Ernst&Young: Στροφή των επενδυτών προς έναν τομέα κρίσιμο για την ελληνική οικονομία

Ernst&Young: Στροφή των επενδυτών προς έναν τομέα κρίσιμο για την ελληνική οικονομία

Αυξημένη πρόθεση για ξένες επενδύσεις στον τομέα της βιομηχανίας στην Ελλάδα καταγράφει η τελευταία ετήσια πανευρωπαϊκή μελέτη της Ernst&Young, για την ελκυστικότητα των οικονομιών όσον αφορά την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Αν και η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται χαμηλά όσον αφορά την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και μάλιστα green field (άμεσες τοποθετήσεις σε νέες μονάδες και εγκαταστάσεις, εξαιρώντας τις πιθανές εξαγορές), καταφέρνοντας μόλις το 2019 να μπει στην 30άδα (καταλαμβάνοντας την 29η θέση), εν τούτοις η μελέτη καταγράφει μια νέα τάση –κυρίως από τον χώρο της βιομηχανίας- όπου εκδηλώνεται μεγαλύτερο ενδιαφέρον για πιθανές επενδύσεις στη χώρα.

Τα στοιχεία της Ernst&Young

Σημειώνεται πανευρωπαϊκά η χώρα με τις περισσότερες άμεσες ξένες επενδύσεις το 2019, ήταν η Γαλλία, σημειώνοντας μάλιστα αύξηση κατά 17% σε σχέση με το 2018.

Στην πρώτη θέση –όσον αφορά τα σχέδια των ξένων επενδυτών για την Ελλάδα- παραμένει η δημιουργία γραφείων πωλήσεων ή μάρκετινγκ, με μειωμένο, όμως, ποσοστό (30%) σε σχέση με πέρσι (40%), γεγονός που αποτιμάται θετικά, καθώς πρόκειται για δραστηριότητα που δεν προσφέρει σημαντική προστιθέμενη αξία ή ενίσχυση της απασχόλησης. Στα ευρήματα της έρευνας προκύπτει ότι το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο για την Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες, όπως η Γαλλία (55%) και η Πορτογαλία (33%).

Στη δεύτερη θέση, ωστόσο, βρίσκεται φέτος η βιομηχανία, με ποσοστό 26%, έναντι μόλις 9% πέρσι και ποσοστά μεταξύ 17% και 18% για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό και, εφόσον επιβεβαιωθεί, αντανακλά μια στροφή των επενδυτών προς έναν τομέα κρίσιμο για την ελληνική οικονομία, καθώς είναι εντάσεως κεφαλαίου και με υψηλή προστιθέμενη αξία.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τόσο της EY, όσο και παραγόντων της εγχώριας επιχειρηματικότητας αλλά και στελεχών πολυεθνικών ομίλων, είναι πιθανόν η στροφή αυτή να συνδέεται με τις επιπτώσεις της πανδημίας και, ειδικότερα, με την πρόθεση των επιχειρήσεων να αναδιοργανώσουν την εφοδιαστική τους αλυσίδα, δημιουργώντας μονάδες παραγωγής πλησιέστερα στις ευρωπαϊκές αγορές. Πρόκειται για ένα εύρημα, που αν επιβεβαιωθεί, θα έχει δυνητικά σημαντικά οφέλη για την Ελλάδα, μετά από μια μακρά περίοδο αποβιομηχάνισης, και το οποίο πρέπει να απασχολήσει τους διαμορφωτές της επενδυτικής στρατηγικής της χώρας (βλ. κεφάλαιο «Συμπεράσματα και προτάσεις», σελ.79).

Oι δραστηριότητες που σχετίζονται με την εφοδιαστική αλυσίδα και τα logistics, βρίσκονται φέτος στην τρίτη θέση, με σταθερό το ποσοστό προτιμήσεων στο 19%, υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο ποσοστό για το σύνολο της Ευρώπης, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα μας διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα στον τομέα αυτόν, λόγω και της γεωγραφικής της θέσης.

Ακολουθούν οι υπηρεσίες back office με ποσοστό μειωμένο σε σχέση με το 2019 (9% από 13%) και αισθητά χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Πορτογαλία 22%, Βέλγιο 33%, Ευρώπη 14%), στοιχείο αποθαρρυντικό, καθώς επενδύσεις σε shared services centers, data centers, κ.λπ., δημιουργούν μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας. Η δημιουργία κεντρικών γραφείων (headquarters) και κέντρων εκπαίδευσης, εμφανίζεται ενισχυμένη, με ποσοστό 5% από 1% και 2% πέρσι αντίστοιχα, ενώ η συμμετοχή των κέντρων έρευνας & ανάπτυξης έχει μειωθεί από 8% σε 3%.

Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι στην έρευνα της ΕΥ, η μεθοδολογία δεν περιλαμβάνει επενδύσεις σε ακίνητη περιουσία ή τον τομέα του τουρισμού, που αποτελεί βασικό πυλώνα της εγχώριας οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά τη γενική πρόθεση, το 28% των ερωτώμενων δηλώνουν ότι, πριν την εκδήλωση της πανδημίας, οι επιχειρήσεις τους σχεδίαζαν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα μας ή να επεκτείνουν ήδη υπάρχουσες δραστηριότητες στη διάρκεια του επόμενου έτους. Το ποσοστό αυτό είναι οριακά μειωμένο σε σχέση με πέρσι (30%), αλλά αισθητά υψηλότερο από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα: Πορτογαλία 26%, Γαλλία 16% και Βέλγιο 10%, ενώ για την Ευρώπη, συνολικά, το ποσοστό φθάνει στο 27%.

Πάντως, η συντριπτική πλειονότητα των σχεδιαζόμενων επενδύσεων προέρχονται από επιχειρήσεις εγκατεστημένες ήδη στην Ελλάδα, μια τάση που παρατηρείται και σε άλλες χώρες της έρευνας, είναι, όμως, ιδιαίτερα έντονη στην περίπτωση της Ελλάδας.

Τέλος σημειώνεται ότι η έρευνα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα επιχειρήσεων από όλους τους σημαντικούς τομείς της οικονομίας. Η διεξαγωγή της φετινής έρευνας για την Ελλάδα μετατέθηκε χρονικά μετά την εκδήλωση της πανδημίας και διεξήχθη, τελικά, μεταξύ 22 Μαΐου και 9 Ιουνίου, διάστημα κατά το οποίο είχε αρχίσει η επάνοδος σε μια μορφή κανονικότητας.

One thought on “Ernst&Young: Στροφή των επενδυτών προς έναν τομέα κρίσιμο για την ελληνική οικονομία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *