Η αποβιομηχανοποίηση της Γερμανίας | Ξαφνικά, μια τέλεια καταιγίδα έχει ξεσπάσει πάνω από την πρώην ευρωπαϊκή οικονομική δύναμη

ΓΕΡΜΑΝΊΑ

Oι μεγαλύτερες εταιρείες της Γερμανίας φαίνεται να την εγκαταλείπουν.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Από τον Matthew Karnitsching/POLITICO*

Ο γίγαντας των χημικών BASF αποτελεί πυλώνα των γερμανικών επιχειρήσεων για περισσότερα από 150 χρόνια, στηρίζοντας τη βιομηχανική άνοδο της χώρας με μια σταθερή ροή καινοτομίας που βοήθησε στο να δημιουργηθεί το αξιοζήλευτο «Made in Germany». Ωστόσο, πιο πρόσφατα, μια επένδυση 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ένα υπερσύγχρονο συγκρότημα που η εταιρεία ισχυρίζονταν ότι θα ήταν το χρυσό πρότυπο για τη βιώσιμη παραγωγή δεν θα γίνει στη Γερμανία. Αντίθετα, ανεγέρθηκε 9.000 χιλιόμετρα μακριά, στην Κίνα.

Ακόμη και αν κυνηγά το μέλλον της στην Ασία, η BASF, που ιδρύθηκε στις όχθες του Ρήνου το 1865 ως Badische Anilin- & Sodafabrik, προσπαθεί να «συμμαζέψει» τις δραστηριότητες της στη Γερμανία. Τον Φεβρουάριο, η εταιρεία ανακοίνωσε τη διακοπή λειτουργίας ενός εργοστασίου λιπασμάτων στη γενέτειρά της στο Λουντβιχσχάφεν όπως και άλλων εγκαταστάσεων, γεγονός που οδήγησε σε περικοπές περίπου 2.600 θέσεων εργασίας.

«Ανησυχούμε ολοένα και περισσότερο για την εγχώρια αγορά μας», είπε ο διευθύνων σύμβουλος της BASF Martin Brudermüller στους μετόχους τον Απρίλιο, σημειώνοντας ότι η εταιρεία έχασε 130 εκατομμύρια ευρώ στη Γερμανία πέρυσι. «Η κερδοφορία δεν είναι πλέον εκεί που θα έπρεπε να είναι».

Αυτή η δυσφορία διαπερνά τώρα το σύνολο της γερμανικής οικονομίας, η οποία διολίσθησε σε ύφεση το πρώτο τρίμηνο του 2023 εν μέσω σωρείας ερευνών που δείχνουν ότι τόσο οι εταιρείες όσο και οι καταναλωτές είναι βαθιά δύσπιστοι για το μέλλον.

Και αυτή η ανησυχία είναι βάσιμη. Πριν από σχεδόν 20 χρόνια, η Γερμανία είχε ξεπεράσει το σκόπελο της «πιο άρρωστης της Ευρώπης» με ένα πακέτο φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας που αποδέσμευσαν το βιομηχανικό της δυναμικό και εγκαινίασαν μια διαρκή περίοδο ευημερίας, κυρίως λόγω της έντονης ζήτησης για μηχανήματα και αυτοκίνητά από την Κινα. Και ενώ η χώρα απογοήτευσε πολλούς εταίρους της εξάγοντας πολύ περισσότερα από όσα αγόραζε, η οικονομία της άνθισε.

Οι καιροί της άνθησης, ωστόσο, είχαν ένα κόστος: Η οικονομική ισχύς κοίμισε τους ηγέτες της μέσα σε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας. Η αποτυχία τους να επιδιώξουν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις επιστρέφει τώρα προκειμένου να δαγκώσει.

Ξαφνικά, μια τέλεια καταιγίδα έχει ξεσπάσει πάνω από την πρώην ευρωπαϊκή δύναμη, που σηματοδοτεί ότι η τρέχουσα ύφεση δεν είναι απλώς «τεχνική», όπως προσεύχονται να είναι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, αλλά μάλλον προάγγελος μιας θεμελιώδους αναστροφής της οικονομικής της τύχης που απειλεί να στείλει δονήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή στο ήδη πολωμένο πολιτικό τοπίο της Ηπείρου.

Αντιμέτωπες με ένα τοξικό κοκτέιλ υψηλού ενεργειακού κόστους, ελλείψεις εργαζομένων και σωρούς γραφειοκρατίας, πολλές από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Γερμανίας -από γίγαντες όπως η Volkswagen και η Siemens έως μια σειρά από λιγότερο γνωστές, μικρότερες- βιώνουν μια σκληρή συνδειδητοποίηση και αναζητούν πιο πράσινο «βοσκοτόπια» στη Βόρεια Αμερική και την Ασία.

Ελλείψει μιας απροσδόκητης ανατροπής, είναι δύσκολο να αποφευχθεί το συμπέρασμα ότι η Γερμανία οδεύει προς μια πολύ βαθύτερη οικονομική παρακμή.

Οι αναφορές από το μέτωπο χειροτερεύουν. Η ανεργία αυξήθηκε από έτος σε έτος κατά περίπου 200.000 τον Ιούνιο, έναν μήνα που οι εταιρείες συνήθως προσθέτουν θέσεις εργασίας. Αν και το συνολικό ποσοστό ανεργίας παραμένει χαμηλό, στο 5,7% και ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας υψηλός, σε σχεδόν 800.000, οι Γερμανοί αξιωματούχοι προετοιμάζονται για περισσότερα άσχημα νέα.

«Αρχίζουμε να αισθανόμαστε τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες στην αγορά εργασίας», δήλωσε η επικεφαλής του γερμανικού γραφείου εργασίας Andrea Nahles. «Η ανεργία αυξάνεται και η αύξηση της απασχόλησης χάνει δυναμική».

Οι νέες παραγγελίες στις τεχνικές εταιρίες της χώρας, που αποτελούν επί μακρόν το βασικό δείκτη για την υγεία της «Germany Inc.», μειώνονται ραγδαία, πέφτοντας κατά 10% μόνο τον Μάιο, στην όγδοη διαδοχική πτώση. Παρόμοια αδυναμία είναι εμφανής σε όλη τη γερμανική οικονομία, από τις κατασκευές έως τα χημικά.

Το ξένο ενδιαφέρον για τη χώρα ως τόπο επένδυσης υποχωρεί επίσης. Ο αριθμός των νέων ξένων επενδύσεων στη Γερμανία μειώθηκε το 2022 για πέμπτη συνεχή χρονιά, αγγίζοντας το χαμηλότερο σημείο από το 2013.

«Πολλοί ακούν για “υφέρπουσα αποβιομηχάνιση”. Δεν είναι απλώς υφέρπουσα πια», είπε ο Hans-Jürgen Völz, επικεφαλής οικονομολόγος στην BVMW, μια ένωση που ασκεί πιέσεις για τη γερμανική Mittelstand, τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν το ραχοκοκαλιά της οικονομίας της χώρας.

Όταν η Γερμανία φτερνίζεται…

Για να κατανοήσουμε τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της αποβιομηχάνισης, δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε περισσότερο από το Ραστ Μπελτ των ΗΠΑ ή τα Μίνταλντς του Ηνωμένου Βασιλείου, κάποτε ακμάζοντα βιομηχανικά κέντρα που έπεσαν θύματα πολιτικών σφαλμάτων και παγκόσμιων ανταγωνιστικών πιέσεων και δεν ανέκαμψαν ποτέ πλήρως.

Ωστόσο, στην περίπτωση της Γερμανίας, οι συνέπειες θα ήταν σε ηπειρωτική κλίμακα.

Η εξάρτηση της χώρας από τη βιομηχανία την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη. Με εξαίρεση τον κατασκευαστή λογισμικού SAP, ο τεχνολογικός τομέας της Γερμανίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος. Στον οικονομικό κόσμο, οι μεγαλύτεροι παίκτες της είναι περισσότερο γνωστοί για τα κακά στοιχήματα (Deutsche Bank) και το σκάνδαλο (Wirecard). Η μεταποίηση αντιπροσωπεύει περίπου το 27% της οικονομίας της, σε σύγκριση με το 18% στις Η.Π.Α..

Ένα επίσης σχετικό πρόβλημα είναι ότι οι πιο σημαντικοί βιομηχανικοί τομείς της Γερμανίας -από τα χημικά μέχρι τα αυτοκίνητα και τα μηχανήματα- έχουν τις ρίζες τους στις τεχνολογίες του 19ου αιώνα. Ενώ η χώρα έχει ευδοκιμήσει για δεκαετίες βελτιστοποιώντας τα συγκεκριμένα προϊόντα, πολλά από αυτά είτε είναι ξεπερασμένα (ο κινητήρας εσωτερικής καύσης) είτε απλώς είναι πολύ ακριβά για να παραχθούν στη Γερμανία.

Δείτε τα μέταλλα. Τον Μάρτιο, η εταιρεία που κατέχει το μεγαλύτερο χυτήριο αλουμινίου της Γερμανίας, η Uedesheimer Rheinwerk, δήλωσε ότι θα κλείσει το εργοστάσιο της μέχρι το τέλος του έτους λόγω του υψηλού κόστους ενέργειας.

Τέτοιες κινήσεις θα ήταν λιγότερο ανησυχητικές εάν η Γερμανία είχε μια ισχυρή ιστορία οικονομικής διαφοροποίησης. Δυστυχώς, το ιστορικό της σε αυτό το μέτωπο είναι αποσπασματικό, στην καλύτερη περίπτωση.

Η Γερμανία πρωτοστάτησε στη σύγχρονη τεχνολογία ηλιακών πάνελ, για παράδειγμα, για να γίνει ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αφού οι Κινέζοι αντέγραψαν τα γερμανικά σχέδια και πλημμύρισαν την αγορά με φθηνές εναλλακτικές λύσεις, οι κατασκευαστές ηλιακών συλλεκτών της Γερμανίας κατέρρευσαν.

Στον τομέα της βιοτεχνολογίας, η εταιρεία BioNtech με έδρα το Μάιντς ήταν η πρώτη γραμμή της ανάπτυξης του εμβολίου mRNA. Αλλά μετά από αυτή την επιτυχία, η εταιρεία ανακοίνωσε σχέδια τον Ιανουάριο για αυτό που ο ιδρυτής της αποκάλεσε μια «τεράστια» επένδυση στην έρευνα αιχμής για τον καρκίνο -στο Ηνωμένο Βασίλειο.

…Η Ευρώπη κρυώνει

Η καινοτομία γεννά οικονομική ανάπτυξη και καθώς η παραδοσιακή βιομηχανία της Γερμανίας παρακμάζει, το ερώτημα είναι ποιο μεγάλο νέο πράγμα θα την αντικαταστήσει. Μέχρι στιγμής, δεν φαίνεται τίποτα στον ορίζοντα. Η Γερμανία κατατάσσεται μόλις στην όγδοη θέση στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας, μια ετήσια κατάταξη που καταρτίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας του ΟΗΕ. Στην Ευρώπη, δεν είναι καν στην πρώτη τριάδα.

Στην τεχνητή νοημοσύνη, μια τεχνολογία που πολλοί αναλυτές και παρατηρητές πιστεύουν ότι θα δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη στην επόμενη γενιά, η Γερμανία είναι ήδη χαμένη. Μόνο τέσσερις από τις 100 επιστημονικές εργασίες για την τεχνητή νοημοσύνη με τις περισσότερες αναφορές το 2022 ήταν γερμανικές. Αυτό συγκρίνεται με 68 για τις ΗΠΑ και 27 για την Κίνα.

«Η Γερμανία δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε κανέναν από τους πιο σημαντικούς τομείς που είναι προσανατολισμένοι στο μέλλον», δήλωσε ο Marcel Fratzscher, επικεφαλής του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου DIW. «Αυτό που υπάρχει είναι η παλιά βιομηχανία».

Η δύναμη της τεχνολογίας που μπορεί να μεταμορφώσει μια οικονομία —ή να την αφήσει πίσω— είναι εμφανής όταν συγκρίνουμε τις τροχιές της Γερμανίας και των ΗΠΑ τα τελευταία 15 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η οικονομία των ΗΠΑ, λόγω της άνθησης στη Silicon Valley, επεκτάθηκε κατά 76% στα 25,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η οικονομία της Γερμανίας αναπτύχθηκε κατά 19% στα 4,1 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σε όρους δολαρίου, οι ΗΠΑ πρόσθεσαν το ισοδύναμο σχεδόν τριών Γερμανιών στην οικονομία τους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Η διάβρωση του βιομηχανικού πυρήνα της Γερμανίας θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Γερμανία δεν είναι απλώς ο μεγαλύτερος παίκτης της Ευρώπης, λειτουργεί επίσης σαν το κέντρο ενός τροχού, συνδέοντας τις διαφορετικές οικονομίες της περιοχής ως το μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο και επενδυτή για πολλές από αυτές.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η γερμανική βιομηχανία έχει μετατρέψει την Κεντρική Ευρώπη σε εργοστάσιό της. Η Porsche κατασκευάζει στη Σλοβακία το SUV της, το Cayenne, η Audi κατασκευάζει κινητήρες στην Ουγγαρία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και η κορυφαία εταιρεία κατασκευής συσκευών Miele κατασκευάζει πλυντήρια ρούχων στην Πολωνία.

Χιλιάδες μικρομεσαίες γερμανικές επιχειρήσεις, η λεγόμενη «Mittelstand», που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της χώρας, δραστηριοποιούνται στην περιοχή, παράγοντας κυρίως για την ευρωπαϊκή αγορά. Αν και δεν θα εξαφανιστούν από τη μια μέρα στην άλλη, μια παρατεταμένη παρακμή στη Γερμανία αναπόφευκτα θα τραβήξει την υπόλοιπη περιοχή μαζί της.

«Υπάρχει κίνδυνος να καταλήξει η Ευρώπη να είναι η χαμένη σε αυτή τη στροφή», παραδέχτηκε πρόσφατα ο Klaus Rosenfeld, διευθύνων σύμβουλος της Schaeffler, κατασκευαστής ανταλλακτικών αυτοκινήτων, προσθέτοντας ότι η εταιρεία του είναι πιθανό να δημιουργήσει τα επόμενα εργοστάσιά της στις ΗΠΑ.

Ελλείψεις

Ενώ οι αξιωματούχοι της ΕΕ κατηγορούν για την επικείμενη αποβιομηχάνιση της περιοχής αυτές που θεωρούν άδικες πολιτικές των ΗΠΑ και Κίνα, οι οποίες θέτουν τις ευρωπαϊκές εταιρείες σε μειονεκτική θέση, τα προβλήματα στη Γερμανία είναι πολύ βαθύτερα και είναι σε μεγάλο βαθμό εγχώρια. Και δεν έχουν εύκολες λύσεις.

Με απλά λόγια, η φόρμουλα που έκανε τη Γερμανία βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης -ένα εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης και καινοτόμες εταιρείες που τροφοδοτούνταν από φθηνή ενέργεια- έχει ανατραπεί.

Καθώς μια γενιά baby boomers (σήμερα μεταξύ 57-75 ετών) συνταξιοδοτείται τα επόμενα χρόνια, η Γερμανία οδεύει προς ένα δημογραφικό γκρεμό που θα αφήσει τις εταιρείες της χωρίς μηχανικούς, επιστήμονες και άλλους εργάτες υψηλής ειδίκευσης οι οποίοι χρειάζονται προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά. Μέσα στα επόμενα 15 χρόνια, περίπου το 30% του εργατικού δυναμικού της Γερμανίας θα φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης.

Όμως, το γκριζάρισμα του πληθυσμού δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Οι νέοι Γερμανοί λαχταρούν για ασφαλείς θέσεις εργασίας, και όχι το είδος της επιχειρηματικότητας και των καινοτομιών που έκαναν τη χώρα μία από τις κορυφαίες οικονομίες στον κόσμο.

«Πολλοί νέοι προτιμούν να εργάζονται για το δημόσιο παρά να ξεκινήσουν μια επιχείρηση», είπε ο Fratzscher του DIW.

Οι προσπάθειες για την αντιστάθμιση της αυξανόμενης έλλειψης εργαζομένων μέσω της μετανάστευσης έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής (αν και η Γερμανία συνεχίζει να δέχεται εκατοντάδες χιλιάδες αιτούντες άσυλο κάθε χρόνο, οι περισσότεροι στερούνται τις δεξιότητες που χρειάζονται οι εταιρείες).

Πριν ένα μήνα, οι Γερμανοί νομοθέτες ψήφισαν έναν νέο νόμο για τη μετανάστευση που αίρει πολλά από τα γραφειοκρατικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι ξένοι ειδικευμένοι εργαζόμενοι για να εγκατασταθούν στη χώρα. Το αν θα λειτουργήσει είναι άλλο ερώτημα. Σε σύγκριση με το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά ή τις ΗΠΑ, η Γερμανία είναι μια δύσκολη χώρα, λόγω των υψηλών φόρων, της δυσκολίας εκμάθησης της γλώσσας και μιας κουλτούρας που συχνά είναι λιγότερο φιλόξενη για τους ξένους.

Μια μελέτη σχεδόν 400 σελίδων που ανατέθηκε από την κυβέρνηση και δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι οι μισοί Γερμανοί είχαν αντιμουσουλμανικές απόψεις. Δεδομένου ότι πολλοί από τους υψηλά μορφωμένους εργαζομένους που η κυβέρνηση θα ήθελε να προσελκύσει από μουσουλμανικές χώρες όπως η Τουρκία, αυτή η εχθρότητα δεν είναι κάτι που λειτουργεί υπέρ.

Η επιβάρυνση αυτών των δημογραφικών προκλήσεων είναι η αύξηση του ενεργειακού κόστους στον απόηχο του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και των προσπαθειών της ίδιας της Γερμανίας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Σταματώντας τις παραδόσεις φυσικού αερίου στη Γερμανία, το Κρεμλίνο ουσιαστικά χτύπησε τον άξονα του επιχειρηματικού μοντέλου της χώρας, στον οποίο βασιζόταν όσον αφορά την εύκολη πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια. Αν και οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου έχουν σταθεροποιηθεί, εξακολουθούν να είναι περίπου τριπλάσιες από εκείνες που ήταν πριν από την κρίση. Αυτό άφησε εταιρείες όπως η BASF, της οποίας η κύρια γερμανική επιχείρηση από μόνη της κατανάλωνε τόσο φυσικό αέριο το 2021 όσο όλη η Ελβετία, χωρίς άλλη επιλογή από το να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις.

Επιπλέον, ο Πράσινος μετασχηματισμός της χώρας, το λεγόμενο «Energiewende», έχει κάνει τα πράγματα χειρότερα. Καθώς έχανε την πρόσβαση στο ρωσικό αέριο, η χώρα απενεργοποίησε κάθε πυρηνική ενέργεια. Και ακόμη και μετά από σχεδόν ένα τέταρτο αιώνα επιδότησης της επέκτασης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Γερμανία εξακολουθεί να μην έχει σχεδόν αρκετές ανεμογεννήτριες και ηλιακούς συλλέκτες για να ικανοποιήσει τη ζήτηση –αφήνοντας τους Γερμανούς να πληρώνουν τρεις φορές τον διεθνή μέσο όρο για ηλεκτρική ενέργεια.

Ο θάνατος του Das Auto

Αν και το ευρύ κοινό φαίνεται να αγνοεί τις οικονομικές προκλήσεις που του επιφυλάσσονται, όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή δεν έχουν αυταπάτες.

«Οι γεωπολιτικές εξελίξεις κατέστησαν απολύτως σαφές ότι το οικονομικό μας μοντέλο δεν είναι πλέον εγγυητής της ευημερίας», δήλωσε ο Andreas Rade, διευθύνων σύμβουλος του Συνδέσμου για τη Γερμανική Αυτοκινητοβιομηχανία, το κύριο λόμπι του κλάδου. Ούτε το περίφημο «das Auto».

Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει ωθήσει τις τύχες της Γερμανίας για περισσότερο από έναν αιώνα και το οικονομικό μέλλον της χώρας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα του κλάδου —που αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα τέταρτο της παραγωγής του— να διατηρήσει την κυριαρχία του στον τομέα της πολυτέλειας σε έναν κόσμο ηλεκτρικών οχημάτων.

Ωστόσο τα πράγματα δεν φαίνονται καλά. Ενώ οι εταιρείες έχουν πρόσφατα σημειώσει κέρδη ρεκόρ με τη βοήθεια της περιορισμένης ζήτησης στον απόηχο της πανδημίας, αυτή η ώθηση μοιάζει περισσότερο με μία τελευταία ανάσα παρά με ανανέωση.

Ούσα για καιρό πηγή εθνικής υπερηφάνειας, η αυτοκινητοβιομηχανία έχει γίνει η αχίλλειος πτέρνα της Γερμανίας. Για χρόνια, εταιρείες όπως η Mercedes, η BMW και η Volkswagen αρνούνταν να εγκαταλείψουν τον κινητήρα εσωτερικής καύσης, απορρίπτοντας την Tesla και άλλους πρώιμους καινοτόμους.

Αυτή η στρατηγική γκάφα άνοιξε την πόρτα όχι μόνο στον Elon Musk, αλλά και στην Κίνα, η οποία άρχισε να επενδύει σημαντικά ποσά στην ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων πριν από 15 χρόνια, καθώς οι Γερμανοί απέρριπταν την ιδέα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν ένα πολύ σημαντικό προβάδισμα. Πέρυσι, οι Κινέζοι κατασκευαστές αντιπροσώπευαν περίπου το 60% των άνω των 10 εκατομμυρίων αμιγώς ηλεκτρικών αυτοκινήτων που πωλήθηκαν παγκοσμίως.

Οι Γερμανοί αισθάνονται ήδη τις συνέπειες του λανθασμένου υπολογισμού τους.

Η Volkswagen, η οποία κυριαρχεί στην κινεζική αγορά αυτοκινήτων για δεκαετίες, έχασε το στέμμα της ως η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της χώρας το πρώτο τρίμηνο από την BYD, έναν τοπικό ανταγωνιστή, εν μέσω αύξησης των πωλήσεων EV. Η Κίνα είναι η μεγαλύτερη αγορά αυτοκινήτων στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 40% των εσόδων της Volkswagen.

Μια πρόσφατη μελέτη της ασφαλιστικής Allianz προέβλεψε ότι εάν διατηρηθούν οι τρέχουσες τάσεις με τους Κινέζους κατασκευαστές να αυξάνουν το μερίδιο αγοράς τους τόσο στην Κίνα όσο και στην Ευρώπη, οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές αυτοκινήτων και προμηθευτές θα μπορούσαν να δουν τα κέρδη τους να μειώνονται κατά δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2030, με τις γερμανικές εταιρείες να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος.

Αν και οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν επιδοθεί σε ένα συλλογικό αγώνα δρόμου προσπαθώντας να καλύψουν τη διαφορά, εξακολουθούν να μην έχουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που απολάμβαναν για περισσότερο από έναν αιώνα με τους κινητήρες εσωτερικής καύσης. Πράγματι, η βασική τεχνολογία σε ένα EV δεν είναι ο κινητήρας, ο οποίος είναι τεχνολογία off-the-shelf, αλλά η μπαταρία, η οποία βασίζεται στη χημεία, όχι στην ικανότητα της μηχανικής.

Επιπλέον, τα ηλεκτρικά οχήματα εξελίσσονται ολοένα και περισσότερο σε κυλιόμενες κάψουλες τεχνολογικής ψυχαγωγίας, με τα αυτοκίνητα αυτόνομης οδήγησης προ των πυλών. Και αν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο η Γερμανία δεν έχει διαπρέψει, αυτός είναι η ψηφιακή τεχνολογία. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί η Tesla αξίζει πλέον τριπλάσια από όλες τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες μαζί.

«Σίγουρα έχουμε δυσκολίες στην καινοτομία στη γερμανική βιομηχανία και ένα ζήτημα ανταγωνιστικότητας», δήλωσε ο Jens Hildebrandt, επικεφαλής του Γερμανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα.

Για την οικονομική σχέση μεταξύ Γερμανίας και Κίνας, αυτό αντιπροσωπεύει μια τεράστια αλλαγή. Για δεκαετίες, οι Κινέζοι έβλεπαν τη γερμανική βιομηχανία και μηχανική ως πρότυπο. Ξαφνικά, οι Γερμανοί είναι αυτοί που κοιτάζουν προς την Κίνα.

«Οι μεγάλες κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες θα πρέπει σύντομα να δημιουργήσουν τα δικά τους εργοστάσια στην Ευρώπη και ίσως ακόμη και στη Γερμανία», είπε o Hildebrandt, προσθέτοντας ότι είναι μια τάση που «δεν μπορεί να αντιστραφεί».

Καθοδική πορεία

Δεδομένων των αντίξοων οικονομικών ανέμων, ίσως δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλές από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Γερμανίας βρίσκονται σε μια πορεία προς το να είναι γερμανικές μόνο κατ’ όνομα. Αν αυτό ακούγεται τραβηγμένο, λάβετε υπόψη το παράδειγμα της Linde, του όμιλου βιομηχανικών αερίων. Μέχρι φέτος, η εταιρεία, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1870 με την ανάπτυξη της ψύξης για ζυθοποιεία, ήταν η πιο πολύτιμη blue-chip στη Γερμανία, με κεφαλαιοποίηση περίπου 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τον Ιανουάριο, αποφάσισε να αποχωρήσει από το χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης υπέρ της εισαγωγής της στη Wall Street.

Η κίνηση ακολούθησε τη συγχώνευση του ομίλου το 2018 με έναν ανταγωνιστή της από τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να εγκαταλείψει τα κεντρικά γραφεία της στο κέντρο του Μονάχου και να μετεγκατασταθεί στο Δουβλίνο. Κατά τη διάρκεια της αναδιάρθρωσης, η Linde έκοψε εκατοντάδες θέσεις εργασίας στη χώρα καταγωγής της. Αν και η Γερμανία παραμένει μια σημαντική αγορά, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 11% των εσόδων της, είναι μόνο μία από τις πολλές.

