
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πηγές ανασφάλειας για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Για όσους διαθέτουν περιορισμένο εισόδημα, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά ότι ολοένα μεγαλύτερο μέρος του μισθού ή της σύνταξης εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας.
Την ίδια στιγμή, πίσω από τις ανατιμήσεις λειτουργεί ένας δημοσιονομικός μηχανισμός που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο: όταν αυξάνονται οι τιμές, αυξάνονται και τα έσοδα από τους φόρους που υπολογίζονται πάνω σε αυτές.
Το αποτέλεσμα είναι μια δύσκολη εξίσωση για την οικονομία και την κοινωνία. Τα νοικοκυριά χάνουν αγοραστική δύναμη, ενώ το κράτος μπορεί να εισπράττει περισσότερα από την κατανάλωση, χωρίς να χρειάζεται να αυξήσει ονομαστικά τους φορολογικούς συντελεστές.
Η ακρίβεια δεν είναι μόνο θέμα τιμών
Οι αιτίες του πληθωρισμού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν είναι ενιαίες. Οι ενεργειακές αναταράξεις, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και οι αλλαγές στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και μεταφοράς. Στην ελληνική οικονομία, όμως, οι εξωτερικές πιέσεις συναντούν χρόνιες αδυναμίες: χαμηλή παραγωγικότητα, εξάρτηση από εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς, επίμονο έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο και υψηλή επιβάρυνση πολλών νοικοκυριών από δάνεια και βασικές δαπάνες.
Παράλληλα, όταν οι έλεγχοι στην αγορά δεν αποτρέπουν αποτελεσματικά αθέμιτες πρακτικές και αδικαιολόγητες ανατιμήσεις, η επιβάρυνση μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερη. Δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση τιμής είναι αποτέλεσμα αισχροκέρδειας. Σημαίνει, όμως, ότι σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων η εποπτεία της αγοράς, η διαφάνεια και ο ουσιαστικός ανταγωνισμός αποκτούν καθοριστική σημασία.
Και το πρόβλημα δεν σταματά όταν υποχωρεί ο ρυθμός του πληθωρισμού. Εάν οι τιμές έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά, η επιβράδυνση των ανατιμήσεων δεν επαναφέρει αυτομάτως το κόστος ζωής στα προηγούμενα επίπεδα. Ο πληθωρισμός μπορεί να μειώνεται, αλλά το νοικοκυριό εξακολουθεί να πληρώνει ακριβότερα για τα ίδια αγαθά και υπηρεσίες.
Ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι αυξάνουν την επιβάρυνση
Η σύνδεση πληθωρισμού και φορολογικών εσόδων γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στους έμμεσους φόρους. Ο ΦΠΑ υπολογίζεται ως ποσοστό της φορολογητέας αξίας ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Επομένως, όταν αυξάνεται η τιμή, αυξάνεται συνήθως και το ποσό του ΦΠΑ που καταβάλλει ο καταναλωτής, εφόσον ο συντελεστής παραμένει ίδιος.
Αυτό ισχύει για μια σειρά από καθημερινές αγορές: από το ψωμί, το γάλα, τη φέτα, τα φρούτα και το κρέας μέχρι το ηλεκτρικό ρεύμα, τα καύσιμα και τις υπηρεσίες. Αντίστοιχα, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης επιβαρύνουν προϊόντα όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο, αν και η επίδραση των μεταβολών των τιμών στα συνολικά έσοδα εξαρτάται από τον τρόπο υπολογισμού κάθε φόρου και από το πώς αντιδρούν οι καταναλωτές.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν συνεπάγεται απαραίτητα βελτίωση της πραγματικής οικονομικής θέσης των πολιτών. Το κράτος μπορεί να εισπράττει περισσότερα ευρώ από την ίδια ή μικρότερη ποσότητα αγαθών, την ώρα που τα νοικοκυριά αγοράζουν λιγότερα με το εισόδημά τους.
Η εικόνα αυτή χρειάζεται, πάντως, μια διευκρίνιση: τα συνολικά φορολογικά έσοδα δεν αυξάνονται μηχανικά σε κάθε πληθωριστικό επεισόδιο. Παίζουν ρόλο η κατανάλωση, οι εισαγωγές, οι φοροαπαλλαγές, η συμμόρφωση, οι αλλαγές στους συντελεστές και η γενικότερη οικονομική δραστηριότητα. Η βασική τάση, ωστόσο, είναι σαφής: οι αυξημένες ονομαστικές τιμές μπορούν να ενισχύσουν τις εισπράξεις από φόρους επί της κατανάλωσης, χωρίς να απαιτείται νέα νομοθετική αύξηση του συντελεστή.
Γιατί η έμμεση φορολογία πλήττει περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα
Η επιβάρυνση δεν κατανέμεται ισότιμα. Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα δαπανούν συνήθως μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων τους για βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, ενέργεια, μεταφορές και στέγαση. Έχουν, επομένως, μικρότερα περιθώρια να περιορίσουν την κατανάλωσή τους ή να απορροφήσουν τις ανατιμήσεις χωρίς να αλλάξουν ουσιαστικά το επίπεδο διαβίωσής τους.
Αυτή είναι μία από τις βασικές αδυναμίες της έμμεσης φορολογίας από κοινωνική σκοπιά. Ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην κατανάλωση ανεξάρτητα από το συνολικό εισόδημα του αγοραστή. Έτσι, η ίδια αύξηση στην τιμή ενός βασικού προϊόντος μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για έναν εργαζόμενο με χαμηλό μισθό ή έναν συνταξιούχο από ό,τι για ένα νοικοκυριό με υψηλό εισόδημα και σημαντικές αποταμιεύσεις.
Την ίδια στιγμή, οι μισθοί και οι συντάξεις δεν προσαρμόζονται υποχρεωτικά και άμεσα στις νέες τιμές. Ακόμη κι όταν δίνονται αυξήσεις, αυτές μπορεί να αφορούν τον πληθωρισμό μιας προηγούμενης περιόδου, να υπολείπονται της πραγματικής αύξησης των βασικών δαπανών ή να εξανεμίζονται εν μέρει από την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση.
Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το κόστος ζωής αυξάνεται, το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται και η κατανάλωση μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς τα απολύτως αναγκαία. Η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να συνεχίζεται σε ονομαστικούς όρους, χωρίς η βελτίωση αυτή να γίνεται εξίσου αισθητή στην καθημερινότητα των πολιτών.
Ο πληθωρισμός και η «βελτίωση» του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ
Υπάρχει και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή διάσταση: η επίδραση του πληθωρισμού στους βασικούς δημοσιονομικούς δείκτες, ιδίως στον λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ.
Το ονομαστικό ΑΕΠ αποτυπώνει την αξία της συνολικής παραγωγής σε τρέχουσες τιμές. Όταν οι τιμές αυξάνονται, το ονομαστικό ΑΕΠ μπορεί να ενισχυθεί ακόμη και αν η πραγματική ανάπτυξη είναι ασθενής. Εφόσον το δημόσιο χρέος δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να υποχωρήσει αριθμητικά.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το υψηλό δημόσιο χρέος παραμένει κομβικό στοιχείο της δημοσιονομικής συζήτησης. Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με την πραγματική ανάπτυξη, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, τη δημοσιονομική θέση και την εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η αριθμητική βελτίωση ενός δείκτη δεν ισοδυναμεί από μόνη της με αντίστοιχη βελτίωση της ευημερίας. Ο πληθωρισμός μπορεί να συμβάλει στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, αλλά ταυτόχρονα να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, να αυξήσει το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και να ενισχύσει τις πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις και κρατικές παρεμβάσεις.
Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στην αξιολόγηση των επιχειρήσεων. Η αύξηση του ονομαστικού κύκλου εργασιών δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη κερδοφορία, όταν παράλληλα αυξάνονται οι πρώτες ύλες, η ενέργεια, οι μισθοί και το κόστος χρηματοδότησης.
Το δημοσιονομικό όφελος δεν είναι δωρεάν
Όταν τα δημόσια έσοδα ενισχύονται λόγω υψηλότερων τιμών, μπορεί να δημιουργείται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον έσοδο είναι πραγματικό κέρδος για την οικονομία ή ότι μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς συνέπειες.
Το κράτος πρέπει να αντιμετωπίζει και τις δικές του αυξημένες δαπάνες: την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, τη λειτουργία των δημόσιων υποδομών, τις αμοιβές και τις μεταβιβάσεις, αλλά και το κόστος ενδεχόμενων μέτρων στήριξης. Επιπλέον, εάν η ακρίβεια περιορίζει την κατανάλωση και επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα, οι θετικές επιδράσεις στα έσοδα μπορεί να αποδυναμωθούν.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να θεωρηθεί ο πληθωρισμός ένας μόνιμος ή ακίνδυνος μηχανισμός δημοσιονομικής εξυγίανσης. Αντίθετα, η εξάρτηση από αυξημένες ονομαστικές εισπράξεις μπορεί να συγκαλύπτει τις πιέσεις στην πραγματική οικονομία και να αναβάλλει δύσκολες αποφάσεις για τη φορολογική πολιτική.
Η ουσιαστική δημοσιονομική ανθεκτικότητα προϋποθέτει ισχυρότερη παραγωγικότητα, σταθερή πραγματική ανάπτυξη, διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και ένα φορολογικό σύστημα που κατανέμει τα βάρη με τρόπο οικονομικά αποτελεσματικό και κοινωνικά δίκαιο.
Το πολιτικό ερώτημα: Μέχρι πότε αντέχουν τα νοικοκυριά;
Η ακρίβεια δεν είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης. Είναι καθημερινή εμπειρία που διαμορφώνει την αντίληψη των πολιτών για την οικονομία, την αποτελεσματικότητα του κράτους και την αξιοπιστία των πολιτικών δεσμεύσεων.
Όταν τα τρόφιμα, η ενέργεια, τα καύσιμα και η στέγαση απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, οι πολίτες δεν αξιολογούν την οικονομική πολιτική μόνο από τους ρυθμούς ανάπτυξης, τα πρωτογενή πλεονάσματα ή τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Την αξιολογούν κυρίως από το τι μπορούν να αγοράσουν με τα χρήματα που κερδίζουν.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τους φόρους δεν μπορεί να περιορίζεται στους ονομαστικούς συντελεστές. Χρειάζεται να εξετάζει και το πραγματικό βάρος που δημιουργείται όταν οι τιμές αυξάνονται, αλλά τα εισοδήματα δεν ακολουθούν με την ίδια ταχύτητα.
Η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών, η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς, η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η αναθεώρηση επιβαρύνσεων που πλήττουν δυσανάλογα την κατανάλωση βασικών αγαθών αποτελούν επιλογές που αξίζει να αξιολογούνται με βάση το δημοσιονομικό κόστος και το κοινωνικό τους αποτέλεσμα.
Το κρίσιμο ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο πόσα έσοδα συγκεντρώνει το κράτος ή πόσο γρήγορα υποχωρεί ο δείκτης του δημόσιου χρέους. Είναι πόσο από το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταφέρεται στην καθημερινότητα των πολιτών και για πόσο ακόμη μπορούν να το απορροφούν.
Γιατί όταν η οικονομική σταθερότητα δεν συνοδεύεται από αισθητή βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, η απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στην κοινωνική πραγματικότητα μεγαλώνει. Και αυτή η απόσταση δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα. Είναι, αργά ή γρήγορα, και πολιτικό.
AI takeaways
- Ο πληθωρισμός μπορεί να αυξήσει τις εισπράξεις από ΦΠΑ, καθώς ο φόρος υπολογίζεται συνήθως πάνω στην αυξημένη φορολογητέα αξία.
- Η αύξηση των ονομαστικών φορολογικών εσόδων δεν σημαίνει απαραίτητα βελτίωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
- Τα χαμηλότερα εισοδήματα είναι περισσότερο εκτεθειμένα στην ακρίβεια, καθώς μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους κατευθύνεται σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
- Η άνοδος του ονομαστικού ΑΕΠ μπορεί να μειώσει τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, χωρίς να συνεπάγεται αντίστοιχη βελτίωση της πραγματικής οικονομίας.
- Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ανταγωνιστικές αγορές, αποτελεσματικούς ελέγχους, παραγωγικότητα και στοχευμένη κοινωνική πολιτική.