Ελληνική οικονομία: Έλλειμμα 16 δισ. ευρώ στο επτάμηνο – Η «μαύρη τρύπα» των εισαγωγών

Ελληνική οικονομία: Έλλειμμα 16 δισ. ευρώ στο επτάμηνο – Η «μαύρη τρύπα» των εισαγωγών

Η εικόνα του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας εξακολουθεί να αποκαλύπτει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις διεθνείς τιμές της ενέργειας. Τα στοιχεία για το επτάμηνο του 2026 δείχνουν ότι, ακόμη και αν αφαιρεθούν τα καύσιμα και τα πλοία, το εμπορικό έλλειμμα παραμένει σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Διονύσης Τζουγανάτος

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και της ΕΛΣΤΑΤ, το έλλειμμα στα υπόλοιπα αγαθά διαμορφώθηκε στο επτάμηνο στα 15,99 δισ. ευρώ, μόλις 274 εκατ. ευρώ χαμηλότερα από πέρυσι και σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τα 16,09 δισ. ευρώ του 2024. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι πίσω από τη μεταβλητότητα που προκαλούν οι τιμές της ενέργειας υπάρχει ένα σταθερότερο και βαθύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 8%, φθάνοντας τα 23,62 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι εισαγωγές παρέμειναν πολύ υψηλότερες, στα 39,61 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 3,9%.

Με άλλα λόγια, για κάθε 100 ευρώ αγαθών που εισάγει η Ελλάδα, οι εξαγωγές καλύπτουν μόλις 59,6 ευρώ.

Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό μέγεθος της διαχρονικής ανισορροπίας του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου.

Η πληγή που δεν κλείνει

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν εξάγει. Αντίθετα, οι ελληνικές εξαγωγές έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και η χώρα έχει ενισχύσει την παρουσία της σε αρκετές διεθνείς αγορές.

Το ζήτημα είναι ότι η αύξηση των εξαγωγών δεν αρκεί ακόμη για να κλείσει η απόσταση από τις εισαγωγές.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χρειάζεται να εισάγει μεγάλο μέρος των προϊόντων, πρώτων υλών, μηχανημάτων, ενδιάμεσων αγαθών και ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιεί για την κατανάλωση και την παραγωγή της.

Έτσι, ακόμη και όταν οι εξαγωγές κινούνται ανοδικά, το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει βαθιά ελλειμματικό.

Και αυτό είναι διαφορετικό πρόβλημα από εκείνο που προκαλεί μια προσωρινή άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου.

Οι τιμές της ενέργειας μπορούν να υποχωρήσουν και να βελτιώσουν μηχανικά το εμπορικό ισοζύγιο. Η παραγωγική δομή, όμως, δεν αλλάζει από τη μία χρονιά στην άλλη.

Η μαύρη «τρύπα» των καυσίμων

Τα στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η επίδραση της ενέργειας.

Τον Ιούλιο, το έλλειμμα στα καύσιμα εκτινάχθηκε στα 910,6 εκατ. ευρώ, από 466,9 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας αύξηση περίπου 95%.

Οι εισαγωγές καυσίμων έφτασαν τα 2,06 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 63,9%, ενώ οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 45,6%, στα 1,15 δισ. ευρώ.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει τη μεγάλη αύξηση των ροών αγαθών τον Ιούλιο: οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν σε τρέχουσες τιμές κατά 16,1%, ενώ οι εισαγωγές κατά 12,8%. Χωρίς τα καύσιμα, ωστόσο, η αύξηση των εξαγωγών ήταν 9,4%, έναντι μόλις 1,9% των εισαγωγών.

Η διαφορά των δύο ρυθμών στα καύσιμα ήταν αρκετή ώστε το συνολικό έλλειμμα αγαθών να διευρυνθεί τον Ιούλιο κατά περίπου 231 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, στα 3,15 δισ. ευρώ.

Το ενεργειακό σκέλος, επομένως, λειτουργεί σαν επιταχυντής της εξωτερικής ανισορροπίας.

Ακόμη και χωρίς τα καύσιμα, όμως, το πρόβλημα παραμένει

Εδώ βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο.

