
Με μια παρατεταμένη ενεργειακή και ναυτιλιακή κρίση βρίσκεται αντιμέτωπη η διεθνής αγορά, καθώς η συνεχιζόμενη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν στα Στενά του Ορμούζ αυξάνει το κόστος προμήθειας υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τους ναύλους των δεξαμενόπλοιων και εντείνει την αβεβαιότητα για την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών.
Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται στις εκτιμήσεις της Rystad Energy, σύμφωνα με τις οποίες η πρόσθετη επιβάρυνση για τις ευρωπαϊκές εισαγωγές LNG το 2026 αναμένεται να ανέλθει σε τουλάχιστον 12 δισ. δολάρια. Την ίδια ώρα, η ναυλομεσιτική εταιρεία Poten & Partners εξετάζει το ενδεχόμενο η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν να παραμείνει ανεπίλυτη για αρκετά χρόνια, με περιοδικές επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, συνεχιζόμενες κυρώσεις και προσωρινές συμφωνίες για τη διατήρηση των πετρελαϊκών ροών.
Το κόστος των εισαγωγών LNG και η μεγαλύτερη επιβάρυνση της Ευρώπης
Η Rystad Energy εκτιμά ότι το συνολικό κόστος των παγκόσμιων εισαγωγών LNG θα αυξηθεί το 2026 σε τουλάχιστον 256,3 δισ. δολάρια, από 217,8 δισ. δολάρια που προέβλεπαν οι προπολεμικές εκτιμήσεις. Η αύξηση αυτή υπολογίζεται παρά τη μείωση των εισαγόμενων ποσοτήτων κατά 60,7 εκατομμύρια τόνους.
Οι προβλέψεις βασίζονται στο σενάριο ότι οι παραδόσεις LNG από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν θα είναι διαθέσιμες από τον Μάρτιο έως το τέλος του έτους, εξαιτίας των συνεχιζόμενων επιθέσεων εναντίον εμπορικών πλοίων στην περιοχή.
Η Ευρώπη αναμένεται να υποστεί τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, με το κόστος εισαγωγών να αυξάνεται κατά τουλάχιστον 18%, παρά την προβλεπόμενη μείωση της ζήτησης κατά 24 εκατομμύρια τόνους.
Ειδικότερα, εκτιμάται ότι θα χαθούν 20,6 εκατομμύρια τόνοι από τα συνολικά 24,7 εκατομμύρια τόνους καταριανού LNG που είχαν προγραμματιστεί να παραδοθούν στην ευρωπαϊκή αγορά πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Η εξάρτηση από την αγορά spot αυξάνει την έκθεση της Ευρώπης
Ένας από τους βασικούς παράγοντες που επιβαρύνουν την ευρωπαϊκή αγορά είναι η μεγάλη εξάρτησή της από τις αγορές άμεσης παράδοσης (spot). Μέσω αυτών πραγματοποιείται περίπου το 65% των εισαγωγών LNG της Ευρώπης, γεγονός που την καθιστά περισσότερο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών.
Σύμφωνα με τη Rystad Energy, η μέση τιμή του LNG στην Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά 47%, ενώ στην Ανατολική Ασία η αύξηση του συνολικού κόστους εισαγωγών περιορίζεται στο 9,7%.
Η διαφορά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη διάρθρωση των συμβάσεων προμήθειας. Στην Ανατολική Ασία, το 82% των μακροχρόνιων συμβολαίων LNG συνδέεται με τις τιμές του πετρελαίου, περιορίζοντας την άμεση έκθεση των εισαγωγέων στις έντονες διακυμάνσεις της αγοράς spot.
Ο Christoph Halser, ανώτερος αναλυτής Έρευνας Φυσικού Αερίου και LNG της Rystad Energy, επισημαίνει ότι η κρίση αναδεικνύει μια βασική αδυναμία της ενεργειακής ασφάλειας: η διαφοροποίηση των μηχανισμών τιμολόγησης δεν εγγυάται απαραίτητα και τη φυσική διαθεσιμότητα των φορτίων.
Όπως υπογραμμίζει, οι εισαγωγείς πρέπει να αξιολογούν όχι μόνο τον κίνδυνο αύξησης των τιμών, αλλά και την αξιοπιστία των διαδρομών μεταφοράς, καθώς και τη δυνατότητα αντικατάστασης των ποσοτήτων που χάνονται.
