
Βρετανία: 1,6 τρισ. λίρες σε επιδόματα μέσα σε 20 χρόνια – Πολύ λιγότερα χρήματα για υποδομές

Η Βρετανία έχει δαπανήσει περίπου 1,6 τρισ. λίρες για επιδόματα σε άτομα εργάσιμης ηλικίας μέσα σε διάστημα δύο δεκαετιών, ποσό που είναι υπερτριπλάσιο από τις δαπάνες για υποδομές, σύμφωνα με έκθεση του Centre for Social Justice (CSJ). Την ίδια ώρα, οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, φτάνοντας τα 409 δισ. λίρες ετησίως έως το 2030.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, από το οικονομικό έτος 2006/07 έως το 2024/25, οι δαπάνες για επιδόματα σε άτομα εργάσιμης ηλικίας ανήλθαν συνολικά σε περίπου 1,6 τρισ. λίρες. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε υποδομές περιορίστηκαν σε περίπου 500 δισ. λίρες.
Η απόσταση είναι εμφανής και ως ποσοστό του ΑΕΠ: οι δημόσιες επενδύσεις αντιστοιχούν στο 2,9%, ενώ οι δαπάνες για επιδόματα φτάνουν το 4,6%. Για τους συντάκτες της έκθεσης, η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα μοντέλο στο οποίο οι κοινωνικές παροχές απορροφούν σημαντικούς πόρους, χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχη ενίσχυση των επενδύσεων που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη και την απασχόληση.
Μεγάλες ανισότητες στις επενδύσεις
Οι διαφορές δεν περιορίζονται μόνο στο συνολικό ύψος των δαπανών, αλλά αποτυπώνονται και γεωγραφικά. Στο Λονδίνο, οι ετήσιες δημόσιες επενδύσεις σε μεταφορές και οικονομική ανάπτυξη φτάνουν περίπου τις 800 λίρες ανά κάτοικο. Σε περιοχές όπως η Βορειοανατολική Αγγλία, τα East Midlands και το Yorkshire and the Humber, το αντίστοιχο ποσό είναι μικρότερο από 370 λίρες.
Ο πρώην υπουργός Εργασίας και Συντάξεων Iain Duncan Smith ασκεί κριτική στο υφιστάμενο μοντέλο, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε έναν κύκλο αυξανόμενων κοινωνικών δαπανών, χωρίς να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τα προβλήματα που κρατούν μεγάλο αριθμό ανθρώπων εκτός εργασίας.
Αυξάνονται οι αιτήσεις για παροχές λόγω προβλημάτων υγείας
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση των αιτήσεων για παροχές που σχετίζονται με ασθένεια ή αναπηρία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα, περίπου 7,6 εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν παροχές λόγω προβλημάτων υγείας, ενώ 3,5 εκατομμύρια αιτήσεις στο πλαίσιο του Universal Credit συνδέονται με την κατάσταση της υγείας των δικαιούχων, αριθμός αυξημένος κατά 23% μέσα σε έναν χρόνο. Παράλληλα, περίπου 4,1 εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν Personal Independence Payment (PIP).
Η κυβέρνηση των Εργατικών βρίσκεται, επίσης, αντιμέτωπη με επικρίσεις για το αυξημένο κόστος απασχόλησης που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις. Η αύξηση των εργοδοτικών εισφορών National Insurance, οι υψηλότεροι κατώτατοι μισθοί και οι αλλαγές στην εργατική νομοθεσία έχουν προκαλέσει ανησυχία για το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να προσλαμβάνουν προσωπικό με τον ίδιο ρυθμό.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα εργαζομένου με μερική απασχόληση 16 ωρών την εβδομάδα: σύμφωνα με το δημοσίευμα, το σχετικό κόστος εργοδοτικών εισφορών για τον εργοδότη αυξήθηκε από 58 λίρες το 2024 σε 837 λίρες το 2026. Παράλληλα, σε έρευνα της Confederation of British Industry (CBI), το 73% των επιχειρήσεων ανέφερε το κόστος απασχόλησης ως τη σημαντικότερη απειλή για την ανταγωνιστικότητα της βρετανικής αγοράς εργασίας.
Ανεργία και αποκλεισμός των νέων από την εργασία
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στους νέους. Η ανεργία στη Βρετανία βρίσκεται στο 4,9%, ενώ στους νέους φτάνει το 16,4%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2014.
Τον Μάιο, περίπου 681.000 νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών ήταν εκτός εργασίας και λάμβαναν Universal Credit. Παράλληλα, σχεδόν 981.000 άτομα κάτω των 25 ετών δεν βρίσκονταν ούτε στην εκπαίδευση ούτε στην απασχόληση ούτε σε πρόγραμμα κατάρτισης — η γνωστή κατηγορία NEET.
Ο Alan Milburn, ο οποίος έχει εξετάσει το ζήτημα του αποκλεισμού των νέων από την αγορά εργασίας, εκτιμά ότι το σχετικό κόστος για την οικονομία μπορεί να φτάνει τα 125 δισ. λίρες ετησίως, ποσό μεγαλύτερο από τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση.
Η αναλογία των δαπανών είναι επίσης αποκαλυπτική: για κάθε λίρα που κατευθύνεται στην υποστήριξη των νέων ώστε να βρουν εργασία, δαπανώνται περίπου 25 λίρες σε επιδόματα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική αλλαγή, ο αριθμός των νέων εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης θα μπορούσε να φτάσει τα 1,25 εκατομμύρια μέσα στην επόμενη πενταετία.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο σημερινό κόστος για το κράτος. Ένας νέος που φτάνει στα 24 του χρόνια χωρίς να έχει εργαστεί ποτέ μπορεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που αναφέρει το δημοσίευμα, να χάσει έως και 300.000 λίρες σε εισόδημα στη διάρκεια της ζωής του.
Η κυβερνητική απάντηση
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στόχος της είναι να βοηθήσει περισσότερους ανθρώπους να επιστρέψουν στην εργασία και να αντιμετωπίσει τα εμπόδια που δυσκολεύουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει παρουσιάσει δεκαετή στρατηγική για τις υποδομές και σχεδιάζει να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις κατά 120 δισ. λίρες, με στόχο να κινητοποιήσει επιπλέον ιδιωτικά κεφάλαια. Παράλληλα, προωθεί αλλαγές στον σχεδιασμό και την αδειοδότηση μεγάλων έργων, καθώς και μεταρρυθμίσεις στο σύστημα κοινωνικών παροχών.
Στις παρεμβάσεις περιλαμβάνονται η μείωση της διαφοράς ανάμεσα στη βασική παροχή του Universal Credit και στο πρόσθετο ποσό που συνδέεται με προβλήματα υγείας, η επαναφορά διά ζώσης αξιολογήσεων και η διάθεση 3,5 δισ. λιρών για προγράμματα υποστήριξης της απασχόλησης.
Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο ο περιορισμός των δαπανών για επιδόματα. Είναι και το κατά πόσο οι πολιτικές αυτές θα καταφέρουν να βάλουν περισσότερους ανθρώπους στην αγορά εργασίας, να μειώσουν τον μακροχρόνιο αποκλεισμό των νέων και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις.
Η συζήτηση αφορά, τελικά, το πώς κατανέμονται οι δημόσιοι πόροι και αν οι δαπάνες του κράτους συμβάλλουν στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της οικονομίας ή αν συντηρούν ένα σύστημα στο οποίο όλο και περισσότεροι άνθρωποι εξαρτώνται από τις κοινωνικές παροχές.
Πηγές