Τζάρεντ Κούσνερ: Οι καταγγελίες για μίζες από το Αζερμπαϊτζάν και η κατηγορηματική διάψευση

Αναστάτωση στον Λευκό Οίκο προκάλεσε δημοσίευμα του Vanity Fair, το οποίο, μέσα από αποσπάσματα βιβλίου του δημοσιογράφου Μάθιου Κόουλ, παρουσιάζει καταγγελίες για φερόμενες μίζες από το Αζερμπαϊτζάν και μυστικούς τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονται με τον Τζάρεντ Κούσνερ. Από την πλευρά του, ο γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ διαψεύδει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, αρνούμενος ότι υπάρχουν τέτοιοι λογαριασμοί.

Ειδικότερα, το περιοδικό δημοσίευσε στις 22 Οκτωβρίου απόσπασμα από το νέο βιβλίο του ερευνητή δημοσιογράφου Μάθιου Κόουλ (Matthew Cole), με τίτλο «Princes and Thieves: Jared Kushner and Mohamed bin Zayed’s Secret Plot to Remake the Middle East». Το βιβλίο εξετάζει τις σχέσεις του Κούσνερ με ηγετικά πρόσωπα του Κόλπου και τη φερόμενη διακίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών μέσω τραπεζικών λογαριασμών.

Το δημοσίευμα περιλαμβάνει σοβαρές καταγγελίες για λογαριασμούς που φέρονται να συνδέονται με τον Κούσνερ, καθώς και για μεταφορές χρημάτων σε τρίτα πρόσωπα. Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για ψευδείς κατηγορίες που δεν συνοδεύονται από επαληθεύσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Οι καταγγελίες για τους τραπεζικούς λογαριασμούς

Σύμφωνα με το απόσπασμα του βιβλίου, στα τέλη της άνοιξης του 2020 ο Κόουλ ενημερώθηκε από πηγή που χαρακτηρίζει αξιόπιστη ότι οι ολλανδικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αποκτήσει πρόσβαση στο τηλέφωνο του Κούσνερ και παρακολουθούσαν τη δραστηριότητά του σε τραπεζικό λογαριασμό στο Ντουμπάι.

Ο λογαριασμός, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, περιείχε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, τα οποία φέρονταν να προέρχονται από τράπεζα του Αζερμπαϊτζάν. Το βιβλίο υποστηρίζει επίσης ότι ο Κούσνερ μετέφερε σημαντικά ποσά σε άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ένας πολέμαρχος, ένας μισθοφόρος και ένας πρώην εκτελεστής επί πληρωμή.

Σε ευρύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ τοποθέτησαν συνολικά τουλάχιστον 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε δύο ή περισσότερους λογαριασμούς που συνδέονταν με τον Κούσνερ κατά την πρώτη θητεία Τραμπ.

Σύμφωνα με αναφορές που κυκλοφόρησαν μετά τη δημοσίευση, ένας λογαριασμός στην τράπεζα First Abu Dhabi Bank φέρεται να περιείχε περίπου 750 εκατομμύρια δολάρια και να ανήκε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με τον Κούσνερ να εμφανίζεται ως συνυπογράφων. Άλλος λογαριασμός, ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων, φέρεται να βρισκόταν στην Κεντρική Τράπεζα του Ισραήλ.

Οι ισχυρισμοί του βιβλίου συνδέονται με το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων του Κούσνερ με κεφάλαια από τη Μέση Ανατολή και της πιθανής επιρροής τους στην αμερικανική πολιτική. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και ο Έρικ Πρινς, πρώην διευθύνων σύμβουλος της ιδιωτικής εταιρείας στρατιωτικών υπηρεσιών Blackwater.

Ο συγγραφέας βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε ανώνυμες πηγές. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο δικηγόρος του Κούσνερ είχε ήδη απορρίψει τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι τραπεζικοί λογαριασμοί και ότι ο εντολέας του δεν έχει παραβιάσει τη νομοθεσία.

Η απάντηση Κούσνερ και η διάψευση των καταγγελιών

Λίγες ώρες μετά τη δημοσίευση του αποσπάσματος, ο Κούσνερ τοποθετήθηκε δημόσια μέσω της πλατφόρμας X, απορρίπτοντας το περιεχόμενο του βιβλίου.

«Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από ένα βιβλίο που περιέχει εξωφρενικές και κατηγορηματικά ψευδείς καταγγελίες. Αρνηθήκαμε κάθε ισχυρισμό επίσημα, όμως ο συγγραφέας δεν παρείχε ούτε ένα στοιχείο επαληθεύσιμης απόδειξης για να τους υποστηρίξει. Δεν δόθηκαν τραπεζικές καταστάσεις, αρχεία μεταφορών χρημάτων, αριθμοί λογαριασμών, ημερομηνίες συναλλαγών ή άλλες επαληθεύσιμες λεπτομέρειες για να στηριχθούν αυτές οι εξαιρετικές κατηγορίες.

Τα παραπάνω δεν συνέβησαν ποτέ.

Είναι βαθιά απογοητευτικό που το Vanity Fair θα δημοσίευε τέτοιες εξαιρετικές κατηγορίες χωρίς να τις επαληθεύσει ανεξάρτητα. Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι μυθοπλασία που παρουσιάζεται ως γεγονός».

Σε άλλη ανάρτησή του την ίδια ημέρα, ο Κούσνερ υποστήριξε ότι την περίοδο στην οποία αναφέρονται οι καταγγελίες βρισκόταν υπό ιδιαίτερα αυστηρό δημόσιο και θεσμικό έλεγχο. Όπως ανέφερε, είχε βρεθεί στο επίκεντρο εκτεταμένης δημοσιογραφικής κάλυψης, κοινοβουλευτικών ερευνών και της έρευνας του ειδικού εισαγγελέα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, συνεργάστηκε εθελοντικά με τις αρμόδιες διαδικασίες, καταθέτοντας για περισσότερες από 30 ώρες. Υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν είχαν εμφανιστεί τότε, καθώς, όπως ανέφερε, τα γεγονότα που περιγράφονται δεν συνέβησαν ποτέ. Χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς «μείγμα φαντασίας, μυθοπλασίας και προπαγάνδας».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο δικηγόρος του, Τσαντ Μιζέλ, ο οποίος χαρακτήρισε ψευδή την κεντρική καταγγελία του βιβλίου. «Η κεντρική κατηγορία αυτού του βιβλίου είναι κατηγορηματικά ψευδής. Δεν πρόκειται για ζητήματα ερμηνείας ή διαφορετικών αναμνήσεων: δεν υπάρχουν τραπεζικοί λογαριασμοί. Δεν υπάρχουν. Πρόκειται για εξωφρενικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς χωρίς ούτε ένα στοιχείο απόδειξης», δήλωσε.

Το βιβλίο και οι οικονομικές σχέσεις με τον Κόλπο

Το βιβλίο του Κόουλ, που προγραμματίζεται να κυκλοφορήσει στα τέλη Οκτωβρίου 2026, παρουσιάζει ως κεντρικό θέμα μια φερόμενη μυστική συνεννόηση μεταξύ του Κούσνερ, του Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ και του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η συνεργασία αυτή συνδεόταν με τη χρηματοδότηση μιας πολιτικής ατζέντας που επηρέαζε τον Λευκό Οίκο και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Οι οικονομικές σχέσεις του Κούσνερ με τη Σαουδική Αραβία είχαν προκαλέσει αντιδράσεις και στο παρελθόν. Ιδιαίτερη συζήτηση είχε προκαλέσει η επένδυση ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας στην εταιρεία του, Affinity Partners, μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση Τραμπ.

Μετά τη δημοσίευση του αποσπάσματος, οι αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κινήθηκαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ορισμένοι χρήστες ζήτησαν περαιτέρω έρευνα για τις καταγγελίες, ενώ άλλοι επισήμαναν ότι δεν παρουσιάστηκαν δημόσια συγκεκριμένα έγγραφα, αριθμοί λογαριασμών ή στοιχεία συναλλαγών που να επιτρέπουν την ανεξάρτητη επαλήθευσή τους.

Το δημοσίευμα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις οικονομικές σχέσεις πρώην και νυν Αμερικανών αξιωματούχων με ξένους επενδυτές και κυβερνήσεις, καθώς και για τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται ώστε σοβαρές καταγγελίες να μπορούν να αξιολογηθούν ανεξάρτητα. Οι ισχυρισμοί του βιβλίου και οι διαψεύσεις του Κούσνερ αποτελούν, προς το παρόν, τις δύο αντικρουόμενες πλευρές της υπόθεσης.