Αυτό που δείχνει η περίπτωση της Linde είναι ότι οι μεγάλες γερμανικές εταιρείες μπορούν να επιβιώσουν και να ευδοκιμήσουν με ή χωρίς τη Γερμανία. Καθώς οι συνθήκες χειροτερεύουν, απλώς θα μετακομίσουν αλλού. Για τη Γερμανία, ωστόσο, αυτό θα σήμαινε λιγότερες ακριβοπληρωμένες θέσεις εργασίας και χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, για να μην αναφέρουμε την απειλή της παρατεταμένης οικονομικής παρακμής και της πολιτικής αστάθειας.

Μια πρόσφατη αύξηση στις εθνικές δημοσκοπήσεις του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) υπογραμμίζει αυτά τα διακυβεύματα. Αν και η άνοδος του AfD οφείλεται κυρίως στην αυξανόμενη απογοήτευση όσον αφορά τις πολιτικές για τη μετανάστευση, μια κακή οικονομική κατάσταση πιθανότατα θα έδινε στο κόμμα μια περαιτέρω ώθηση.

Ένα επίσης μεγάλο σημείο αναταραχής είναι και η κοινωνική πρόνοια. Η Γερμανία λειτουργεί ένα από τα πιο γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας, με τις κοινωνικές δαπάνες να αντιστοιχούν στο 27% της οικονομίας πέρυσι (έναντι 23% στις ΗΠΑ). Με το Βερολίνο να πιέζεται να δαπανήσει πολύ περισσότερα για την άμυνα, το σφίξιμο της ζώνης -και η δημόσια αντίδραση- έχει ήδη ξεκινήσει. Σε μια οικονομική παρακμή, η κατάσταση μόνο θα χειροτερέψει.

Μια κορυφαία προτεραιότητα για τη γερμανική βιομηχανία -ο εκσυγχρονισμός της υποδομής- θα είναι πιο δύσκολο να χρηματοδοτηθεί. Οι δρόμοι, οι γέφυρες, οι ναυτιλιακές λωρίδες και άλλες κρίσιμες υποδομές της Γερμανίας έχουν μεγάλη ανάγκη επισκευής. Τέσσερις στις πέντε γερμανικές εταιρείες δηλώνουν ότι η κακή υποδομή εμποδίζει τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο από το Ινστιτούτο για τη Γερμανική Οικονομία (IW). Στην πραγματικότητα, «τα προβλήματα είναι πιθανό να επιδεινωθούν», κατέληξαν οι συγγραφείς της μελέτης.

Εξοδος

Ωστόσο, η γερμανική βιομηχανία δεν εγκαταλείπει τελείως την Deutschland. Είναι στην ευχάριστη θέση να μείνουν -όσο η κυβέρνηση τους πληρώνει.

Η BASF άνοιξε ένα εργοστάσιο κοντά στη Δρέσδη που κατασκευάζει υλικά καθόδου για μπαταρίες ηλεκτρικών αυτοκινήτων μόλις πριν από ένα μήνα και έχει δεσμευτεί να συνεχίσει να επενδύει στην εγχώρια αγορά. Παρ’ όλα αυτά, για να εξασφαλίσουν τέτοιες δεσμεύσεις, οι τοπικές και ομοσπονδιακές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να προσφέρουν γενναιόδωρα κίνητρα. Για παράδειγμα, η BASF θα λάβει 175 εκατομμύρια ευρώ σε κρατική υποστήριξη.

Ομοίως, τον Ιούνιο, η αμερικανική εταιρεία κατασκευής chip Intel εξασφάλισε μια εντυπωσιακή επιδότηση 10 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα τεράστιο νέο εργοστάσιο στην ανατολική πόλη του Μαγδεμβούργου. Αυτό μεταφράζεται σε 3,3 εκατομμύρια ευρώ για καθεμία από τις 3.000 θέσεις εργασίας που έχει δεσμευτεί να δημιουργήσει η εταιρεία.

Παρ’ όλα αυτά, ελλείψει τέτοιας υποστήριξης, αποδεικνύεται δύσκολο να αντισταθεί κανείς στις σειρήνες των πιο προσιτών αγορών. Με τη γερμανική μηχανική να έχει χάσει το προβάδισμά της στην ηλεκτρική εποχή, οι αυτοκινητοβιομηχανίες διπλασιάζουν τις επενδύσεις τους στο εξωτερικό, ειδικά στην Κίνα ή τις ΗΠΑ.

