
Μια ενδιαφέρουσα πολιτική είδηση έκρυβε η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Alpha και στην «Αυτοψία» του Αντώνη Σρόιτερ, καθώς ο πρωθυπουργός έκλεισε με μάλλον ξεκάθαρο τρόπο τα σενάρια περί κυβερνητικής παρέμβασης στον εκλογικό νόμο. Τόσο ως προς τον πήχη εισόδου του 3%, όσο και ως προς τον τρόπο που απονέμεται το bonus στο πρώτο κόμμα.

«Πρωτοβουλία της κυβέρνησης για αλλαγή του εκλογικού νόμου δεν θα υπάρξει», τόνισε με νόημα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με μια πιο συγκεκριμένη διατύπωση από αυτή που είχε χρησιμοποιήσει σε αντίστοιχο ερώτημα που δέχθηκε τον Σεπτέμβριο στη ΔΕΘ. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός θύμισε ότι και πριν από το 2023 είχε δεχθεί εισηγήσεις για αντίστοιχες αλλαγές, τις οποίες στάθμισε και δεν έκανε δεκτές, με το αποτέλεσμα να τον δικαιώνει.
O Πρωθυπουργός προέβαλε ως αιτιολογία το ότι δεν θέλει να μετακινήσει τους κανόνες του παιχνιδιού, ενώ αυτό είναι ακόμα σε εξέλιξη. Βεβαίως, ο λόγος δεν είναι μόνο αυτός. Ο κ. Μητσοτάκης όλο το προηγούμενο διάστημα άκουσε εισηγήσεις και απόψεις υπέρ της παρέμβασης του νόμου που είχε καταρτιστεί τους πρώτους μήνες της κυβερνητικής του θητείας το 2019. Μάλιστα και εντός του Μαξίμου υπήρχαν εισηγήσεις υπέρ της αλλαγής του νόμου.
Σύμφωνα με πληροφορίες όμως, ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι σε αυτή τη συγκυρία, μια τέτοια μονομερής παρέμβαση θα φανέρωνε ηττοπάθεια, ενώ η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να έχει σαφέστατο προβάδισμα σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Παράλληλα, φέρεται να εκτιμά ότι τυχόν άνοδος του πήχη εισόδου από το 3% στο 5% ενδεχομένως να συσπείρωνε σχηματισμούς κυρίως στα δεξιά της ΝΔ, όπου αυτή τη στιγμή παρατηρείται κατακερματισμός.
Σήμερα στη Βουλή, η ΝΔ έχει τρία κόμματα εκ δεξιών της (Ελληνική Λύση, ΝΙΚΗ και οι υπό διάλυση Σπαρτιάτες), ενώ καραδοκεί και η Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου.
Παρά την δήλωση όμως του Πρωθυπουργού οι φωνές δεν σταματούν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε πως ένα ποσοστό κοντά στο 30% (λίγο πάνω ή λίγο κάτω) είναι πολλοί οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που δεν θα εκλεγούν ξανά. Το γεγονός αυτό δεν το ξεχνά το Μαξίμου.
Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο θα έχετε σίγουρα ακούσει για το γερμανικό πολιτικό σύστημα που από πολλούς προβάλλεται ως μία καλή λύση, ένα σύστημα που ισορροπεί ανάμεσα στην αναλογικότητα και την κυβερνησιμότητα. Προβάλλεται ως μία βάση έμπνευσης για ένα νέο εκλογικό νόμο.
Ας δούμε το γερμανικό εκλογικό σύστημα
Πώς λειτουργεί το γερμανικό εκλογικό σύστημα;

Η πιο πολυχρησιμοποιημένη φράση που αφορά το γερμανικό εκλογικό σύστημα λέει ότι οι βουλευτές εκλέγονται «μέσω γενικής, ελεύθερης, ισότιμης και μυστικής ψηφοφορίας». Αυτό προβλέπει το Άρθρο 38, Παράγραφος 1 του γερμανικού Συντάγματος. Και σημαίνει ότι όσοι πολίτες είναι τουλάχιστον 18 ετών έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Κάθε πολίτης διαθέτει δύο ψήφους -με την πρώτη (Erststimme) επιλέγει με σταυρό προτίμησης υποψήφιο από την εκλογική του περιφέρεια ενώ με την δεύτερη (Zweitstimme) ψηφίζει το κόμμα επιλογής. Η ψηφοφορία είναι φυσικά μυστική (εκλογικό απόρρητο). Πάντως το γερμανικό εκλογικό σύστημα διαφέρει από το αμερικανικό, το βρετανικό ή το ελβετικό.
Γερμανία, μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία
Σημαντικότερη διαφορά είναι ότι η γερμανική μορφή διακυβέρνησης δεν είναι άμεση, αλλά αντιπροσωπευτική. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν παίζουν οι βουλευτές, δρώντας ως αντιπρόσωποι της λαϊκής βούλησης. Η Ελβετία θεωρείται κλασικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας. Οι Ελβετοί ψηφίζουν νόμους και μέσω δημοψηφισμάτων. Στη Γερμανία όμως οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μόνον από τους βουλευτές. Αυτό συνιστά πολύ σημαντική ευθύνη για τους εκλεγμένους αντιπροσώπους.
Το γερμανικό Σύνταγμα τονίζει ιδιαίτερα τον συγκεκριμένο ρόλο τον βουλευτών και επισημαίνει: «Είναι αντιπρόσωποι του λαού στο σύνολό του, δεν δεσμεύονται από εντολές και οδηγίες και είναι υπόλογοι μόνον στη συνείδησή τους». Το Σύνταγμα προβλέπει όμως έναν ελεγκτικό ρόλο και για τον απλό ψηφοφόρο. Όποιος θεωρεί ότι η ψηφοφορία δεν διενεργήθηκε σύννομα, μπορεί να προσβάλει την εκλογική διαδικασία.
Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο
Από το 2002 το γερμανικό Κοινοβούλιο μετρά τουλάχιστον 598 βουλευτές. Οι μισές από τις έδρες αυτές κατανέμονται στους βουλευτές που κερδίζουν την απλή πλειοψηφία των ψήφων στις 299 εκλογικές περιφέρειες. Μπορεί να πει κανείς ότι αυτοί οι βουλευτές εκλέγονται απευθείας. Γι΄ αυτό και γίνεται λόγος για τη λεγόμενη «άμεση εντολή/έδρα» (Direktmandat). Για την κατανομή των υπόλοιπων 299 εδρών αποφασίζουν επίσης οι ψηφοφόροι, ωστόσο όχι μέσω της άμεσης επιλογής συγκεκριμένων υποψηφίων, αλλά ψηφίζοντας ένα συγκεκριμένο κόμμα. Τα κόμματα έχουν τοποθετήσει τους υποψηφίους τους στις λεγόμενες λίστες των κρατιδίων. Κάθε μία από τις 16 κομματικές ενώσεις (όσες και ο αριθμός των ομόσπονδων κρατιδίων) δημιουργεί θέσεις για τους υποψήφιους βουλευτές.
Οι λίστες των κρατιδίων εισάγονται, ανάλογα με το μέγεθος του εκάστοτε κρατιδίου, σε μια ομοσπονδιακή λίστα, της οποίας ηγείται ο επικεφαλής υποψήφιος κάθε κόμματος. Η Άγκελα Μέρκελ βρίσκεται και φέτος στην πρώτη θέση της λίστας της CDU (Χριστιανοδημοκράτες) και ο Μάρτιν Σουλτς ηγείται για πρώτη φορά της λίστας του SPD (Σοσιαλδημοκράτες). Ο καγκελάριος εκλέγεται εντέλει από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των πολιτών και όχι από τους ίδιους τους πολίτες.
Πρώτη και δεύτερη ψήφος
Από τις δύο ψήφους που έχει κάθε ψηφοφόρος (μπορεί να κάνει χρήση και μόνο της μίας, να ψηφίσει, για παράδειγμα κόμμα αλλά όχι υποψήφιο της περιφέρειάς του) η δεύτερη είναι η σπουδαιότερη. Μέσω αυτής κρίνεται η σύνθεση της ομοσπονδιακής Βουλής. Για παράδειγμα, αν ένα κόμμα συγκεντρώσει το 35% των δεύτερων ψήφων, τότε καταλαμβάνει και το 35% των βουλευτικών εδρών του επόμενου Κοινοβουλίου. Με τη δεύτερη ψήφο τους οι ψηφοφόροι κρίνουν εν τέλει τον συσχετισμό δυνάμεων στην Bundestag. Όταν είναι σαφές πόσες έδρες έχει κερδίσει κάθε κόμμα μέσω της δεύτερης ψήφου, αυτές κατανέμονται στους υποψηφίους από τις λίστες των κρατιδίων.
Εξαιρετικά σύνθετη γίνεται η κατάσταση όταν κάποιο κόμμα κερδίζει σε ένα κρατίδιο περισσότερες απευθείας έδρες συγκριτικά με το ποσοστό που συγκεντρώνει από τις δεύτερες ψήφους (γενικό εκλογικό ποσοστό). Σε τέτοια περίπτωση -η οποία δεν είναι σπάνιο φαινόμενο- το Κοινοβούλιο διευρύνεται. Ο συνολικός αριθμός των βουλευτών αυξάνεται, διότι οι έδρες που κερδήθηκαν μέσω της απευθείας εκλογής (πρώτη ψήφος) διατηρούνται. Προκειμένου να εξισορροπηθούν αυτές οι λεγόμενες «πλεονασματικές έδρες», χορηγούνται στα υπόλοιπα κόμματα κάποιες πρόσθετες έδρες.
Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση είχαν συμφωνήσει το 2012 επί της συγκεκριμένης διαδικασίας. Το μειονέκτημά της είναι ότι μέσω αυτής το Κοινοβούλιο μπορεί να μεγαλώσει δραστικά. Για παράδειγμα, το 2017, υπήρχαν 709 βουλευτές. Σήμερα βρίσκεται υπό συζήτηση να τεθεί όριο στον αριθμό των εδρών.
Το όριο του 5%
Μία ακόμη ιδιαιτερότητα του γερμανικού εκλογικού συστήματος είναι το κατώτατο όριο του 5% για την είσοδο των κομμάτων στη Βουλή. Η επιλογή του συγκεκριμένου ορίου έχει σχέση με τη γερμανική ιστορία. Στόχος της συγκεκριμένης διάταξης είναι να αποτραπεί ένας κατακερματισμός του πολιτικού τοπίου αντίστοιχος με εκείνον που υπήρξε τη δεκαετία του 1920 και καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων πλειοψηφίας. Ωστόσο, το επιχείρημα των επικριτών αυτής της διάταξης είναι ότι συνολικά υπερβολικά μεγάλων αριθμός ψήφων πηγαίνουν χαμένες. Το 2013 οι ψήφοι που χάθηκαν άγγιξαν τα επτά εκατομμύρια. Εδώ και χρόνια εξετάζεται η αναθεώρηση αυτού του ορίου.

Το γερμανικό σύστημα αλα ελληνικά
Το γερμανικό εκλογικό σύστημα ακούγεται στην Ελλάδα ήδη από το 2009, κυρίως ως προς την λεγόμενη «διπλή ψήφο» και την καθιέρωση πολλών μονοεδρικών περιοχών.
Φυσικά όσοι συζητούν για νέο εκλογικό νόμο πρέπει να διευκρινήσουν τη μορφή αλλά και τη λειτουργικότητα του εκλογικού συστήματος. Ας δούμε ορισμένα από αυτά:
Πόσες (βεβαίως και ποιές) θα είναι οι μονοεδρικές περιοχές. Θα είναι 150, 120 ή 180; Θα ακολουθηθεί η «γερμανική οδηγία» που θέλει τους μισούς βουλευτές της Βουλής να εκλέγονται από μονοεδρικές ή θα τροποποιηθεί; Και αν γίνει το δεύτερο, θα είναι λιγότεροι (120) ή περισσότεροι (180) από τους μισούς;
Δεύτερο κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα ακολουθηθεί η γερμανική πρακτική ο
αριθμός των εδρών κάθε κόμματος να προκύπτει από το συνολικό του ποσοστό
και όχι από τις μονοεδρικές περιοχές που κερδίζει, ή αν αντίθετα οι δύο κάλπες θα
είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη και ισοδύναμες. Αν ισχύσει η δεύτερη
λογική και στην περίπτωση που οι μονοεδρικές περιοχές είναι 180 υπάρχει
σοβαρό ενδεχόμενο το εκλογικό σύστημα να μεταβληθεί σε ακραία πλειοψηφικό,
Μήπως θα ήταν προτιμότερο να επιλεγεί για τις μονοεδρικές
περιοχές το σύστημα δύο γύρων (50% +1), το οποίο θα προφύλασσε το εκλογικό
σύστημα από ακραίες πλειοψηφικές δυσαναλογίες;
Τρίτο κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα διατηρηθεί το κατώφλι εισόδου στη Βουλή
στο 3%, ή αν θα αυξηθεί ή και μειωθεί ενδεχομένως. Θα υπάρξει επίσης η
δυνατότητα εκπροσώπησης στη Βουλή συνδυασμών που έχουν κερδίσει ορισμένο
αριθμό μονοεδρικών (π.χ. 3, όπως προβλέπει το γερμανικό σύστημα), ανεξάρτητα
από το αν απέτυχαν να περάσουν το προβλεπόμενο εκλογικό όριο;
Ενα άλλο σημαντικό ερώτημα αφορά στο κατά πόσον θα ακολουθηθεί η πρακτική
ο αριθμός των βουλευτικών εδρών μιας μείζονος εκλογικής περιφέρειας να
διαμορφώνεται ανάλογα με τον αριθμό των ψηφισάντων και να μην είναι εξαρχής
«κλειδωμένος» με βάση τον αριθμό των «εγγεγραμμένων». Αν υιοθετηθεί αυτή η
γενική αρχή, τότε εύλογα θα πρέπει να επεκταθεί και στις μονοεδρικές, καθώς οι
τελευταίες θα πρέπει να έχουν περίπου τον ίδιο αριθμό εκλογέων έτσι ώστε να
τηρείται η αρχή της ισότητας της ψήφου.
Οι απαντήσεις στα παραπάνω δεν θα δοθούν καθώς ο Πρωθυπουργός (όπως αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου) έκλεισε τη συζήτηση.
Όσο όμως υπάρχει μεγάλη μερίδα βουλευτών που ανησυχούν για την επανεκλογή τους, αυτή θα επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση.
Πληροφορίες έχουν αντληθεί από την DW