
Στις 3 Νοεμβρίου 2026 θα διεξαχθούν οι ενδιάμεσες εκλογές (midterms) στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες θα κρίνουν τη σύνθεση του 120ού Κογκρέσου των ΗΠΑ, αλλά και πλήθος τοπικών διοικήσεων. Μέσα σε ένα εξαιρετικά πολωμένο κλίμα, τα μάτια όλων είναι στραμμένα αν και σε ποιο βαθμό το Ρεπουμπλικανικό κόμμα θα καταφέρει να διατηρήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Στην αναμέτρηση αυτή βρίσκονται υπό διεκδίκηση και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας, εκ των οποίων οι δύο αφορούν ειδικές εκλογές για Φλόριντα και Οχάιο, καθώς και οι θέσεις 39 κυβερνητών πολιτειών και εδαφών μαζί με εκείνες των γενικών εισαγγελέων.
Οι ενδιάμεσες εκλογές διεξάγονται στο μέσο της τετραετούς θητείας του Προέδρου και λειτουργούν παραδοσιακά ως ένα αυστηρό δημοψήφισμα για τη συνολική πεπραγμένη διοίκηση του Λευκού Οίκου. Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι το κυβερνών κόμμα υφίσταται σχεδόν πάντα το λεγόμενο «τίμημα της διακυβέρνησης» καθώς οι ψηφοφόροι αξιοποιούν την κάλπη για να βάλουν φρένο στην προεδρική εξουσία.
Σύμφωνα με τα προγνωστικά οι Ρεπουμπλικανοί θα χάσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ το αποτέλεσμα για τη Γερουσία παραμένει αμφίρροπο. Αν και διεξάγονται εκατοντάδες αναμετρήσεις, στην πραγματικότητα λίγες είναι αυτές που θα κρίνουν το αποτέλεσμα. Παραδοσιακά, οι περισσότερες από αυτές είναι «κλειδωμένες», είτε «βαθιά κόκκινες» για το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, είτε «βαθιά μπλε» για το Δημοκρατικό Κόμμα.
Ποιες λοιπόν είναι οι «κούρσες» που θα κρίνουν το αποτέλεσμα;
Χαμένη η Βουλή των Αντιπροσώπων;
Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελείται συνολικά από 435 έδρες, οι οποίες ανανεώνονται στο σύνολό τους κάθε δύο χρόνια. Το κρίσιμο όριο για την επίτευξη της απόλυτης πλειοψηφίας είναι οι 218 έδρες. Σήμερα, οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρούν μια εξαιρετικά εύθραυστη πλειοψηφία 218 εδρών. Για τους Δημοκρατικούς αρκεί μια καθαρή μετατόπιση μόλις 5 εδρών σε εθνικό επίπεδο για να ανατρέψουν τους συσχετισμούς και να ανακτήσουν τον έλεγχο του σώματος.
Δεδομένου ότι οι περισσότερες εκλογικές περιφέρειες θεωρούνται παραδοσιακά «κλειδωμένες» για το ένα ή το άλλο κόμμα, ο έλεγχος του σώματος αναμένεται να κριθεί σε περίπου 22 αμφίρροπες περιφέρειες (toss-ups). Για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται νίκη σε τουλάχιστον 10 από αυτές.
Ενδεικτικά, από τις πιο ενδιαφέρουσες αναμετρήσεις είναι η 28η περιφέρεια του Τέξας, όπου έχει γίνει ανασχεδιασμός των εκλογικών χαρτών (gerrymandering) και πλέον το 91% των ψηφοφόρων είναι Λατινοαμερικανοί, οπότε και αποτελεί δείκτη για την εκλογική συμπεριφορά των ισπανόφωνων.
Στην 7η περιφέρεια του Μίσιγκαν ο Ρεπουμπλικάνος βουλευτής Τομ Μπάρετ, ένας από τους λίγους Ρεπουμπλικάνους που υποστήριξαν ψηφίσματα περιορισμού των πολεμικών εξουσιών του Τραμπ στο Ιράν, αντιμετωπίζει τον προοδευτικό Γουίλιαμ Λόρενς, συνιδρυτή της περιβαλλοντικής οργάνωσης Sunrise Movement. Η μάχη αυτή αποτελεί κεντρικό τεστ για το κατά πόσο ένας προοδευτικός/αριστερός υποψήφιος μπορεί να επικρατήσει σε μια αμφίρροπη εκλογική περιφέρεια.