Η αφαίρεση των καυσίμων από τους υπολογισμούς δεν εξαφανίζει το πρόβλημα. Το αντίθετο: αναδεικνύει το διαρθρωτικό του χαρακτήρα.

Το έλλειμμα των περίπου 16 δισ. ευρώ στα λοιπά αγαθά σημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αγοράζει από το εξωτερικό πολύ περισσότερα προϊόντα από όσα καταφέρνει να πουλήσει.

Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει μάλιστα ξεχωριστά στοιχεία για το εμπορικό ισοζύγιο χωρίς πετρελαιοειδή, ακριβώς ώστε να απομονώνεται η επίδραση των ενεργειακών προϊόντων στην εικόνα του εξωτερικού εμπορίου.

Το γεγονός ότι το σχετικό έλλειμμα παραμένει κοντά στα επίπεδα των προηγούμενων ετών δείχνει ότι η βελτίωση της εξαγωγικής επίδοσης δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη αλλαγή της συνολικής σχέσης εισαγωγών προς εξαγωγές.

Το 59,6% που πρέπει να προβληματίσει

Ο πιο απλός τρόπος να αποτυπωθεί η εικόνα είναι ο λόγος κάλυψης των εισαγωγών από τις εξαγωγές.

Με εξαγωγές 23,62 δισ. ευρώ και εισαγωγές 39,61 δισ. ευρώ, η κάλυψη διαμορφώνεται μόλις στο 59,6%.

Δηλαδή, για κάθε 100 ευρώ που δαπανά η χώρα για εισαγόμενα αγαθά, εισπράττει από τις εξαγωγές αγαθών περίπου 60 ευρώ.

Η διαφορά αυτή πρέπει να καλυφθεί από άλλες πηγές εξωτερικών εσόδων και χρηματοδότησης, όπως οι υπηρεσίες, ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι μεταβιβάσεις και οι εισροές κεφαλαίων.

Αυτό εξηγεί και γιατί η εικόνα του συνολικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν ταυτίζεται με το εμπορικό έλλειμμα. Τον Ιούλιο του 2026, για παράδειγμα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε πλεονασματικό, στα 218,5 εκατ. ευρώ, παρά τη διεύρυνση του ελλείμματος αγαθών.

Οι υπηρεσίες και ιδιαίτερα οι τουριστικές και ναυτιλιακές εισπράξεις λειτουργούν ως σημαντικό αντίβαρο.

Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η παραγωγική βάση της χώρας εξακολουθεί να δημιουργεί μεγάλη ζήτηση για εισαγόμενα αγαθά.

Το πραγματικό στοίχημα για την οικονομία

Η συζήτηση για το ελληνικό εξωτερικό ισοζύγιο δεν μπορεί επομένως να περιοριστεί στην τιμή του πετρελαίου ή στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.

Το πραγματικό στοίχημα είναι η αύξηση της εγχώριας παραγωγής προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, η ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης και η δημιουργία περισσότερων εξαγώγιμων προϊόντων.

Διότι μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει ισχυρές τουριστικές εισπράξεις και ταυτόχρονα να διατηρεί ένα μεγάλο έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών.

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει την αυξημένη εξωστρέφεια των τελευταίων ετών σε πιο μόνιμη βελτίωση της σχέσης εξαγωγών και εισαγωγών.

Τα στοιχεία του 2026 δείχνουν ότι αυτή η μετάβαση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Και όσο το έλλειμμα των αγαθών παραμένει κοντά στα 16 δισ. ευρώ, η εξάρτηση από τις υπηρεσίες και τις υπόλοιπες εξωτερικές εισροές παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τη συνολική εξωτερική ισορροπία της ελληνικής οικονομίας.

Η ενεργειακή «τρύπα» μπορεί να μεγαλώνει ή να μικραίνει ανάλογα με τις διεθνείς τιμές. Η μεγαλύτερη πρόκληση, όμως, βρίσκεται αλλού: στο επίμονο χάσμα ανάμεσα σε αυτά που η Ελλάδα αγοράζει από τον υπόλοιπο κόσμο και σε αυτά που καταφέρνει να πουλήσει.