
Με χαμηλούς τόνους επιλέγουν να απαντήσουν οι Ευρωπαίοι στο ασφυκτικό πρέσινγκ του Ντόναλντ Τραμπ για τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων εν μέσω της ενεργειακής κρίσης. Κατά την έκτακτη σύσκεψη, αποφασίστηκε κοινή γραμμή πλεύσης και παραπομπή του θέματος στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Την ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες δηλώνουν προκλητικά πως «έχουν ήδη δώσει μεγάλη ευελιξία», βάζοντας «φρένο» στα αιτήματα για νέα μέτρα στήριξης. Πλέον, όλα θα κριθούν στη Σύνοδο Κορυφής, με την Ελλάδα και την Ιταλία να πιέζουν ασφυκτικά με κοινό μέτωπο Μητσοτάκη – Μελόνι, μπας και ξυπνήσουν οι υπνοβάτες Ευρωπαίοι προτού η ενεργειακή κρίση επιφέρει τη χαριστική βολή στην οικονομία.
Νευρικότητα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τα αποθέματα καυσίμων
Η νευρικότητα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχει χτυπήσει «κόκκινο». Όπως μετέδωσε το Bloomberg, η Ευρώπη κινήθηκε με σαφώς πιο αργούς ρυθμούς από τις ΗΠΑ στην άντληση των έκτακτων αποθεμάτων πετρελαίου της, διατηρώντας ακόμη σημαντικές ποσότητες. Αυτή ακριβώς η «δεξαμενή» ασφαλείας έχει μπει στο στόχαστρο του Λευκού Οίκου. Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, δήλωσε ξεκάθαρα πως οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι οφείλουν να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους και να ρίξουν περισσότερο καύσιμο στην αγορά.
Το παρασκήνιο, ωστόσο, είναι πολύ πιο άγριο από τις επίσημες δηλώσεις. Σύμφωνα με αποκαλύψεις που δημοσίευσε το Politico, η Ουάσιγκτον δεν δίστασε να στείλει ωμά τελεσίγραφα για τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων απειλώντας ευθέως τη Γερμανία και τη Γαλλία με πλήρη απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ προς τη Γηραιά Ήπειρο, εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν ανοίξουν άμεσα την κάνουλα στις δικές τους αποθήκες. Ο Ντόναλντ Τραμπ, αντιμετωπίζοντας το πολιτικό κόστος από το ράλι των τιμών των καυσίμων λίγο πριν από τις κρίσιμες αμερικανικές εκλογές, επιχειρεί να μετακυλήσει το βάρος της κρίσης στην Ευρώπη.
Παρά τον ωμό εκβιασμό, η ευρωπαϊκή αντίδραση παραμένει εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία. Ο επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, περιορίστηκε σε μια έκτακτη τηλεδιάσκεψη με αξιωματούχους από τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιρλανδία, προσπαθώντας απλώς να συντονίσει μια «κοινή στάση». Όπως σημειώνουν αναλυτές στο Bloomberg, το Βερολίνο αρνείται πεισματικά να διαθέσει τα εναπομείναντα 15 εκατομμύρια βαρέλια του, υποστηρίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα πυροδοτούσε κερδοσκοπικά παιχνίδια στις αγορές.
Την ίδια στιγμή, οι ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή παραμένουν εξαιρετικά ευάλωτες λόγω των συγκρούσεων με το Ιράν, ενώ το μέτωπο Ρωσίας – Ουκρανίας συνεχίζει να προκαλεί σοβαρές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα του ντίζελ – ενός καυσίμου ζωτικής σημασίας για τη βιομηχανία, τις μεταφορές και την αγροτική παραγωγή.
Οι Βρυξέλλες, ωστόσο, δείχνουν να εθελοτυφλούν μπροστά στον επερχόμενο οικονομικό Αρμαγεδδώνα. Ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί ανοιχτά ότι το ενεργειακό ράλι απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, η Κομισιόν επιμένει να σφυρίζει αδιάφορα. Στη Σύνοδο Κορυφής που ακολουθεί, 15 και 16 Οκτωβρίου, η Αθήνα και η Ρώμη καλούνται να σπάσουν αυτόν τον ευρωπαϊκό λήθαργο, καθώς η πολιτική των «υπνοβατών» απέναντι στα τελεσίγραφα του Τραμπ απειλεί να αφήσει την Ευρώπη χωρίς καύσιμα στην καρδιά της κρίσης.
Κοινό μέτωπο Αθήνας – Ρώμης
Αθήνα και Ρώμη αρνούνται να μείνουν θεατές, συγκροτώντας ένα ισχυρό κοινό μέτωπο στον ευρωπαϊκό Νότο για να αναχαιτίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ανέλαβε την πρωτοβουλία στέλνοντας επείγουσα επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Όπως αποκάλυψε το Bloomberg, ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι οι γενικές παραινέσεις των Βρυξελλών για απλή μείωση της κατανάλωσης δεν επαρκούν, τονίζοντας την ανάγκη για τολμηρές, κοινές λύσεις. Στο πλαίσιο αυτό, κατέθεσε δύο συγκεκριμένα έκτακτα μέτρα: τη δυνατότητα αξιοποίησης των πρόσθετων εσόδων (υπερπλεονασμάτων) από τον ΦΠΑ που προκύπτουν λόγω της ακρίβειας, καθώς και τη μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, ώστε τα προσωρινά μέτρα στήριξης των κρατών-μελών να μην προσμετρώνται στους αυστηρούς ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς υπολογισμούς.
Ακολούθησε η Ιταλίδα ομόλογός του, Τζόρτζια Μελόνι, που ευθυγραμμίστηκε πλήρως και έστειλε τη δική της επιστολή στη Φον ντερ Λάιεν, ενισχύοντας τις ελληνικές θέσεις. Η Μελόνι, θορυβημένη από το νέο άλμα του πληθωρισμού στην Ιταλία που άγγιξε το 4,2% – με το φυσικό αέριο στο +47% και το ντίζελ στο +34% – διεμήνυσε ότι είναι αδύνατο να τηρηθούν οι υφιστάμενοι περιορισμοί ελλείμματος υπό αυτές τις συνθήκες. Ζήτησε επιτακτικά πρόσθετη ευελιξία για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, απαιτώντας να συνυπολογίζεται ο ενεργειακός πληθωρισμός στα ευρωπαϊκά μεγέθη.
Μάλιστα, η ιταλική κυβέρνηση διά του υπουργού Αντόλφο Ούρσο άφησε σαφείς αιχμές για τη στάση των Βρυξελλών, δηλώνοντας ότι «δεν μπορούμε να ενεργούμε μόνοι μας σε ένα περιβάλλον όπου οι υπόλοιποι παρακολουθούν ως θεατές», ενώ έθεσε ζητήματα αναθεώρησης των μηχανισμών ρύπων (ETS) και χαλάρωσης των ανεφάρμοστων περιορισμών της Πράσινης Συμφωνίας.
Το κοινό αυτό μέτωπο Αθήνας και Ρώμης αναμένεται τώρα να μεταφέρει την πίεση αρχικά στο Ecofin και στη συνέχεια στη Σύνοδο Κορυφής.