Τουρκία | Πόσο αλλάζει η εξωτερική πολιτική και η διακυβέρνηση της χώρας με νίκη Κιλιτσντάρογλου

Πόσο αλλάζει η εξωτερική πολιτική και η διακυβέρνηση της Τουρκίας με νίκη Κιλιτσντάρογλου

Η επαναφορά της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στις παραδοσιακές Kεμαλικές γραμμές της και η μείωση των εντάσεων στις διεθνείς σχέσεις της χώρας είναι βασικά στοιχεία της προεκλογικής πλατφόρμας του υπό τον Κιλιτσντάρογλου συνασπισμού της αντιπολίτευσης, όπως και η ενίσχυση του κοινοβουλευτικού συστήματος, εάν κερδίσει τις εκλογές.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Τίποτε όμως δεν αποκλείει την διατήρηση και κάποιων υφιστάμενων πολιτικών, όπως πχ στην Α. Μεσόγειο, σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Διαμόρφωση της Εξωτερικής πολιτικής

Υπάρχει η γενική εκτίμηση ότι η συμμαχία των έξη αντιπολιτευόμενων κομμάτων θα δώσει προτεραιότητα στην διπλωματία και θα εγκαταλείψει το ύφος αντιπαράθεσης το οποίο χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας την τελευταία 10ετία υπό το κόμμα του Ερντογάν. Σε ένα κοινό κείμενο αρχών (SWP, Stiftung Wissenschaft und Politik 28/2/2022), οι έξη δηλώνουν ότι η εξωτερική πολιτική τους θα βασιστεί στην αρχή του Κεμάλ “Ειρήνη στο εσωτερικό, Ειρήνη σε όλο τον κόσμο” και ότι θα σεβαστούν τις παγκόσμιες αξίες και το διεθνές δίκαιο, πέρα από οποιαδήποτε ιδεολογία.

Το υπουργείο εξωτερικών το οποίο έχει χάσει πολλή από την επιρροή του, καθώς η εξωτερική πολιτική της χώρας αντανακλά τις προσωπικές φιλοδοξίες του Ερντογάν και πρακτικά ασκείται από τον ίδιο, θα αποκτήσει εκ νέου το κύρος του και θα πάψουν να τοποθετούνται σε πρεσβευτικές και διπλωματικές θέσεις άτομα εκτός των υπηρεσιών του υπουργείου.

Η ενωμένη αντιπολίτευση υποστηρίζει την Eυρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας για εισδοχή της ως πλήρους μέλους της ΕΕ και υπόσχεται να σέβεται τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως προς το ΝΑΤΟ αναγνωρίζεται η κρίσιμη σημασία του για την Τουρκική εθνική ασφάλεια και οι συνεισφορές σ’ αυτό θα διατηρηθούν σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα, ενώ οι σχέσεις με τις ΗΠΑ θα προωθηθούν στην βάση διαλόγου μεταξύ ίσων.

Εκείνο το οποίο δεν σχολιάζεται είναι η τύχη των ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 τα οποία κόστισαν στην Τουρκία την έξοδό της από το πρόγραμμα των Αμερικανικών καταδιωκτικών 5ης γενιάς F-35, γεγονός το οποίο η νέα κυβέρνηση υπόσχεται να αντιστρέψει.

Στο πλαίσιο αυτό, η θέση προς την Ρωσία διαφοροποιείται κατά την έννοια ότι οι σχέσεις Άγκυρας – Μόσχας θα βασίζονται σε διάλογο θεσμικού επιπέδου, χωρίς να γίνεται έστω και κάποιος υπαινιγμός στην οικεία επικοινωνία των προέδρων των δύο χωρών, όπως μέχρι τώρα συνέβαινε. Όμοια ένας αποστασιοποιημένος πραγματισμός διαφαίνεται και στις αναμενόμενες σχέσεις της νέας κυβέρνησης των έξη με την Κίνα, αν εκλεγούν, ενώ συχνά ως αντιπολίτευση έχουν ζητήσει ισχυρότερη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των σουνιτών Ουϊγούρων από την κυβέρνηση Ερντογάν, έναντι του Πεκίνου.