Η χρηματοδότηση που προσφέρει ο νόμος για τη μείωση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ελκυστικό δέλεαρ. Η Volkswagen αποκάλυψε τα σχέδιά της τον Μάρτιο για την κατασκευή ενός εργοστασίου 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη Νότια Καρολίνα, όπου θέλει να αναβιώσει τη μάρκα Scout, ένα δημοφιλές αμερικανικό 4×4 στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Τον Απρίλιο, στελέχη της startup μπαταριών της αυτοκινητοβιομηχανίας, PowerCo, στάθηκαν δίπλα στον Καναδό πρωθυπουργό Justin Trudeau, καθώς ανακοίνωσαν μια επένδυση 5 δισεκατομμυρίων ευρώ σε ένα νέο εργοστάσιο μπαταριών στο Οντάριο. Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει δεσμευτεί να επενδύσει περισσότερα δισεκατομμύρια στη Βόρεια Αμερική τα επόμενα χρόνια, καθώς θα στραφεί προς τα ηλεκτρικά οχήματα.

Στη Γερμανία, αντίθετα, η Volkswagen έχει εγκαταλείψει τα σχέδια της για την κατασκευή ενός νέου εργοστασίου για το «Trinity», ένα νέο ηλεκτρικό SUV, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις. Η αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία διαθέτει μια σταθερή μάρκα που περιλαμβάνει επίσης Audi και Porsche, αποφάσισε να μην κατασκευάσει δεύτερο εργοστάσιο μπαταριών στην πολιτεία της Κάτω Σαξονίας λόγω του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Τον Απρίλιο, ωστόσο, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα επενδύσει περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ σε ένα κέντρο ηλεκτρικών οχημάτων κοντά στη Σαγκάη.

Μια πρόσφατη έρευνα σε 128 Γερμανούς προμηθευτές αυτοκινήτων από τον VDA, έναν βιομηχανικό όμιλο, διαπίστωσε ότι ούτε ένας δεν σχεδίαζε να αυξήσει την επένδυσή του στην εγχώρια αγορά του. Περισσότερο από το ένα τέταρτο σχεδίαζε να μετατοπίσει τις δραστηριότητές του στο εξωτερικό.

Παρά την έξοδο της βιομηχανίας, οι πολιτικοί της Γερμανίας αρνούνται σε μεγάλο βαθμό να δουν τις διαφαινόμενες πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις. Οι λομπίστες του κλάδου υποστηρίζουν ότι η «αλληλεξάρτηση» μεταξύ Κίνας και Γερμανίας θα είναι θετική μακροπρόθεσμα, αλλά παρόμοια λογική ώθησε το Βερολίνο να αγκαλιάσει το ρωσικό φυσικό αέριο -με καταστροφικές συνέπειες. Και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η γερμανική ώθηση προς την Κίνα υποχωρεί. Πέρυσι, οι γερμανικές εταιρείες επένδυσαν 11,5 δισ. ευρώ στην Κίνα, ένα ποσό ρεκόρ.

«Αυτό που με ανησυχεί είναι η ασυμμετρία της εξάρτησης», είπε ο Fratzscher. «Οι γερμανικές εταιρείες έχουν ανοιχτεί στον εκβιασμό επειδή εξαρτώνται πολύ περισσότερο από την Κίνα παρά το αντίστροφο».

Για πάρουν μια γεύση του πόσο γρήγορα εθνικοί πρωταθλητές στο χώρο των επιχειρήσεων μπορούν να παρασυρθούν από την τεχνολογία, καλό θα ήταν να τηλεφωνήσουν στη Φινλανδία και να ρωτήσουν για τη Nokia ή τον Καναδά για να ρωτήσουν για την τύχη της Research in Motion, της εταιρείας πίσω από την κάποτε πανταχού παρόν BlackBerry. Κάποια στιγμή οι Γερμανοί θα ξυπνήσουν με τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν. Το ερώτημα είναι αν θα το κάνουν πριν να είναι πολύ αργά.

Σε κάθε περίπτωση, η BASF θα είναι έτοιμη. Ερωτηθείς πρόσφατα τι σχεδίαζε να κάνει η εταιρεία με τα χημικά εργοστάσια που έκλεινε στο γερμανικό κέντρο της, ο Brudermüller, ο Διευθύνων Σύμβουλος, προσπάθησε να ρίξει τους τόνους, λέγοντας ότι η εταιρεία δεν θα «κατεδαφίσει τα πάντα αμέσως». Αλλά ήταν πιο άμεσος σε ένα άλλο σημείο: «Δεν χρειαζόμαστε τον χώρο στο Λουντβιγκσχάφεν αυτή τη στιγμή».

* Ο Gabriel Rinaldi και ο Peter Wilke συνέβαλαν στο ρεπορτάζ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *