, οπωροφόρα δέντρα και κηπευτικά. Μετά το 1930 προστέθηκαν ο αρακάς και τα κουκιά. Η παραγωγή συνήθως κάλυπτε τις ανάγκες των ίδιων των οικογενειών, ενώ τα πλεονάσματα που μπορούσαν να διατεθούν στην αγορά ήταν περιορισμένα.

Για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους, αρκετοί πρόσφυγες στράφηκαν στο εμπόριο και στην αλιεία. Με την εργασία τους, την επιμονή τους και τη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων γειτονιών, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της κοινωνίας της Βούλας.

Το Μνημείο Ιωνίας, στην πλατεία Αγίου Ιωάννου, αποτελεί σήμερα μια υπενθύμιση της προσφυγικής καταγωγής πολλών κατοίκων και της δύσκολης προσπάθειας για μια νέα αρχή.

Το σχέδιο για την κηπούπολη και η ανάπτυξη του εξοχικού συνοικισμού

Την ίδια περίοδο που οι πρόσφυγες προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια βιώσιμη αγροτική κοινότητα, η Βούλα άρχισε να σχεδιάζεται και ως εξοχικός οικισμός για τους κατοίκους της Αθήνας.

Κατά τον Μεσοπόλεμο, η ιδέα των κηπουπόλεων κέρδιζε έδαφος. Στόχος ήταν η δημιουργία νέων συνοικιών έξω από το πυκνοδομημένο κέντρο, με περισσότερους ελεύθερους χώρους, πράσινο και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ΦΕΚ 311 της 17ης Σεπτεμβρίου 1926 ενέκρινε τη δημιουργία του «εξοχικού συνοικισμού Βούλας».

Η προσπάθεια είχε ξεκινήσει ήδη από το 1923, όταν δύο Αθηναίοι αγόρασαν από τη Μονή Πετράκη παραθαλάσσια έκταση περίπου 1.100 στρεμμάτων. Στη συνέχεια, μέρος της γης μεταβιβάστηκε σε ακόμη δέκα πρόσωπα και ιδρύθηκε η Μετοχική Εταιρεία Εκμεταλλεύσεως Κτήματος Βούλας (ΜΕΕΚΒ).

Το 1927 συμφωνήθηκε με το υπουργείο Συγκοινωνιών η εκτέλεση έργων υποδομής και η μεταβίβαση κοινόχρηστων εκτάσεων στο Δημόσιο.

Έτσι, η Βούλα άρχισε να αποκτά σταδιακά έναν διπλό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά υπήρχε η αγροτική προσφυγική κοινότητα, που προσπαθούσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Από την άλλη, διαμορφωνόταν ένα σχέδιο παραθεριστικής κατοίκησης, το οποίο θα έθετε τις βάσεις για τη μελλοντική οικιστική ανάπτυξη της περιοχής.

Η Αντίσταση στην Κατοχή και η «Διμοιρία του Βουνού»

Η γερμανική Κατοχή αποτέλεσε μια ακόμη δύσκολη περίοδο για τη Βούλα. Η παραλιακή ζώνη επιτάχθηκε, ενώ οι κατασκηνώσεις του ΠΙΚΠΑ μετατράπηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις σε στρατιωτικό νοσοκομείο.

Παρά τις συνθήκες, κάτοικοι της περιοχής συμμετείχαν στην Αντίσταση. Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, με επικεφαλής τον εκπαιδευτικό Θάνο Χατζημήτρο, γνωστό ως «Δάσκαλο», τον ιερέα Δημήτριο Κοντάρα και τον κοινοτάρχη Νίκο Στάικο, συγκροτήθηκε στον Υμηττό η λεγόμενη «Διμοιρία του Βουνού».

Στην προσπάθεια υποστήριξης των αντιστασιακών ομάδων συμμετείχαν, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, και γιατροί και εργαζόμενοι του Ασκληπιείου, οι οποίοι παρείχαν κρυφά βοήθεια στους αντάρτες.

Η περίοδος αυτή αποτελεί μέρος της ιστορικής μνήμης της Βούλας, συνδέοντας την τοπική κοινωνία με τις ευρύτερες εξελίξεις της Κατοχής και της Αντίστασης.

Το πρώτο σχολείο της Βούλας και οι αναμνήσεις μιας άλλης εποχής

Μετά τον πόλεμο, η καθημερινή ζωή στη Βούλα άρχισε να οργανώνεται σταδιακά. Οι κάτοικοι αυξάνονταν, οι γειτονιές αποκτούσαν πιο σταθερή μορφή και η ανάγκη για σχολικές υποδομές γινόταν όλο και πιο επιτακτική.

