
Δημογραφικό: 42% λιγότερες γεννήσεις στην Ελλάδα – Η «ερημοποίηση» της περιφέρειας
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον απλώς ένα πρόβλημα υπογεννητικότητας. Αντιμετωπίζει μια βαθιά δημογραφική μεταβολή, η οποία αλλάζει σταδιακά τον πληθυσμιακό χάρτη της χώρας.

Μέσα σε μόλις 15 χρόνια, οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 42%, από 117.440 το 2009 σε 68.310 το 2024. Σε επίπεδο διετίας, οι γεννήσεις περιορίστηκαν από περίπου 117.700 το 2008-2009 σε μόλις 66.700 το 2024-2025.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο το μέγεθος της μείωσης. Είναι η γεωγραφική της κατανομή.
Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περισσότερο από 50%, ενώ σε ακόμη δέκα η πτώση κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%. Την ίδια στιγμή, αρκετές νησιωτικές περιοχές εμφανίζουν αισθητά μικρότερες απώλειες.
Οι έξι νομοί που βρίσκονται στο επίκεντρο
Η Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, η Φθιώτιδα, η Κοζάνη, η Ευρυτανία και η Φλώρινα είναι οι έξι περιοχές όπου η μείωση των γεννήσεων από το 2009 έως το 2024 ξεπέρασε το 50%.
Πρόκειται κυρίως για περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου το δημογραφικό πρόβλημα συνδυάζεται με τη γήρανση του πληθυσμού και τη συγκέντρωση νεότερων ηλικιών στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Σε άλλους δέκα νομούς η μείωση βρίσκεται μεταξύ 45% και 50%.
Στον αντίποδα, η εικόνα είναι διαφορετική σε αρκετές νησιωτικές περιοχές. Σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση ήταν μικρότερη του 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο ήταν μικρότερη ακόμη και του 15%.
Η γεωγραφία των γεννήσεων, επομένως, αποκαλύπτει ότι το δημογραφικό πρόβλημα δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε ολόκληρη τη χώρα.
Από τις 148.000 γεννήσεις στις 67.000
Η μεγάλη εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν η σύγκριση επεκτείνεται σε βάθος δεκαετιών.
Από περίπου 148.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο το 1979-1980, η Ελλάδα έφτασε στις περίπου 67.000 το 2024-2025. Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε κατά σχεδόν έξι χρόνια, από 26,2 έτη σε 32,2 έτη.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει απλώς ότι οι οικογένειες κάνουν λιγότερα παιδιά.
Σημαίνει ότι τα παιδιά αποκτώνται αργότερα, ενώ παράλληλα μειώνεται ο αριθμός των γυναικών που βρίσκονται στις ηλικίες όπου πραγματοποιείται η συντριπτική πλειονότητα των γεννήσεων.
Και εδώ βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς του σημερινού δημογραφικού προβλήματος.
Λιγότερες γυναίκες, λιγότερες γεννήσεις
Σύμφωνα με την ανάλυση του καθηγητή Δημογραφίας Βύρωνα Κοτζαμάνη, ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκε κατά περίπου 480.000 ή 28%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τη μεγάλη πτώση των γεννήσεων μετά το 1980, καθώς οι μικρότερες γενεές φτάνουν πλέον στις ηλικίες τεκνοποίησης.
Δημιουργείται έτσι ένας δημογραφικός φαύλος κύκλος.
Οι λιγότερες γεννήσεις μιας προηγούμενης γενιάς σημαίνουν λιγότερες γυναίκες και άνδρες στις επόμενες γενιές. Αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει τον αριθμό των δυνητικών γονέων και οδηγεί σε ακόμη λιγότερες γεννήσεις.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την αύξηση του αριθμού των παιδιών ανά οικογένεια. Η ίδια η βάση του πληθυσμού αναπαραγωγικής ηλικίας έχει ήδη συρρικνωθεί.
Η γονιμότητα έχει επίσης υποχωρήσει
Η δημογραφική πίεση δεν οφείλεται μόνο στον μικρότερο αριθμό γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Έχει μειωθεί και ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενιές γυναικών.
Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός έχει περιοριστεί σε λιγότερα από 1,5 παιδί.
Παράλληλα, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας, ο οποίος βρισκόταν περίπου στα 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980, έχει υποχωρήσει περίπου στα 1.240 το 2024-2025.
Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο ταυτόχρονες τάσεις: μικρότερες γενιές που φτάνουν στις ηλικίες τεκνοποίησης και χαμηλότερη γονιμότητα μέσα στις ίδιες τις γενιές.
Η αναβολή της τεκνοποίησης γίνεται μόνιμη τάση
Η αύξηση της μέσης ηλικίας απόκτησης παιδιού από τα 26,2 στα 32,2 έτη είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η αναβολή της τεκνοποίησης μπορεί αρχικά να φαίνεται ως ατομική επιλογή. Σε επίπεδο πληθυσμού, όμως, αποκτά διαφορετική σημασία.
Όσο αργότερα αποκτάται το πρώτο παιδί, τόσο μικραίνει το χρονικό περιθώριο για την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού. Η αναβολή, επομένως, μπορεί να μετατρέπεται τελικά σε μικρότερο συνολικό αριθμό παιδιών ανά γυναίκα.
Η οικονομική αβεβαιότητα, η καθυστέρηση στην είσοδο στην αγορά εργασίας, το κόστος στέγασης και ανατροφής παιδιών και η δυσκολία συνδυασμού εργασίας και οικογένειας αποτελούν παράγοντες που συνδέονται ευρύτερα με την καθυστέρηση της δημιουργίας οικογένειας. Ωστόσο, το δημογραφικό αποτέλεσμα είναι πλέον μετρήσιμο: η τεκνοποίηση μετακινείται σε ολοένα μεγαλύτερες ηλικίες.
Από τη δημογραφική γήρανση στη συρρίκνωση της χώρας
Η υποχώρηση των γεννήσεων έχει ήδη μεταβάλει δραστικά τη σχέση μεταξύ γεννήσεων και θανάτων.
Το 2009 αντιστοιχούσαν περίπου 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Το 2024 η σχέση είχε μετατραπεί σε περίπου 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Σε περιφερειακό επίπεδο, μάλιστα, το 2024 ο σχετικός δείκτης κυμάνθηκε από 79 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.
Αυτό σημαίνει ότι σε αρκετές περιοχές της χώρας η φυσική ανανέωση του πληθυσμού έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην περιφέρεια, όπου η μείωση των γεννήσεων συνδυάζεται με την αποχώρηση νεότερων ηλικιών προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή προς το εξωτερικό.
Το δημογραφικό δεν είναι πλέον υπόθεση του μέλλοντος
Για πολλά χρόνια το δημογραφικό αντιμετωπιζόταν ως πρόβλημα που θα απασχολούσε την Ελλάδα στο μέλλον.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μέλλον αυτό έχει ήδη φτάσει.
Η χώρα έχει λιγότερες γεννήσεις, λιγότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, μικρότερο αριθμό παιδιών ανά γυναίκα και μεγαλύτερη ηλικία τεκνοποίησης.
Και η πίεση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Σε τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας η μείωση των γεννήσεων έχει ήδη ξεπεράσει το 50%, ενώ ορισμένες νησιωτικές περιοχές εμφανίζουν σαφώς μικρότερη υποχώρηση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας νέος δημογραφικός χάρτης της Ελλάδας, στον οποίο η πληθυσμιακή συρρίκνωση δεν αφορά μόνο το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού, αλλά και τη γεωγραφική του κατανομή.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσοι Έλληνες θα υπάρχουν στο μέλλον.
Είναι πού θα βρίσκονται, πόσοι θα είναι σε ηλικία εργασίας και πόσοι θα μπορούν να στηρίξουν οικονομικά και κοινωνικά μια ολοένα μεγαλύτερη ηλικιακά χώρα.
Αυτό είναι το πραγματικό μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης που αποτυπώνουν οι 67.000 γεννήσεις της διετίας 2024-2025.