Από το 1946 έως σήμερα, στις ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις, σε ποσοστό 90% το κόμμα του εν ενεργεία Προέδρου έχασε έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Όταν δε, η δημοτικότητα του Προέδρου πέφτει κάτω από το όριο του 50%, η απώλεια εδρών στη Βουλή μετατρέπεται σε βεβαιότητα. Αυτήν την περίοδο, τα ποσοστά αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκονται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, της τάξης του 33% έως 37%, κυρίως λόγω της οικονομικής πίεσης από τον πληθωρισμό, τις τιμές των καυσίμων και τον πόλεμο στο Ιράν. Συνεπώς, θα αποτελέσει έκπληξη αν οι Δημοκρατικοί δεν αποκτήσουν την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Θρίλερ η μάχη για τη Γερουσία
Τα πράγματα είναι πιο ρευστά ως προς τη Γερουσία, όπου και επικεντρώνεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Το σώμα της Γερουσίας αποτελείται από 100 έδρες με εξαετή θητεία, εκ των οποίων στις παρούσες εκλογές ανανεώνονται οι 35. Αυτή τη στιγμή, οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν 53 έδρες έναντι 47 των Δημοκρατικών – οι δύο είναι ανεξάρτητοι αλλά συντάσσονται με τους Δημοκρατικούς. Επειδή σε περίπτωση ισοψηφίας 50-50 τη νικητήρια ψήφο διαθέτει ο Ρεπουμπλικάνος Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τουλάχιστον 51 έδρες, δηλαδή 4 επιπλέον έδρες, για να εξασφαλίσουν την αυτοδύναμη πλειοψηφία. Παρά το γεγονός ότι εκλογές διεξάγονται σε 35 πολιτείες, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι μόλις 9 έως 13 αναμετρήσεις θεωρούνται πραγματικά αμφίρροπες.
Μία από τις πολιτείες που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η Βόρεια Καρολίνα, όπου ο δημοφιλής πρώην Δημοκρατικός κυβερνήτης Ρόι Κούπερ, έχει μία από τις καλύτερες ευκαιρίες των Δημοκρατικών για ανατροπή έδρας.
Αντίστοιχα, στο Οχάιο, όπου διεξάγεται η μία από τις δύο ειδικές εκλογές, ο Δημοκρατικός πρώην γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν, στηριζόμενος και από τους εργαζόμενους της βιομηχανικής ζώνης, επιχειρεί την επιστροφή του απέναντι στον διορισμένο Ρεπουμπλικάνο Τζον Χιούστεντ, ο οποίος αντικατέστησε τον Βανς όταν εκείνος ανέλαβε Αντιπρόεδρος.
Η δεύτερη ειδική εκλογή, που εξελίσσεται σε απροσδόκητο πεδίο μάχης, λαμβάνει χώρα στη Φλόριντα, για την πλήρωση της κενής έδρας που άφησε ο Μάρκο Ρούμπιο. Εκεί, η Δημοκρατική Άντζι Νίξον δίνει μια εξαιρετικά ανταγωνιστική μάχη απέναντι στον Ρεπουμπλικανικό μηχανισμό, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να δείχνουν τη διαφορά να κλείνει σε μονοψήφια νούμερα, παρά την παραδοσιακά συντηρητική στροφή της πολιτείας.
Στο Τέξας, όπου από το 1993 μέχρι και σήμερα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κατέχει αδιάλειπτα και τις δύο έδρες στη Γερουσία των ΗΠΑ, διεξάγεται μία από τις πιο αμφίρροπες και δαπανηρές αναμετρήσεις. Ο Δημοκρατικός πολιτειακός βουλευτής Τζέιμς Ταλαρίκο είναι αντιμέτωπος με τον Ρεπουμπλικάνο Γενικό Εισαγγελέα και εκλεκτό του Τραμπ, Κεν Πάξτον. O Ταλαρίκο προηγείται δημοκοπικά με 1 έως 6 μονάδες, χάρη και στη στήριξη των ανεξάρτητων ψηφοφόρων.
Το Μίσιγκαν εξελίσσεται επίσης σε ένα από τα πιο ανταγωνιστικά πεδία μάχης, καθώς ο προοδευτικός Δημοκρατικός Άμπντουλ Ελ-Σαγέντ αναμετράται με τον Ρεπουμπλικάνο πρώην βουλευτή Μάικ Ρότζερς σε μια κρίσιμη και πολυπληθή πολιτεία-κλειδί.
Η μάχη αυτή αφορά και την εσωτερική κόντρα των Δημοκρατικών, αφού ο Ελ-Σαγέντ εκπροσωπεί την αριστερή πτέρυγα και κέρδισε το χρίσμα απέναντι στη μετριοπαθή Χέιλι Στίβενς, παρά τα εκατομμύρια δολάρια που ξοδεύτηκαν εναντίον του. Αν ο Ελ-Σαγέντ καταφέρει να κερδίσει, θα είναι ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής των ΗΠΑ, σε μια πολιτεία με έντονο αραβοαμερικανικό στοιχείο.
Στο Νιου Χάμσαϊρ, ο Ελληνοαμερικανός Δημοκρατικός βουλευτής Κρις Πάππας, διατηρεί προβάδισμα έναντι του Ρεπουμπλικανού πρώην γερουσιαστή Τζον Ε. Σουνούνου.
Η Τζόρτζια, η Αίοβα, το Κάνσας, το Μέιν, η Νεμπράσκα και η Αλάσκα είναι επίσης σημαντικές πολιτείες, οι οποίες μπορεί να κρίνουν το αποτέλεσμα.
Η δύναμη των κυβερνητών
Παράλληλα με το Κογκρέσο, διεξάγονται κρίσιμες εκλογικές μάχες για τις θέσεις των κυβερνητών σε 36 από τις 50 πολιτείες και σε 3 από τα 5 εδάφη των ΗΠΑ. Οι κυβερνήτες ασκούν την τοπική εκτελεστική εξουσία και καθορίζουν την ατζέντα σε βασικά ζητήματα, όπως η οικονομική πολιτική της κάθε πολιτείας, η εκπαίδευση, το δικαίωμα στην άμβλωση, η υγεία, καθώς και ο σχεδιασμός των εσωτερικών εκλογικών περιφερειών.
Συνολικά στη χώρα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ελέγχει αυτή τη στιγμή 26 κυβερνητικές έδρες έναντι 24 των Δημοκρατικών. Στις παρούσες εκλογές, ωστόσο, το πεδίο είναι απόλυτα μοιρασμένο, καθώς υπερασπίζονται από 18 έδρες το κάθε κόμμα.
Το πολιτικό περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα ρευστό, διότι 15 εν ενεργεία κυβερνήτες—6 Δημοκρατικοί και 9 Ρεπουμπλικάνοι—δεν έχουν δικαίωμα επανεκλογής λόγω των τοπικών ορίων θητείας. Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι αναμετρήσεις στην Τζόρτζια, το Οχάιο, το Ουισκόνσιν, τη Νεβάδα και την Αλάσκα δεν έχουν ξεκάθαρο φαβορί και θεωρούνται απόλυτο ντέρμπι (toss-up).
Εκλογικά όρια & χρήματα
Ένας από τους βασικότερους παράγοντες που δυσχεραίνουν την ασφαλή πρόβλεψη των αποτελεσμάτων είναι το λεγόμενο gerrymandering, δηλαδή ο κομματικός ανασχεδιασμός των ορίων των εκλογικών περιφερειών. Στα μέσα της δεκαετίας, πολιτείες όπως το Τέξας, η Βόρεια Καρολίνα και η Φλόριντα προχώρησαν σε νέες χαράξεις χαρτών με στόχο την τεχνητή ενίσχυση των Ρεπουμπλικανών.
Ωστόσο, οι δημογραφικές μεταβολές, η αλλαγή της εκλογικής συμπεριφοράς των Λατινοαμερικανών και οι συνεχείς δικαστικές προσφυγές διατηρούν τους εκλογικούς χάρτες σε κατάσταση ρευστότητας, καθιστώντας τις τοπικές αναμετρήσεις εξαιρετικά απρόβλεπτες.
Η χρηματοδότηση των εκστρατειών αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα της εκλογικής μάχης. Γενικά, οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν αυξημένα συνολικά κεφάλαια σε εθνικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, οι Δημοκρατικοί επιλέγουν μια πιο στοχευμένη στρατηγική, διοχετεύοντας τους πόρους τους σε συγκεκριμένες αμφίρροπες πολιτείες και περιφέρειες όπου οι πιθανότητες ανατροπής είναι υψηλότερες, δεσμεύοντας εκατομμύρια δολάρια για διαφημιστικές εκστρατείες.
Παραδοσιακά, οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν τον βασικό μηχανισμό εξισορρόπησης της εξουσίας στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Με το πολιτικό κλίμα να παραμένει οξυμένο και τις ισορροπίες στο Κογκρέσο να κρέμονται από ελάχιστες χιλιάδες ψήφους σε συγκεκριμένες περιφέρειες, το αποτέλεσμα της κάλπης θα καθορίσει αν ο Τραμπ θα παραμείνει παντοδύναμος για τα επόμενα δύο χρόνια.