Poten & Partners: Το σενάριο μιας σύγκρουσης χωρίς τέλος
Την ίδια στιγμή, η ναυλομεσιτική εταιρεία Poten & Partners, σε ανάλυση με τίτλο «Neither Peace Nor War» («Ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος»), εξετάζει το ενδεχόμενο η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν να συνεχιστεί για χρόνια, χωρίς οριστική διπλωματική διευθέτηση.
Η ναυλομεσιτική εταιρεία επισημαίνει ότι, παρά τις προσδοκίες για επίτευξη συμφωνίας μέσα στους επόμενους τρεις έως έξι μήνες, δεν μπορεί να αποκλειστεί η διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου, με περιοδικές επιθέσεις, συνεχιζόμενες κυρώσεις και διαπραγματεύσεις που δεν καταλήγουν σε συνολική συμφωνία.
Σημαντικό στοιχείο της κρίσης αποτελεί, σύμφωνα με την Poten, ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμένων, ο οποίος έχει ουσιαστικά αναστείλει τις εξαγωγές αργού πετρελαίου της Τεχεράνης, περιορίζοντας μια βασική πηγή συναλλαγματικών εσόδων.
Η εταιρεία εκτιμά επίσης ότι το Ιράν φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα αποθέματα πετρελαίου που διατηρούσε σε πλωτές αποθηκευτικές εγκαταστάσεις στην Ασία, κυρίως ανοικτά της Μαλαισίας.
Παράλληλα, η Τεχεράνη εξακολουθεί να θέτει ως προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ανεμπόδιστης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, ενώ η στάση της Ουάσιγκτον παραμένει αβέβαιη.
Κατά την Poten, ο χρόνος και η μορφή των επόμενων κινήσεων του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να επηρεαστούν και από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προβλεφθεί η κατεύθυνση των αποφάσεων.
Υψηλοί ναύλοι παρά τις αναταράξεις
Παρά τη συνεχιζόμενη πολεμική κρίση, η Poten εκτιμά ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση δεν συνεπάγεται απαραίτητα την παράλυση των αγορών πετρελαίου και δεξαμενόπλοιων.
Οι εμπορικές ροές έχουν ήδη προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, με δεξαμενόπλοια να διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ μέσω διαδρόμου υπό αμερικανική προστασία και άλλα πλοία να πραγματοποιούν μεταφορτώσεις φορτίων στον Κόλπο του Ομάν.
Σύμφωνα με την εταιρεία, οι εξαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή έχουν ανακάμψει σημαντικά τους τελευταίους μήνες, καταδεικνύοντας ότι η αγορά αναζητεί εναλλακτικούς τρόπους διατήρησης της εμπορικής δραστηριότητας.Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνέχιση της κρίσης θα μπορούσε να διατηρήσει σε υψηλά επίπεδα τους ναύλους των δεξαμενόπλοιων, καθώς παραμένουν οι επιχειρησιακές δυσκολίες, τα πρόσθετα κόστη και τα ασφάλιστρα κινδύνου.
Ωστόσο, η Poten επισημαίνει ότι τα υψηλότερα έσοδα από ναύλους συνοδεύονται από σοβαρούς κινδύνους, ιδιαίτερα για τα πληρώματα των πλοίων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
Στις 128 οι επιβεβαιωμένες επιθέσεις – 24 νεκροί ναυτικοί
Η επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας αποτυπώνεται και στα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), σύμφωνα με τα οποία, έως τις 3 Νοεμβρίου 2026, είχαν καταγραφεί 128 επιβεβαιωμένα περιστατικά κατά πλοίων στα Στενά του Ορμούζ και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με 24 νεκρούς ναυτικούς.
Η Poten τονίζει ότι οι συνεχιζόμενες επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων αποτελούν σοβαρή απειλή για τους εργαζομένους στη ναυτιλία, οι οποίοι καλούνται να διατηρήσουν σε λειτουργία τις διεθνείς ενεργειακές μεταφορές εν μέσω της σύγκρουσης.
Το ενδεχόμενο μιας μακροχρόνιας κρίσης δημιουργεί έτσι μια διπλή πραγματικότητα για τη διεθνή ναυτιλία: από τη μία πλευρά, αυξάνει το κόστος του ενεργειακού εφοδιασμού και επιβαρύνει τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές, ενώ από την άλλη διατηρεί τις συνθήκες που μπορούν να στηρίζουν υψηλούς ναύλους στα δεξαμενόπλοια, με σημαντικό όμως τίμημα για την ασφάλεια των πληρωμάτων και τη σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορίου.