
Η υπογεννητικότητα εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, καθώς όλο και λιγότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδιά. Από την Ευρώπη και την Ασία μέχρι τη Λατινική Αμερική, οι γεννήσεις μειώνονται, οι κοινωνίες γερνούν και οι οικονομίες δοκιμάζονται. Η Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια δημογραφική τροχιά, αναζητώντας τρόπους να αντιστρέψει μια ανησυχητική πορεία.
Η απόκτηση παιδιών υποχωρεί σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και σε κοινωνίες όπου μέχρι πρόσφατα οι μεγάλες οικογένειες θεωρούνταν κάτι συνηθισμένο. Στη Βρετανία, η 37χρονη Σουζάνα ΜακΙντάιρ νιώθει πλέον σαν εξαίρεση όταν κυκλοφορεί στο χωριό της στο Κέιμπριτζσαϊρ μαζί με τους τρεις μικρούς γιους της. Οπως λέει, «οι περαστικοί σχολιάζουν χαμηλόφωνα, ενώ στα καφέ μοιάζουν ανακουφισμένοι όταν εκείνη και τα παιδιά της αποχωρούν». Οταν η ίδια μεγάλωνε, οι άνθρωποι θεωρούσαν «μεγάλη» μια οικογένεια με πέντε παιδιά. Στο τοπικό δημοτικό σχολείο, όμως, μόνο δύο οικογένειες έχουν τρία παιδιά. Η ΜακΙντάιρ αισθάνεται ότι αντιμετωπίζεται με καχυποψία από ανθρώπους που θεωρούν την ανατροφή παιδιών μια εγωιστική επιλογή τρόπου ζωής.
Η εμπειρία της αντανακλά μια ευρύτερη μεταβολή. Οπως γράφει η Καμίλα Κάβεντις στους Financial Times, στην Ευρώπη η οικογένεια με ένα παιδί γίνεται πλέον ο κανόνας: οι μισές οικογένειες με εξαρτώμενα τέκνα έχουν μόνο ένα. Στη Βρετανία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 45%, ενώ μόλις το 14% έχει τρία ή περισσότερα παιδιά. Η τάση δεν περιορίζεται στις πλούσιες δυτικές κοινωνίες. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το ινδικό κρατίδιο Ταμίλ Ναντού έχουν πλέον χαμηλότερη γεννητικότητα από τη Γερμανία, ενώ στο Μεξικό οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα των ΗΠΑ. Εκεί, μάλιστα, οι οικογένειες με ένα παιδί είναι πλέον περισσότερες από εκείνες με δύο.
Σε περισσότερα από τα δύο τρίτα των χωρών του κόσμου, η γονιμότητα έχει πέσει κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού, δηλαδή τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Ο παγκόσμιος πληθυσμός εκτιμάται ότι σύντομα θα αρχίσει να μειώνεται, για πρώτη φορά μετά τη Μαύρη Πανώλη του 14ου αιώνα. Μια πρόβλεψη τοποθετεί την κορύφωση του ανθρώπινου πληθυσμού ήδη στο 2064.
Οι αιτίες είναι πολλές, γράφει στους FT η Κάβεντις, η οποία έχει περάσει τα τελευταία πέντε χρόνια μελετώντας το φαινόμενο και τις αιτίες του. Οι νέοι άνθρωποι, σημειώνει, συνάπτουν σχέσεις λιγότερο συχνά από ό,τι οι προηγούμενες γενιές στην ίδια ηλικία, η πρόσβαση στην κατοικία έχει δυσκολέψει και η οικονομική αβεβαιότητα καθιστά την απόφαση για ένα παιδί πιο απαιτητική. Υπάρχουν, επίσης, όσοι αναρωτιούνται αν είναι σωστό να φέρουν παιδιά σε έναν κόσμο γεμάτο εντάσεις και κινδύνους. Ωστόσο, η αρθρογράφος των FT υποστηρίζει ότι υπάρχει και ένας λιγότερο προφανής παράγοντας: η κοινωνική μετάδοση της συμπεριφοράς. Οταν η ανατροφή παιδιών αντιμετωπίζεται με εχθρότητα και τα θετικά της στοιχεία περνούν απαρατήρητα, η επιλογή της ατεκνίας γίνεται ευκολότερη, ιδίως όταν την κάνουν και οι άνθρωποι γύρω μας.
Η υποχώρηση των γεννήσεων παρουσιάζεται συχνά ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής προσωπικής επιλογής. Τα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Ερευνα των Εστερ Λατσάρι και Εύα Μποζουάν σε δέκα χώρες με χαμηλή γονιμότητα διαπίστωσε ότι έως και οι μισοί άνδρες και γυναίκες ολοκληρώνουν την αναπαραγωγική τους ηλικία επιθυμώντας να είχαν αποκτήσει περισσότερα παιδιά. Η μείωση του πληθυσμού ενδέχεται να περιορίσει την πίεση στους φυσικούς πόρους, αλλά η ταχύτητα της δημογραφικής συρρίκνωσης δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, σημειώνουν οι FT: περισσότερους ηλικιωμένους, αυξημένες ανάγκες κοινωνικής προστασίας και πιέσεις στις οικονομίες. Στην Κίνα, η πολιτική του ενός παιδιού, που εφαρμόστηκε από το 1980 επί 35 χρόνια, έχει συμβάλει στη δημιουργία του προβλήματος «4-2-1»: ένα μοναχοπαίδι καλείται να στηρίξει δύο γονείς και τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες.
Η αλλαγή έχει και λιγότερο προφανείς κοινωνικές συνέπειες. Οσο τα παιδιά γίνονται λιγότερο ορατά στον δημόσιο χώρο, τόσο μειώνεται η ανοχή στον θόρυβο και την απρόβλεπτη συμπεριφορά τους. Στην Ιαπωνία, ψηφιακοί χάρτες που δημιουργούνται από χρήστες υποδεικνύουν δρόμους όπου παίζουν παιδιά με μπάλες, ώστε οι ενήλικες να τους αποφεύγουν. Σε προάστιο του Παρισιού, δικαστήριο διέταξε πέρυσι να κλείσει η παιδική χαρά ενός δημοτικού σχολείου, ύστερα από παράπονα γειτόνων για τον θόρυβο. Και σε κλινική της Βοστώνης, το 2022, μια μητέρα, η Γουάντα Μπέικερ, κλήθηκε να περιμένει έξω επειδή το άρρωστο μωρό της και τα δύο αδέλφια του ενοχλούσαν τους άλλους ασθενείς. «Αισθάνομαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας», είπε.
Ο δημογράφος Νίκολας Εμπερσταντ, του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρήσεων, υπογραμμίζει ότι η οικογένεια αποτελεί τον βασικότερο κοινωνικό πυρήνα και έναν από τους πιο απαραίτητους θεσμούς της ανθρωπότητας. Καθώς, όμως, οι οικογένειες και τα δίκτυά τους συρρικνώνονται, περιορίζεται και η δυνατότητά τους να στηρίζουν την κοινωνία. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, λέει στους FT, δεν είναι προετοιμασμένοι για μια εποχή πληθυσμιακής συρρίκνωσης που θα αναδιαμορφώσει τις οικονομίες, τις κοινωνίες και τις διεθνείς ισορροπίες.
Η παγίδα της χαμηλής γονιμότητας
Η τάση των ανθρώπων να μιμούνται ο ένας τον άλλον έχει βαθιές εξελικτικές ρίζες. Η ανάγκη ένταξης στην ομάδα βοήθησε τους ανθρώπους να επιβιώσουν και σταδιακά διαμόρφωσε κοινωνικούς κανόνες που απλοποιούν τις αποφάσεις της καθημερινότητας. Η επιρροή της συμμόρφωσης παραμένει ισχυρή ακόμη και σήμερα.
Σε ένα γνωστό πείραμα της δεκαετίας του 1950, ο ψυχολόγος Σόλομον Ας ζήτησε από συμμετέχοντες να συγκρίνουν γραμμές σε μια κάρτα, με την ορθή απάντηση να είναι προφανής. Χωρίς να γνωρίζουν ότι οι υπόλοιποι ήταν συνεργάτες του ερευνητή που είχαν λάβει οδηγίες να δίνουν λανθασμένες απαντήσεις, περισσότερο από το ένα τρίτο των συμμετεχόντων ακολούθησε την επιλογή της ομάδας.
Η επίδραση της κοινωνικής μίμησης στις γεννήσεις έχει καταγραφεί και σε συγκεκριμένες μελέτες, σύμφωνα με τους FT. Στη Βραζιλία, η σταδιακή επέκταση του τηλεοπτικού σήματος σε διαφορετικές περιοχές τη δεκαετία του 1980 συνοδεύτηκε από απότομη πτώση της γονιμότητας. Οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν σαπουνόπερες με πρωταγωνίστριες από αστικά περιβάλλοντα, οι οποίες είχαν λίγα ή καθόλου παιδιά. Το 1960, η μέση γυναίκα στη Βραζιλία αποκτούσε περισσότερα από έξι παιδιά. Σαράντα χρόνια αργότερα, ο αριθμός είχε πέσει λίγο πάνω από τα δύο. Η επίδραση ήταν εντονότερη στις γυναίκες που βρίσκονταν κοντά στην ηλικία των τηλεοπτικών χαρακτήρων και ταυτίζονταν περισσότερο μαζί τους. Το παράδειγμα, σημειώνουν οι FT, δείχνει πώς τα πρότυπα που προβάλλονται στα ΜΜΕ μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και βαθιά προσωπικές αποφάσεις.
Νεότερες έρευνες καταγράφουν ανάλογους μηχανισμούς. Μελέτη στη Σουηδία το 2010 έδειξε ότι οι γυναίκες που εργάζονταν σε γραφεία είχαν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν παιδί όταν το έκανε μια συνάδελφος αντίστοιχης επαγγελματικής βαθμίδας. Η συμπεριφορά συναδέλφων τους που βρίσκονταν σε διαφορετικά επίπεδα δεν είχε ανάλογη επίδραση. Σε έρευνα 6.500 γερμανικών επιχειρήσεων, η πιθανότητα μιας εργαζόμενης να μείνει για πρώτη φορά έγκυος περίπου διπλασιαζόταν μετά την απόκτηση παιδιού από συνάδελφό της, με την επίδραση να διαρκεί περίπου δύο χρόνια.
Οι γερμανοί κοινωνικοί επιστήμονες Ντάνιελ Λόις και Ολιβερ Αράνς Μπέκερ διαπίστωσαν, επίσης, ότι το ενδιαφέρον των ζευγαριών για την απόκτηση παιδιού ενισχύεται όταν φίλοι τους γίνονται γονείς. Τα ζευγάρια που έχουν ήδη παιδιά κάνουν την εμπειρία της γονεϊκότητας λιγότερο μυστηριώδη, δημιουργούν ένα είδος κοινωνικής πίεσης προς τους υπόλοιπους και, όπως σημειώνουν οι FT, ενισχύουν την αίσθηση ότι η διαφορετική επιλογή μπορεί να απομακρύνει τους φίλους τους.
Η Αννα Ρότκιρχ, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Πληθυσμιακών Ερευνών της Φινλανδίας, σημειώνει ότι οι συμπεριφορές των συνομηλίκων δείχνουν τι αναμένεται από ανθρώπους παρόμοιας ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Οι άνθρωποι, υποστηρίζει, έχουν εξελιχθεί ώστε να παρατηρούν τα αναπαραγωγικά ερεθίσματα του περιβάλλοντός τους. Σήμερα, όμως, αυτά τα ερεθίσματα γίνονται όλο και πιο αρνητικά.
Η επιτάχυνση της πτώσης των γεννήσεων μετά την εξάπλωση των έξυπνων τηλεφώνων μπορεί να μην οφείλεται τόσο στον χρόνο που αφαιρούν οι οθόνες από τις ερωτικές σχέσεις όσο στις εικόνες που προβάλλουν για τη μητρότητα και την εργένικη ζωή. Ο φόβος της εγκυμοσύνης και η παρουσίαση της μητρότητας ως θυσίας παρατηρεί η Κάβεντις, έχουν ενισχυθεί τα τελευταία 15 χρόνια. Πολλές γυναίκες χωρίς παιδιά αναφέρουν, ειδικότερα, τον φόβο για τις σωματικές επιπτώσεις του τοκετού ως έναν λόγο που δεν απέκτησαν παιδί.
Ορισμένες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι η θέα και η αγκαλιά πραγματικών μωρών αυξάνουν την επιθυμία των γυναικών να αποκτήσουν δικό τους παιδί, αν και δεν αποκλείεται οι γυναίκες που συμμετέχουν σε τέτοιες έρευνες να είναι εξαρχής πιο θετικές απέναντι στη μητρότητα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παράλληλα, φέρνουν τους νέους σε επαφή με πρότυπα που δεν γνωρίζουν προσωπικά και δεν έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις οικογενειακές τους επιλογές. Η Ρότκιρχ αναφέρει ότι νέες μητέρες εκπλήσσονται όταν μια ανάρτηση στο Instagram για τον ερχομό ενός παιδιού συγκεντρώνει λιγότερα «likes» από τις φωτογραφίες μιας πολυτελούς απόδρασης.
Οταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας
Στην Αγγλία και την Ουαλία, οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1979 αποκτούν μικρότερες οικογένειες από τους γονείς τους, που ανήκουν στη γενιά των baby boomers, και από τους παππούδες τους. Οι κόρες τους, της γενιάς Ζ, προβλέπεται να αποκτήσουν ακόμη λιγότερα παιδιά. Ενας σημαντικός λόγος, εκτιμά η αρθρογράφος των FT, είναι ότι οι άνθρωποι ξεκινούν αργότερα να δημιουργούν οικογένεια. Στην Ευρώπη, η μέση ηλικία των πρωτότοκων μητέρων έχει φτάσει τα 31 έτη και των πατέρων τα 34, ενώ το 1975 ήταν αντίστοιχα 26 και 30. Η καθυστέρηση περιορίζει τον χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους τα ζευγάρια για να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά.
Το φαινόμενο συνδέεται με την υπόθεση της «παγίδας χαμηλής γονιμότητας», την οποία διατύπωσαν το 2006 οι οικονομολόγοι Βέγκαρντ Σκίρμπεκ, Βόλφγκανγκ Λουτς και Μαρία Ρίτα Τέστα. Οταν οι γεννήσεις πέφτουν κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης, κάθε νέα γενιά συρρυκνώνεται. Ετσι, η ατεκνία και οι μικρές οικογένειες μπορεί να παγιωθούν ως κοινωνικός κανόνας, μειώνοντας την πίεση για απόκτηση παιδιών και δυσκολεύοντας την αναστροφή της τάσης.
Καμία χώρα που έχει υποχωρήσει αισθητά κάτω από τα δύο παιδιά ανά γυναίκα δεν έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα σε επίπεδα κοντά σε αυτό το όριο. Η Νότια Κορέα κατέγραψε μια μικρή άνοδο, από 0,75 παιδιά ανά γυναίκα το 2024 σε 0,8 το 2025, αλλά δεν είναι σαφές αν πρόκειται για μόνιμη αλλαγή ή για αποτέλεσμα του ότι ορισμένες γυναίκες απέκτησαν το πρώτο τους παιδί σε μικρότερη ηλικία. Καθώς περνά ο χρόνος, η ανάκαμψη ενδέχεται να γίνεται δυσκολότερη.
Η συγγραφέας Ελεν Γκάο έχει επισημάνει ότι στην Κίνα τα μοναχοπαίδια δυσκολεύονται ακόμη και να φανταστούν πώς θα ήταν η ανατροφή περισσότερων παιδιών. Οταν κάποιος μεγαλώνει χωρίς αδέλφια και οι φίλοι του βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, η δημιουργία μιας πολυμελούς οικογένειας μοιάζει όλο και λιγότερο αυτονόητη. Σε αυτό προστίθενται οι αυξημένες απαιτήσεις της σύγχρονης γονεϊκότητας και οι πολλές εναλλακτικές που προσφέρει η ζωή χωρίς παιδιά. Οπως επισημαίνουν οι FT, η φράση «ένα παιδί και τέλος» αποτυπώνει μια επιλογή που γίνεται ολοένα συνηθέστερη.
Ο Εμπερσταντ θεωρεί ότι η πολιτισμική μίμηση διαδραματίζει έναν υποτιμημένο ρόλο στη μείωση των γεννήσεων. Οσο σπανίζουν οι μεγάλες οικογένειες, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τους ανθρώπους να μάθουν από το περιβάλλον τους πώς είναι να μεγαλώνεις πολλά παιδιά. Η απώλεια αυτής της κοινωνικής εμπειρίας μπορεί να παρατείνει τη χαμηλή γονιμότητα.
Μπορούν να αλλάξουν τα πρότυπα;
Οι κυβερνήσεις συχνά αντιμετωπίζουν το δημογραφικό πρόβλημα μέσω της μετανάστευσης, ελπίζοντας ότι οι νέοι κάτοικοι θα καλύψουν το κενό. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι FT, οι μετανάστες επηρεάζονται από τις κοινωνικές νόρμες της χώρας υποδοχής. Σε έρευνα στη Νορβηγία, η πλειονότητα των μεταναστών πρώτης γενιάς από το Βιετνάμ, το Πακιστάν, τη Σρι Λάνκα και την Τουρκία θεωρούσε πολύ σημαντική την απόκτηση παιδιών για έναν ευτυχισμένο γάμο. Στη δεύτερη γενιά, λιγότεροι από τους μισούς συμμερίζονταν αυτή την άποψη.
Οι γυναίκες σομαλικής καταγωγής αποκτούν κατά μέσο όρο επτά παιδιά στη Σομαλία, αλλά δύο στη Νορβηγία. Eρευνα έδειξε ότι Πολωνές που μετακόμισαν στην Αγγλία και την Ουαλία απέκτησαν τελικά περισσότερα παιδιά από τις συνομήλικές τους στην πατρίδα, ακολουθώντας τον μέσο όρο της νέας χώρας τους, παρότι η ανατροφή παιδιών στο Λονδίνο κοστίζει περισσότερο από ό,τι στη Βαρσοβία. Οι ομάδες που διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με τις χώρες καταγωγής τους και μεγαλύτερη θρησκευτική προσήλωση επηρεάζονται λιγότερο άμεσα, αλλά και σε αυτές οι οικογένειες τείνουν τελικά να μικραίνουν. Σύμφωνα με το Migration Observatory, η γονιμότητα των Πακιστανών γυναικών στη Βρετανία μειώθηκε κατά 38% από το 2001 έως το 2021.
Αν η μετανάστευση δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η δημογραφική συρρίκνωση, η ίδια η κοινωνική επιρροή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να γίνει η απόκτηση παιδιών πιο ελκυστική και εφικτή, γράφουν οι FT. Δύο επιχειρήσεις σε χώρες με χαμηλή γονιμότητα δείχνουν ότι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς τις οικογένειες μπορεί να συνδέεται με διαφορετικά αποτελέσματα.
Στην Ταϊβάν, οι εργαζόμενοι της εταιρείας κατασκευής μικροεπεξεργαστών TSMC αποτελούν περίπου το 0,3% του πληθυσμού, αλλά οι οικογένειές τους αντιστοιχούσαν στο 1,8% των παιδιών που γεννήθηκαν το 2023. Η κομητεία Χσιντσού, όπου βρίσκεται η έδρα της εταιρείας, έχει περισσότερα παιδιά ανά 100 άτομα παραγωγικής ηλικίας από κάθε άλλη περιοχή. Η TSMC έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου τα παιδιά είναι ορατά στην καθημερινότητα, με ολοκληρωμένες υπηρεσίες φροντίδας στον χώρο εργασίας και παιδικό σταθμό σε κάθε εγκατάστασή της.
Αντίστοιχα, ο νοτιοκορεατικός όμιλος λιανικής LOTTE, που απασχολεί περίπου 60.000 εργαζομένους, καταγράφει δείκτη γεννήσεων 2,05 παιδιά ανά γυναίκα, υπερδιπλάσιο από τον εθνικό δείκτη των 0,8. Η εταιρεία εφαρμόζει γενναιόδωρες πολιτικές γονικής άδειας. Οι πατέρες, για παράδειγμα, υποχρεούνται να πάρουν τουλάχιστον έναν μήνα άδειας πατρότητας με πλήρεις αποδοχές. Για τις προσπάθειές της, έχει λάβει έπαινο από την Επιτροπή Δημογραφικής Στρατηγικής της Νότιας Κορέας.
Το παράδειγμα, παρατηρούν οι FT, μπορεί να εφαρμοστεί και σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας. Στη μικρή ορεινή πόλη Νάγκι της Ιαπωνίας, η πληθυσμιακή μείωση είχε γίνει υπαρξιακή απειλή το 2002, όταν η συρρίκνωση του αριθμού των κατοίκων δημιουργούσε πιέσεις για συγχώνευση με άλλες διοικητικές περιοχές. Ο δήμαρχος επέλεξε διαφορετική κατεύθυνση, προσφέροντας οικονομικά κίνητρα για τις γεννήσεις, γενναιόδωρες υπηρεσίες φύλαξης παιδιών και δωρεάν υγειονομική περίθαλψη για τα παιδιά. Η κοινότητα συμμετέχει ενεργά, με τους συνταξιούχους να βοηθούν τις οικογένειες και τα παιδιά να αντιμετωπίζονται ως θετικό στοιχείο της καθημερινότητας.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: ενώ οι μισές οικογένειες στην Ιαπωνία έχουν ένα παιδί, στη Νάγκι το 47% των νοικοκυριών έχει τρία ή περισσότερα. Το παράδειγμα που αναδεικνύουν οι FΤ υπογραμμίζει, τελικά, ότι η δημογραφική πορεία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το εισόδημα, το κόστος ζωής ή τις ατομικές προτιμήσεις. Επηρεάζεται και από το τι βλέπουν οι άνθρωποι γύρω τους, από το αν αισθάνονται ότι η γονεϊκότητα υποστηρίζεται και από το αν η παρουσία των παιδιών θεωρείται φυσικό και ευπρόσδεκτο κομμάτι της κοινωνίας.