Η εθνικιστική πλειοδοσία είναι ένα χαρακτηριστικό της ενωμένης αντιπολίτευσης, όπως έχει κατά καιρούς συμβεί και με τις αξιώσεις του Ερντογάν έναντι της Ελλάδας. Ενδεχομένως η τάση αυτή αντανακλά την εθνικιστική προέλευση της Ακσενέρ.

erdogan 1 4

Διάλογος και ενδεχόμενες συνεκμεταλλεύσεις πόρων

 Όσον αφορά τις σχέσεις με την Ελλάδα, η ενωμένη αντιπολίτευση προτίθεται ως κυβέρνηση πλέον να ακολουθήσει πολιτική διαλόγου για την ανεύρεση δίκαιων λύσεων στα διμερή προβλήματα, τονίζοντας ότι δεν θα κάνει συμβιβασμούς στα Τουρκικά εθνικά συμφέροντα και δεν θα επιτρέψει εξελίξεις οι οποίες θα απόβαιναν σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στο Αιγαίο.

Το Κυπριακό περιγράφεται ως “εθνικό θέμα” και δίνεται έμφαση στο ότι, όποια λύση δοθεί θα πρέπει να διασφαλίζει την ισότιμη πολιτική κυριαρχία των δύο κοινοτήτων Ελληνικής και Τουρκικής στους αντίστοιχους χώρους τους στο νησί. Στο σημείο αυτό γίνεται μια σαφής διαφοροποίηση από την τρέχουσα πολιτική απειλών της Άγκυρας, κατά το ότι προβάλλεται ο ελληνο-τουρκικός διάλογος ως μέσο επίλυσης διαφορών, ενώ ως προς την Κύπρο δεν αναφέρεται η λύση της δημιουργίας δύο ανεξάρτητων κρατών στο νησί, όπως υποστηρίζει ο Ερντογάν.

Για τις αντιπαραθέσεις στα θέματα έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων, οι έξη υποστηρίζουν ότι θα δώσουν προτεραιότητα σε κοινές διαπραγματεύσεις όλων των μερών για επίλυση των διαφωνιών στην χάραξη των θαλασσίων ζωνών και δίκαια συμμετοχή στους πόρους. Μια τέτοια δήλωση δεν αποκλείει και την πρόθεση συνεκμεταλλεύσεων των αποθεμάτων των υδρογονανθράκων, όπου τα συμφέροντα των μερών συμπίπτουν. Χαρακτηριστικά, η Αμερικανική Chevron ανακοίνωσε τον τρέχοντα μήνα την πρόθεσή της για διαγωνισμό προμήθειας ειδικού σκάφους γεωτρήσεων το οποίο θα χρησιμοποιηθεί σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις Αιγύπτου, Ισραήλ και Κύπρου για το 2024, με την δυνατότητα χρονικής επέκτασης της χρήσης του.

Ο στόχος της Chevron είναι να αυξήσει την παραγωγή της καθώς αντιμετωπίζει αυξημένη παγκόσμια ζήτηση για φυσικό αέριο, εντεινόμενη με την απομάκρυνση καταναλωτών από την Ρωσική ενέργεια, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Η Αμερικανική εταιρεία διαχειρίζεται το γιγαντιαίο Ισραηλινό κοίτασμα Λεβιάθαν και επιθυμεί την ανάπτυξη του Κυπριακού κοιτάσματος Αφροδίτη. Στα σχέδιά της είναι και η χρήση πλωτού σταθμού υγροποίησης του αερίου, το οποίο θα επιτρέψει εξαγωγές προς την Ευρώπη και διεθνώς.

Η Τουρκία δεν θα ήταν δυνατόν, μέσω της Τουρκοκυπριακής διοίκησης, να αγνοήσει αυτές τις δυνατότητες και να μην θελήσει να λάβει μέρος. Στα άλλα μέτωπα των εξωτερικών σχέσεων της Άγκυρας, η ενωμένη αντιπολίτευση τονίζει τον σεβασμό της για την εδαφική ακεραιότητα των γειτονικών χωρών όπως στην περίπτωση της Συρίας, χωρίς όμως να δεσμεύεται με κάποιο πρόγραμμα βημάτων επίλυσης των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών, ενώ δεν μνημονεύει την σχετική αυτονομία των φιλο-αμερικανών Κούρδων στα βόρεια της χώρας.

Όμοια αποσιωπάται και η Τουρκική στρατιωτική παρουσία στην Λιβύη, κατά της οποίας εψήφισαν οι Κιλισντάρογλου και Ακσενέρ το 2020, ενώ είχαν υποστηρίξει την Τουρκο-Λιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών το 2019. Επίσης δεν υπάρχει σαφής τοποθέτηση για τον Ρωσο-Ουκρανικό πόλεμο και τις σχέσεις με το Ιράν, δυο κεφαλαιώδους σημασίας θέματα για την Τουρκική εξωτερική πολιτική.

Screenshot 2020 03 08 erdogan tourkia evros jpg JPEG εικόνα 750 × 500 εικονοστοιχεία

Ενίσχυση του κοινοβουλευτικού συστήματος

Οι ηγέτες των έξη αντιπολιτευόμενων κομμάτων, απόντος του Κουρδικού κόμματος, υπόγραψαν πανηγυρικά στην Άγκυρα προς το τέλος Φεβρουαρίου μια διακομματική συμφωνία, επιβεβαιώνοντας την πρόθεση τους για την ενίσχυση του κοινοβουλευτικού συστήματος και τον περιορισμό των εξουσιών του προέδρου, εάν κερδίσουν τις προσεχείς εκλογές.

Η επιβεβαίωση αυτή αφορά την εφαρμογή του προγράμματος αλλαγής εκ βάθρων του υφιστάμενου προεδρικού συστήματος με τις ενισχυμένες εκτελεστικές εξουσίες του προέδρου, το οποίο έχει τεθεί σε ισχύ με την εκλογή Ερντογάν τον Ιούνιο του 2018, μετά από το δημοψήφισμα του Απριλίου 2017. Με το δημοψήφισμα αυτό έχει καταργηθεί ο ρόλος του πρωθυπουργoύ, και ο πρόεδρος με πλήρη εκτελεστική εξουσία διορίζει αντιπροέδρους, υπουργούς, υψηλόβαθμους αξιωματούχους και δικαστές, διαλύει την βουλή, κ.α.

Το καθεστώς αυτό υπόσχεται η ενωμένη αντιπολίτευση να καταργήσει , προτείνοντας συμβολικές εξουσίες για τον πρόεδρο με 7ετή θητεία και απόδοση της εκτελεστικής εξουσίας στο υπουργικό συμβούλιο, του οποίου προεδρεύει και ηγείται ο πρωθυπουργός. Παράλληλα διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του δικαστικού σώματος, σύμφωνα με το κοινό δεσμευτικό πρόγραμμα του συνασπισμού των έξη, “Ενίσχυση του Κοινοβουλευτικού Συστήματος” το οποίο ανακοινώθηκε στις 28 Φεβ. 2022 (SWP, Stiftung Wissenschaft und Politik).

Είναι γεγονός όμως, ότι υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των αντιπολιτευομένων εταίρων, όπως πχ ότι ο Κιλιτσντάρογλου υπολογίζει σε Κουρδικές ψήφους ενώ η Ακσενέρ εκφράζει αντι-κουρδικές θέσεις, υπάρχει ισχυρός ανταγωνισμός μεταξύ Μπαμπατζάν και Γιλμάζ για το ποιος θα έχει την ευθύνη της οικονομίας κ.α. Σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης δίνουν μάλλον μια μικρή υπεροχή στην συνασπισμένη αντιπολίτευση, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι τελικά ο προεκλογικός αγώνας θα είναι αμφίρροπος και οι προσδοκίες για το εκλογικό αποτέλεσμα αβέβαιες.

Εκείνο όμως το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι, ότι με το τρέχον 10% επιτρεπτό όριο εκλογής κόμματος, τέσσερα από τα κόμματα που υπέγραψαν την διακομματική συμφωνία δεν μπορούν να εισέλθουν στην βουλή με αποτέλεσμα αν πρόεδρος εκλεγεί ο Κιλισντάρογλου, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να ήταν φιλο-ερντογανική, εκτός αν οι ψηφοφόροι των κομμάτων αυτών στραφούν προς τα δύο μεγάλα κόμματα του συνασπισμού (Κιλιτσντάρογλου, Ακσενέρ). Για το λόγο αυτό υπάρχει η δέσμευση των έξη, το εκλογικό όριο των κομμάτων να μειωθεί σε 3% και αντίστοιχα να εφαρμοστεί η δημόσια χρηματοδότησή τους.

Ασκώντας κριτική, το κόμμα του Ερντογάν σκωπτικά τονίζει “ότι αυτό δεν είναι ενισχυμένο κοινοβουλευτικό σύστημα αλλά ενισχυμένη αβεβαιότητα”. Όλα αυτά επηρεάζουν βέβαια τον μέσο ψηφοφόρο, ο οποίος ενδιαφέρεται κυρίως για την ενίσχυση της αγοραστικής του δύναμης και προσπαθεί να κρίνει ποιο πολιτικό σχήμα θα του την διασφαλίσει καλύτερα, ενώ δεινοπαθεί από τον υψηλό πληθωρισμό και την οικονομική αδυναμία της χώρας.

Στο παρόν στάδιο, οι ψηφοφόροι είναι αποδέκτες σημαντικών προεκλογικών παροχών και υποσχέσεων, χωρίς ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση να προσφέρουν ουσιαστική λύση για την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας, που επιδεινώθηκε με τους σεισμούς, και απαιτεί αξιόπιστη εξωτερική χρηματοδότηση.

Πολλοί Δυτικοί αξιωματούχοι μπορεί να έχουν συμβιβασθεί σιωπηλά με τη ιδέα μιας ακόμη θητείας Ερντογάν και αρκετοί να πιστεύουν, ότι σε κάθε περίπτωση είναι μεν κάποιος “ανεπιθύμητος”, αλλά γνωστός. Αν βέβαια η σημερινή αντιπολίτευση προκύψει νικηφόρα από τον εκλογικό αγώνα, σχεδόν όλοι θα δεχτούν αυτή την νίκη με ενθουσιασμό και θα καλωσορίσουν την ευκαιρία ενός νέου προσδιορισμού των σχέσεων τους με την Τουρκία.

Τότε θα λυθεί το θέμα της εμπλοκής του ΝΑΤΟ με την εισδοχή της Σουηδίας, θα εγκριθούν πωλήσεις όπλων προς την Τουρκία από τις ΗΠΑ, και οι Βρυξέλλες θα συνεργαστούν για τα ταξίδια των Τούρκων πολιτών στην Ένωση χωρίς βίζα και θα δώσουν νέα βοήθεια για τους Σύριους μετανάστες, οι οποίοι είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα παραμείνουν στην Τουρκία.

Δεν θα πρέπει βέβαια να μας διαφεύγει, ότι μια μεταβολή της Τουρκικής πολιτικής, όπως σε αδρές γραμμές προσεγγίσαμε στα προηγούμενα, θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία θα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και να μην ριψοκινδυνεύσει να απομονωθεί επιμένοντας μόνο στις προηγούμενες πάγιες θέσεις της, οι οποίες έχουν δώσει ένα σαφές περίγραμμα, όπως πχ. λύσεις στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου κτλ.

Αυτές θα πρέπει να εμπλουτιστούν και με προβολή επιπλέον δικαίων αιτημάτων, τα οποία θα εμπλουτίσουν τον διάλογο, όπως πχ ακύρωση του casus belli από πλευράς Τουρκίας, πρόθεση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, καθορισμός των θαλασσίων ζωνών, δημιουργία ενιαίου αμυντικού χώρου με την Κύπρο εφόσον οι Τουρκικές δυνάμεις παραμένουν στο νησί, επέκταση του διαλόγου και πέρα από το διμερές επίπεδο κ.α.

Εξυπακούεται βέβαια, ότι την προβολή των Ελληνικών θέσεων θα υποστηρίζει η συνεχιζόμενη αναβάθμιση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *