Η ενεργειακή κρίση απειλεί το χρονοδιάγραμμα της ΕΕ για το ρωσικό LNG

Του Mark Temnycky

Στις 2 Δεκεμβρίου 2025, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν να καταργήσουν σταδιακά τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου και να προετοιμάσουν το έδαφος για τη σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο. Η συμφωνία προβλέπει την απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) έως το τέλος του 2026 και του φυσικού αερίου που μεταφέρεται μέσω αγωγών έως το φθινόπωρο του 2027. Στόχος της ΕΕ είναι να περιορίσει την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια, να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού της και να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Μετά τη συμφωνία, η ΕΕ καθόρισε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικής ενέργειας. Η απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού LNG και φυσικού αερίου μέσω αγωγών τέθηκε σε ισχύ στις 18 Μαρτίου. Ακολούθησε, στις 25 Απριλίου, η απαγόρευση των βραχυπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας LNG και, στις 17 Ιουνίου, η αντίστοιχη απαγόρευση για το φυσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών.

Αρχικά, η πολιτική αυτή φάνηκε να αποδίδει. Σύμφωνα με το Κέντρο Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (CREA), τον Αύγουστο οι εισαγωγές ρωσικού LNG στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 46% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Όπως ανέφερε το CREA, οι εισαγωγές υποχώρησαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι οι περιορισμοί είχαν αποτέλεσμα, αν και συνέβαλαν και οι εποχικές μεταβολές στις μεταφορές φυσικού αερίου.

Στη συνέχεια, ωστόσο, εξωτερικοί παράγοντες άρχισαν να περιπλέκουν την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ. Μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανέφερε ότι η σύγκρουση είχε διαταράξει τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ άρχισαν έκτοτε να αυξάνονται.

Σε δημοσίευμά του στις 29 Σεπτεμβρίου, το Associated Press ανέφερε ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ είχαν δαπανήσει περισσότερα από 100 δισ. ευρώ επιπλέον —περίπου 113,5 δισ. δολάρια— για εισαγωγές ενέργειας από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι καταναλωτές σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες πληρώνουν σχεδόν 50% περισσότερο στα πρατήρια καυσίμων, με την τιμή να ξεπερνά τα 11 δολάρια ανά γαλόνι, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Σε άλλη ανάλυση, το CREA διαπίστωσε ότι η ΕΕ κατέγραψε το υψηλότερο πρόσθετο κόστος εισαγωγών μεταξύ όλων των εισαγωγέων κατά το πρώτο εξάμηνο της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε η διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Το επιπλέον κόστος ανήλθε σε 78 δισ. δολάρια, έναντι 35 δισ. δολαρίων για την Κίνα και 22 δισ. δολαρίων για την Ινδία. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι η εξάρτηση της ΕΕ από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων από τις χώρες του Κόλπου είναι μικρότερη σε σύγκριση με εκείνη περιοχών όπως η Νοτιοανατολική Ασία.

“Μετά την απαγόρευση των βραχυπρόθεσμων αγορών ρωσικού LNG από την ΕΕ, τον Απρίλιο του 2026, οι εισαγωγές υποχώρησαν στο χαμηλότερο μηνιαίο επίπεδο από την εισβολή. Η πορεία αυτή έχει ήδη ανατραπεί: τον Σεπτέμβριο του 2026, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 60%, επιστρέφοντας περίπου στα επίπεδα του Σεπτεμβρίου του 2025. Εκτιμούμε ότι οι αγοραστές θα συνεχίσουν να εισάγουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες μέχρι να τεθεί σε ισχύ η πλήρης απαγόρευση, στο τέλος του έτους”, σχολίασε σε συνέντευξή του ο Isaac Levi, επικεφαλής της ομάδας ανάλυσης ενεργειακής πολιτικής για την Ευρώπη και τη Ρωσία στο CREA.

“Ο πόλεμος στο Ιράν αποδείχθηκε χρυσή ευκαιρία για τον Πούτιν. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ πρόσθεσε περίπου 31 δισ. ευρώ στα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου στο 6μηνο μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν. Την ίδια στιγμή, τον Σεπτέμβριο του 2026 η ΕΕ πλήρωσε 73% περισσότερα χρήματα για ρωσικό LNG σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025, παρότι οι ποσότητες που εισήγαγε ήταν περίπου ίδιες”, πρόσθεσε.

Παράλληλα, ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ACER) επισημαίνει ότι εξακολουθούν να ισχύουν μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας ρωσικού φυσικού αερίου σε ορισμένες περιοχές της ΕΕ. Φορτία LNG συνεχίζουν να φτάνουν στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στην Ισπανία, ενώ συμβάσεις για προμήθεια φυσικού αερίου μέσω αγωγών παραμένουν σε ισχύ στην Ελλάδα, στην Ουγγαρία και στη Σλοβακία. Σύμφωνα με τον ACER, το ρωσικό φυσικό αέριο εξακολουθεί να καλύπτει περίπου το 12% της συνολικής ζήτησης στην ΕΕ.

“Πολλές μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθούν να ισχύουν σε ολόκληρη την ΕΕ”, σημείωσε σε συνέντευξή του ο Δρ Benjamin L. Schmitt, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Ενεργειακής Πολιτικής Kleinman και στο Perry World House του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια. Όπως εξήγησε, η κατάσταση επιβαρύνεται από την αυξανόμενη στενότητα στην παγκόσμια αγορά LNG, η οποία αναμένεται να ενταθεί και άλλο.

Ο Schmitt υπογράμμισε επίσης ότι οι συνεχιζόμενες απειλές του Ιράν κατά της εμπορικής ναυσιπλοΐας και των ενεργειακών εξαγωγικών υποδομών των χωρών του Κόλπου, τόσο στα Στενά του Ορμούζ όσο και στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου, ασκούν πρόσθετη πίεση στον ενεργειακό τομέα της ΕΕ.

Την ίδια ώρα, ορισμένα κράτη-μέλη αντιδρούν στην ενεργειακή πολιτική της Ένωσης έναντι της Ρωσίας. Στις αρχές του 2026, η Ουγγαρία και η Σλοβακία συντόνισαν τις κινήσεις τους για να προσφύγουν δικαστικά κατά της απαγόρευσης των εισαγωγών ρωσικής ενέργειας. Και οι δύο χώρες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο.

“Η Ουγγαρία και η Σλοβακία έχουν αξιοποιήσει την εξαίρεση που τους επιτρέπει να εισάγουν ρωσικό αργό πετρέλαιο, όχι για να μειώσουν σταδιακά την εξάρτησή τους, αλλά για να τη διατηρήσουν. Ειδικότερα, το μερίδιο του ρωσικού αργού στις εισαγωγές πετρελαίου της Ουγγαρίας αυξήθηκε από 61% το 2021 σε 93% το 2025”, ανέφερε ο Levi.

“Παράλληλα, το ρωσικό πετρέλαιο εξακολουθεί να εισέρχεται στην ΕΕ από την πίσω πόρτα. Από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο του 2026, περισσότερα από 90 φορτία πετρελαϊκών προϊόντων από διυλιστήρια τρίτων χωρών που χρησιμοποιούν ρωσικό αργό εκφορτώθηκαν σε ευρωπαϊκά λιμάνια, παρότι η ΕΕ είχε απαγορεύσει αυτές τις εισαγωγές στις 21 Ιανουαρίου 2026”, πρόσθεσε.

Η ενεργειακή κατάσταση της ΕΕ παραμένει, πάντως, ιδιαίτερα πιεστική, με Ευρωπαίους αξιωματούχους να προειδοποιούν για τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης.

“Αντιμετωπίζουμε μια κρίση τιμών που συνδέεται με μια κρίση εφοδιασμού”, έγραψε ο επίτροπος της ΕΕ για την Ενέργεια και τη Στέγαση, Dan Jørgensen, σε επιστολή προς τους υπουργούς Ενέργειας των κρατών μελών στις 25 Σεπτεμβρίου. “Σας καλώ να εξετάσετε το ενδεχόμενο λήψης νέων μέτρων ή παράτασης των υφιστάμενων, ώστε να διατηρηθούν οι εισροές φυσικού αερίου στα αποθέματα ή να περιοριστεί η ζήτηση για φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια για όσο διάστημα χρειαστεί”.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA), η ΕΕ εισέρχεται στον χειμώνα με τα αποθέματα φυσικού αερίου να βρίσκονται στο 72,4% της χωρητικότητάς τους. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό για την εποχή από το 2011, όταν άρχισαν να καταγράφονται σχετικά στοιχεία.

Το IEEFA εκτιμά ότι, εξαιτίας του ελλείμματος στα αποθέματα, η ΕΕ ενδέχεται να χρειαστεί να μειώσει τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά 7% τον χειμώνα 2026-2027 σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η αυξανόμενη εξάρτηση από τις αποθήκες φυσικού αερίου έχει εξελιχθεί σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για την Ευρώπη. Όπως σημειώνει, οι επενδύσεις για την επέκταση των αποθηκευτικών υποδομών ενέχουν τον κίνδυνο να παρατείνουν τη χρήση ορυκτών καυσίμων για δεκαετίες.

Υπό το βάρος της αυξημένης ενεργειακής ζήτησης και των υψηλότερων τιμών, η Σλοβακία κάλεσε την ΕΕ να χαλαρώσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η απάντηση των ανώτατων Ευρωπαίων αξιωματούχων ήταν αρνητική.

“Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να χαλαρώσουμε την πίεση προς τη Μόσχα”, δήλωσε στις 12 Οκτωβρίου η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Κάγια Κάλας, καθώς η Ένωση ανακοίνωνε την έγκριση νέου πακέτου κυρώσεων με στόχο το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Δύο ημέρες νωρίτερα, η Kallas είχε γράψει στην πλατφόρμα X ότι “η αναστολή των κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα για τη συνέχιση του πολέμου”. Η δήλωσή της ήρθε μετά την ανακοίνωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ στην αμερικανική και την παγκόσμια αγορά.

Μπορεί η ΕΕ να παρατείνει την προθεσμία;

Παρά τις δεσμεύσεις της, η ΕΕ ενδέχεται να μην καταφέρει να τηρήσει την προθεσμία για την πλήρη απαγόρευση του ρωσικού LNG έως το τέλος του 2026. Καθώς η Ένωση προετοιμάζεται για τον χειμώνα 2026-2027, η ενεργειακή ζήτηση παραμένει υψηλή, ενώ η πλήρης διακοπή των εισαγωγών ρωσικού LNG πλησιάζει.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την S&P Global, οι εξαγωγές ντίζελ από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη αναμένεται να υποχωρήσουν τον Σεπτέμβριο στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι ετών. Η εξέλιξη αυτή δυσχεραίνει περαιτέρω την προσπάθεια της ΕΕ να εξασφαλίσει εναλλακτικές πηγές ενεργειακού εφοδιασμού, την ώρα που οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται.

Η απόφαση για τη σταδιακή κατάργηση του ρωσικού LNG είχε ληφθεί τον Δεκέμβριο του 2025, πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Έκτοτε, η επιδείνωση της ενεργειακής κρίσης έχει περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της ΕΕ.

Μια προσωρινή λύση θα ήταν η ενεργοποίηση της ρήτρας έκτακτης ανάγκης. Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν προκύψουν αιφνίδιες και σημαντικές εξελίξεις που απειλούν σοβαρά την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού ενός ή περισσότερων κρατών-μελών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να αναστείλει προσωρινά την απαγόρευση εισαγωγών για βραχυπρόθεσμες συμβάσεις, για διάστημα έως τεσσάρων εβδομάδων.

Ωστόσο, μια τέτοια παρέμβαση δύσκολα θα μπορούσε να αποτελέσει μόνιμη λύση. Στο 19ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο εγκρίθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2025, η ΕΕ συμπεριέλαβε την απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η απαγόρευση προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2027 για τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις και εντός έξι μηνών για τις βραχυπρόθεσμες.

Καθώς η απαγόρευση του ρωσικού LNG αποτελεί μέρος του συγκεκριμένου πακέτου κυρώσεων, οποιαδήποτε χαλάρωση των περιορισμών πέρα από την προβλεπόμενη εξαίρεση έκτακτης ανάγκης θα απαιτούσε τη συναίνεση και των 27 κρατών-μελών.

Από την πλευρά της, η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποστηρίζει ότι η ΕΕ βρίσκεται σε καλύτερη θέση ενόψει του χειμώνα 2026-2027 σε σύγκριση με τον χειμώνα 2021-2022, όταν ξεκίνησε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ως βασικούς λόγους επικαλείται τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας φυσικού αερίου, την αυξημένη δυνατότητα εισαγωγής LNG και τη μειωμένη ζήτηση.

Παρά τις βελτιώσεις αυτές, η συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση αναγκάζει την ΕΕ να σταθμίσει την τήρηση του χρονοδιαγράμματος απεξάρτησης από τη Ρωσία έναντι της ανάγκης να διασφαλίσει επαρκή και οικονομικά προσιτό ενεργειακό εφοδιασμό ενόψει του χειμώνα.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συζητούν από χθες στις Βρυξέλλες για τις υψηλές τιμές ενέργειας και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της Ευρώπης για τον περιορισμό της εξάρτησής της από τα ορυκτά καύσιμα, κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

“Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αναζητήσουν ενεργά εναλλακτικές πηγές LNG, ώστε να διασφαλίσουν ότι η ζήτηση θα καλυφθεί κατά τους χειμερινούς μήνες του 2027, χωρίς να υπάρξει οπισθοχώρηση στην προσπάθεια απεξάρτησης από τις εισαγωγές ρωσικού LNG”, κατέληξε ο Schmitt.

“Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία: οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να αποφύγουν κάθε επιστροφή στην ενεργειακή κανονικότητα με τον Πούτιν. Διαφορετικά, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη δυσμενέστερες συνθήκες εθνικής ασφάλειας, εξαιτίας της ρεβανσιστικής ηγεσίας του Κρεμλίνου”.