Όπως θυμάται η παλιά κάτοικος της περιοχής Φιλίτσα Σιταρά, το πρώτο σχολείο λειτούργησε προσωρινά σε εξοχικό σπίτι στην οδό Κονδύλη, το οποίο είχε παραχωρηθεί από ιδιώτη. Ένας μόνο δάσκαλος αναλάμβανε τις ανάγκες όλων των τάξεων.

Όταν κατασκευάστηκε το κτίριο του 1ου Δημοτικού Σχολείου Βούλας, οι εγκαταστάσεις ήταν ακόμη περιορισμένες. Αρχικά υπήρχε μόνο μία αίθουσα, η οποία σήμερα χρησιμοποιείται ως αίθουσα υπολογιστών, ενώ στην αυλή υπήρχε πηγάδι που αποτελούσε μέρος του παιχνιδιού των παιδιών.

Οι αναμνήσεις των παλαιότερων κατοίκων περιγράφουν μια Βούλα πολύ διαφορετική από τη σημερινή: με λιγότερα σπίτια, χωμάτινους δρόμους σε αρκετές περιοχές και γειτονιές όπου όλοι γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Τότε, η περιοχή χωριζόταν ουσιαστικά στην Κάτω Βούλα, γύρω από το Ασκληπιείο, και στην Άνω Βούλα, κοντά στη σημερινή πλατεία Ιμίων. Για τους παλιούς κατοίκους, τα όρια της πόλης ήταν πολύ πιο περιορισμένα από όσα γνωρίζουμε σήμερα.

Φωτογραφία: Μαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Βούλας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Προσωπικό αρχείο της Φιλίτσας Σιταρά, με άδεια δημοσίευσης στο NouPou.

Τα καλοκαιρινά μπάνια του ’50 και οι πρώτες σκηνές στην παραλία

Η δεκαετία του 1950 σηματοδότησε μια νέα εποχή για τη Βούλα. Η περιοχή άρχισε να γίνεται δημοφιλής προορισμός για τα κυριακάτικα μπάνια των Αθηναίων, οι οποίοι αναζητούσαν λίγη θάλασσα και ξεκούραση μακριά από το κέντρο της πρωτεύουσας.

Η παραλία δεν διέθετε ακόμη τις οργανωμένες εγκαταστάσεις που γνωρίζουμε σήμερα. Στην περιοχή υπήρχε ένα μικρό περίπτερο, κοντά στο σημείο όπου αργότερα κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο «Γαλήνη».

Όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα να νοικιάσουν δωμάτιο έστηναν πρόχειρες σκηνές στην ακτή και περνούσαν εκεί μέρος του καλοκαιριού. Οι εικόνες αυτές θυμίζουν μια εποχή κατά την οποία η παραλία της Βούλας αποτελούσε μια απλή, προσιτή διέξοδο για οικογένειες της Αθήνας.

Το 1953, οι κατασκηνώσεις του ΠΙΚΠΑ φιλοξένησαν περίπου 1.200 παιδιά από τα σεισμόπληκτα Επτάνησα, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά τον κοινωνικό ρόλο που είχε αποκτήσει η περιοχή.

Η πληθυσμιακή ανάπτυξη και η αυτονόμηση της Βούλας

Η αύξηση του πληθυσμού αποτυπώνει με σαφήνεια τη μετάβαση από τον μικρό εξοχικό οικισμό σε ένα αναπτυσσόμενο προάστιο.

Το 1951 η Βούλα είχε 2.106 κατοίκους. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1961, ο πληθυσμός είχε αυξηθεί στους 3.864, ενώ το 1971 έφτασε τους 5.575 κατοίκους.

Παράλληλα, εξελισσόταν και η διοικητική της πορεία:

  • 1929: Η Βούλα προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Βάρης.
  • 1934: Αποσπάστηκε από τη Βάρη και αναγνωρίστηκε ως αυτοτελής κοινότητα.
  • 1982: Αναγνωρίστηκε ως Δήμος Βούλας, με πρώτο δήμαρχο τον Ιωάννη Κιούκη.

Η διοικητική αυτονόμηση αντανακλούσε τη σταδιακή διαμόρφωση μιας ξεχωριστής τοπικής ταυτότητας, καθώς ο πληθυσμός αυξανόταν και οι ανάγκες της περιοχής διευρύνονταν.

