
Ο Φλάβιο Μπολσονάρου ήταν ο μεγάλος κερδισμένος του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή, διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις που έδιναν μικρό προβάδισμα στον απερχόμενο πρόεδρο Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα.
Με σχεδόν το 99% των ψήφων να έχει καταμετρηθεί, ο 45χρονος γερουσιαστής και γιος του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου συγκέντρωνε λίγο πάνω από το 47%, έναντι σχεδόν 45% του 80χρονου Λούλα.
Κανείς από τους δύο δεν εξασφάλισε το απαιτούμενο ποσοστό για εκλογή από τον πρώτο γύρο και έτσι η προεδρία θα κριθεί στον δεύτερο γύρο, στις 25 Οκτωβρίου.
Η επίδοση του Φλάβιου Μπολσονάρου θεωρείται σημαντική έκπληξη, καθώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδιναν ελαφρύ προβάδισμα στον Λούλα. Όπως είχε συμβεί και το 2018, οι μετρήσεις φαίνεται ότι υποτίμησαν τη δύναμη της δεξιάς.
Στην αρχή της καταμέτρησης ο Μπολσονάρου ξεπερνούσε ακόμη και το 50%, δημιουργώντας προς στιγμήν την εντύπωση ότι θα μπορούσε να κερδίσει από τον πρώτο γύρο. Στη συνέχεια, ωστόσο, ο Λούλα περιόρισε αισθητά τη διαφορά.
Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο Φλάβιο Μπολσονάρου δήλωσε «πολύ ικανοποιημένος» από την πρώτη θέση και εμφανίστηκε βέβαιος ότι θα επικρατήσει στον δεύτερο γύρο.
«Είμαι πολύ ικανοποιημένος και πολύ ευτυχής για την ιδέα ότι η Βραζιλία θα μπορέσει να δώσει σε τρεις εβδομάδες την οριστική απάντησή της», δήλωσε κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Μπραζίλια.
Ο γερουσιαστής ήταν σχετικά άγνωστος στο ευρύ κοινό μέχρι πριν από λίγους μήνες, όταν ο πατέρας του τον έχρισε πολιτικό του διάδοχο.
Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου δεν έχει δικαίωμα να είναι υποψήφιος, καθώς εκτίει κατ’ οίκον ποινή 27 ετών κάθειρξης για απόπειρα πραξικοπήματος με στόχο την ανατροπή του Λούλα το 2022.
Η «μάχη» του Λούλα για τέταρτη θητεία
Ο Λούλα, ο οποίος επέστρεψε στην εξουσία το 2023, διεκδικεί τέταρτη και τελευταία θητεία στην προεδρία.
Παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής σε μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος λόγω των κοινωνικών προγραμμάτων που εφαρμόστηκαν επί των κυβερνήσεών του τη δεκαετία του 2000 και συνέβαλαν στην έξοδο εκατομμυρίων Βραζιλιάνων από τη φτώχεια. Στα θετικά της κυβέρνησής του προσμετράται επίσης η επιβράδυνση της καταστροφής του δάσους του Αμαζονίου.
Ωστόσο, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει έντονη δυσαρέσκεια για το αυξανόμενο κόστος ζωής και την εγκληματικότητα.
Ο ίδιος ο Λούλα, αφού ψήφισε στην πολιτεία του Σάου Πάουλου, παρουσίασε την εκλογική αναμέτρηση ως επιλογή «ανάμεσα στην ενίσχυση του δημοκρατικού καθεστώτος και τη βαρβαρότητα».
Τι υπόσχεται ο Μπολσονάρου
Ο Φλάβιο Μπολσονάρου έχει βασίσει μεγάλο μέρος της εκστρατείας του στην αυστηρότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και στην εφαρμογή πολιτικών λιτότητας.
Παράλληλα, έχει ταχθεί υπέρ της απελευθέρωσης του πατέρα του.
Μετά την ψήφο του στο Ρίο, υποσχέθηκε ότι θα «απελευθερώσει» τη Βραζιλία και τον λαό της, υποστηρίζοντας ότι η χώρα «χρειάζεται αλλαγή» και αναφερόμενος, μεταξύ άλλων, στους υψηλούς φόρους, στην εγκληματικότητα και σε αυτό που χαρακτήρισε «πολιτικό διωγμό».
Η εκλογική του επίδοση δεν φαίνεται να επηρεάστηκε από την έρευνα για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος που συνδέεται με τη χρηματοδότηση ταινίας η οποία εξυμνούσε τον πατέρα του.
Από την άλλη πλευρά, η δεξιά εξακολουθεί να υπενθυμίζει την περίοδο κατά την οποία ο Λούλα είχε φυλακιστεί για διαφθορά, το 2018 και το 2019, προτού η καταδίκη του ακυρωθεί λόγω διαδικαστικών σφαλμάτων.
Ο παράγοντας Τραμπ
Στην προεκλογική εκστρατεία υπήρξε και έντονη αμερικανική διάσταση.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι παρακολουθεί «πολύ στενά» τις εκλογές στη Βραζιλία. Δεν εξέφρασε ανοικτά στήριξη στον Φλάβιο Μπολσονάρου, ωστόσο η πολιτική του προτίμηση θεωρείται σαφής, καθώς διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ζαΐχ Μπολσονάρου.
Η επιρροή του Τραμπ είχε γίνει αισθητή ήδη πριν από τις εκλογές, ιδιαίτερα μετά την επιβολή δασμών και κυρώσεων στη Βραζιλία, στον απόηχο της δίκης του Ζαΐχ Μπολσονάρου το 2025.
Ο Λούλα είχε καλέσει προεκλογικά τον Αμερικανό πρόεδρο να μην «αναμιχθεί» στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Ανάμεσα στους σχεδόν 160 εκατομμύρια ψηφοφόρους, αρκετοί εμφανίζονται δυσαρεστημένοι και από τους δύο βασικούς υποψηφίους, δηλώνοντας ότι θα επιλέξουν εκείνον που θεωρούν το «μικρότερο κακό».