Από τους χωματόδρομους και τους κήπους στη σύγχρονη Βούλα

Ακόμη και τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, η Βούλα παρέμενε σε μεγάλο βαθμό διαφορετική από τη σημερινή εικόνα της. Ιδιαίτερα στις υψηλότερες συνοικίες, υπήρχαν εκτεταμένες αδόμητες εκτάσεις, βραχώδεις λόφοι και αραιά χτισμένες μονοκατοικίες με μεγάλους κήπους.

Παλιός κάτοικος της περιοχής περιγράφει ότι ο δρόμος από τα Δικηγορικά προς το Πανόραμα περνούσε από αρκετές μονοκατοικίες με κήπους. Όταν έφτανε κανείς στην περιοχή της σημερινής πλατείας Χλόης, όμως, έβρισκε μόλις τρία σπίτια, ενώ γύρω τους απλωνόταν κυρίως βραχώδες έδαφος.

Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει πιο έντονα από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Η οικοδομική δραστηριότητα επεκτάθηκε σταδιακά προς τους λόφους, ενώ οι νέες υποδομές και η αναβάθμιση της παραλιακής ζώνης ενίσχυσαν την ελκυστικότητα της περιοχής.

Η Βούλα μετατράπηκε σταδιακά σε έναν από τους πιο δημοφιλείς οικιστικούς προορισμούς των νοτίων προαστίων, με αυξημένη ζήτηση για κατοικίες, καλύτερη σύνδεση με την Αθήνα και ισχυρή παρουσία στην αγορά ακινήτων της Αθηναϊκής Ριβιέρας.

Το 2010, στο πλαίσιο της διοικητικής μεταρρύθμισης «Καλλικράτης», η Βούλα συνενώθηκε με τη Βάρη και τη Βουλιαγμένη, σχηματίζοντας τον σημερινό Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης.

Η ιστορία της Βούλας συνεχίζεται

Η σημερινή Βούλα απέχει πολύ από τον μικρό αγροτικό οικισμό του Μεσοπολέμου. Οι αλυκές και τα χωράφια, οι προσφυγικές κατοικίες, οι πρόχειρες κατασκηνώσεις στην παραλία και οι λιγοστές μονοκατοικίες των παλαιότερων δεκαετιών έχουν δώσει τη θέση τους σε ένα πυκνότερο αστικό περιβάλλον.

Ωστόσο, η ιστορία της περιοχής παραμένει ορατή σε πολλά σημεία: στα αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν την ύπαρξη ενός οργανωμένου αρχαίου δήμου, στο Μνημείο Ιωνίας που θυμίζει τις προσφυγικές ρίζες της πόλης, στο Ασκληπιείο και στις αναμνήσεις των παλαιότερων κατοίκων.

Η εξέλιξη της Βούλας δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μόνο περιόδου ή ενός συγκεκριμένου έργου. Διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικές αλλαγές: την αρχαία οργανωμένη κοινότητα, την αγροτική ζωή, την εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων, τη δημιουργία των πρώτων θεσμών και υποδομών και, τελικά, τη μεγάλη οικιστική ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών.

Από τον αρχαίο δήμο των Αλών Αιξωνίδων έως τη σύγχρονη Αθηναϊκή Ριβιέρα, η Βούλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένας τόπος αλλάζει μέσα στον χρόνο, διατηρώντας παράλληλα ίχνη από τις διαφορετικές κοινωνίες που τον κατοίκησαν.

Τα αρχαία ευρήματα στο οικόπεδο μεταξύ των οδών Μυστρά, Ηρακλειδών, Αθηναϊδος και της Λεωφόρου Βάρης-Κορωπίου (Φωτογραφίες: Νίκος Χριστοφάκης για το NouPou).

Το συγκρότημα που αποκαλύφθηκε στο οικόπεδο μεταξύ των οδών Μυστρά, Ηρακλειδών, Αθηναϊδος και της Λεωφόρου Βάρης-Κορωπίου χρονολογείται στους κλασικούς χρόνους (τέλη 5ου-4ου αι. π.Χ.) και πιθανότατα ταυτίζεται με την αρχαία αγορά του δήμου Αλών Αιξωνίδων.

Στην οδό Καλύμνου (Καλύμνου & Ηρακλειδών) αποκαλύφθηκε επίσης οικιστικό σύνολο με σπίτια που διέθεταν 3 ή 4 δωμάτια το καθένα, κουζίνα και λουτρό, προδίδοντας το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων.

Μαθητές στο 1ο δημοτικό σχολείο της Βούλας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 – Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο της κ. Φιλίτσας Σιταρά | Άδεια δημοσίευσης για το NouPou

Πηγές με ενεργά links