Η αβεβαιότητα βλάπτει σοβαρά τις επενδύσεις – Ακριβότερος δανεισμός και ενεργειακό κόστος πιέζουν την Ελλάδα

Η αβεβαιότητα βλάπτει σοβαρά τις επενδύσεις – Ακριβότερος δανεισμός και ενεργειακό κόστος πιέζουν την Ελλάδα

Η αβεβαιότητα εξελίσσεται σε έναν παράγοντα που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με φορολογικά κίνητρα, ταχύτερες αδειοδοτήσεις ή άλλες παρεμβάσεις εσωτερικής πολιτικής. Για την ελληνική οικονομία, το πρόβλημα είναι ότι λειτουργεί ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα μέτωπα: επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις, αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας μέσω της ενέργειας.

Διονύσης Τζουγανάτος

Νέα μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, καταγράφει με ιδιαίτερη σαφήνεια αυτή τη σχέση. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται σε μόλις έξι κράτη-μέλη όπου οι επενδύσεις υποχωρούν όταν αυξάνεται τόσο η εγχώρια όσο και η ευρωπαϊκή αβεβαιότητα. Τα άλλα πέντε είναι η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Ουγγαρία και η Κροατία.

Η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου η αύξηση των επενδύσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανάπτυξης και τη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Η αβεβαιότητα αναβάλλει τις επενδύσεις

Η μελέτη της Κομισιόν εξετάζει την περίοδο 2025 και τις αρχές του 2026 και επιχειρεί να μετρήσει πώς διαφορετικές μορφές αβεβαιότητας μεταδίδονται στις οικονομίες της Ε.Ε. μέσω εμπορίου, χρηματοδότησης και επενδύσεων. Η ίδια η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι αυξήσεις της αβεβαιότητας συνδέονται στατιστικά σημαντικά με χαμηλότερες επενδύσεις σε περίπου το ένα τρίτο των κρατών-μελών.

Για την Ελλάδα, το εύρημα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικό: η χώρα εμφανίζεται μεταξύ εκείνων όπου η επενδυτική δραστηριότητα υποχωρεί μετά από αυξήσεις τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ειδική για κάθε χώρα αβεβαιότητα.

Η αντίδραση δεν είναι ίδια σε όλους τους τύπους επενδύσεων. Η Κομισιόν διαπιστώνει ότι οι επενδύσεις σε μηχανήματα και εξοπλισμό αντιδρούν ταχύτερα και εντονότερα στα σοκ αβεβαιότητας, καθώς οι επιχειρήσεις μπορούν να αναβάλουν ευκολότερα μια απόφαση για νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις ή εξοπλισμό όταν δεν είναι βέβαιες για τη μελλοντική ζήτηση, το κόστος χρηματοδότησης ή τις συνθήκες στις αγορές.

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: η αβεβαιότητα αναβάλλει τις επενδύσεις, η χαμηλότερη επενδυτική δαπάνη περιορίζει την αύξηση της παραγωγικότητας και, τελικά, η οικονομία δυσκολεύεται να αυξήσει το δυνητικό της προϊόν.

Η Ελλάδα είναι περισσότερο εκτεθειμένη στα εξωτερικά σοκ

Η εικόνα αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω της ανοικτότητας της ελληνικής οικονομίας. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι μικρότερες και περισσότερο ανοικτές οικονομίες, όπως η Ελλάδα, είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις διασυνοριακές επιδράσεις της αβεβαιότητας.

Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν η πηγή της αβεβαιότητας βρίσκεται εκτός Ελλάδας, οι επιπτώσεις μπορούν να μεταφερθούν στο εσωτερικό μέσω των εμπορικών σχέσεων, των χρηματοπιστωτικών αγορών και των επενδυτικών αποφάσεων.

Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο της συγκυρίας. Η ελληνική οικονομία μπορεί να βελτιώσει το φορολογικό και αδειοδοτικό περιβάλλον, όμως δεν μπορεί να εξουδετερώσει τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις μεταβολές στις διεθνείς αγορές ή τις διακυμάνσεις του κόστους ενέργειας.

Ακριβότερος ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός

Το αυξημένο διεθνές κόστος χρήματος αποτυπώνεται ήδη στην αγορά κρατικού χρέους.

Στη δημοπρασία των 26 εβδομάδων της 23ης Σεπτεμβρίου, η απόδοση διαμορφώθηκε στο 2,58%, έναντι 2,34% στην προηγούμενη δημοπρασία του Αυγούστου. Πρόκειται για αύξηση κατά 24 μονάδες βάσης.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η άνοδος της απόδοσης δεν προέκυψε λόγω έλλειψης ζήτησης. Αντίθετα, οι συνολικές προσφορές αυξήθηκαν στα 1,021 δισ. ευρώ, από 981 εκατ. ευρώ τον Αύγουστο, ενώ ο συντελεστής κάλυψης ενισχύθηκε από 2,45 σε 2,55 φορές.

Το Δημόσιο άντλησε συνολικά 500 εκατ. ευρώ, όπως και στην προηγούμενη δημοπρασία.

Η εξέλιξη δείχνει ότι η αυξημένη ζήτηση δεν αρκεί από μόνη της για να διατηρήσει το κόστος χρηματοδότησης στα προηγούμενα επίπεδα. Οι επενδυτές εξακολουθούν να ζητούν υψηλότερη απόδοση για να τοποθετηθούν σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας.

Η τάση γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί με την αρχή του έτους: η απόδοση των 26 εβδομάδων ήταν 1,85% στις 21 Ιανουαρίου, ενώ πλέον έχει φθάσει στο 2,58%.

Και στο βάθος η βιομηχανία βλέπει ξανά τα 200 ευρώ/MWh

Στο τρίτο μέτωπο, αυτό της ενέργειας, οι προειδοποιήσεις της ελληνικής βιομηχανίας είναι ακόμη πιο άμεσες.

Δεκαέξι βιομηχανικές και παραγωγικές ενώσεις έχουν ζητήσει από την κυβέρνηση να ενεργοποιήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, καθώς η άνοδος του κόστους φυσικού αερίου και οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν νέες πιέσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ Αντώνης Κοντολέων έχει προειδοποιήσει για τιμές της τάξης των 200 ευρώ ανά MWh, επίπεδα που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της βιομηχανίας, δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας. Για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, το κόστος του ρεύματος αποτελεί βασικό στοιχείο του συνολικού κόστους παραγωγής. Όσο μεγαλώνει η απόσταση από τις τιμές που αντιμετωπίζουν ανταγωνιστές σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις ελληνικές επιχειρήσεις να διατηρήσουν μερίδια αγοράς και να πραγματοποιήσουν νέες επενδύσεις.

Η παρέμβαση των 16 φορέων συνδέεται ακριβώς με αυτή την ανησυχία. Η βιομηχανία ζητά την αξιοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου METSAF, το οποίο δημιουργήθηκε για να επιτρέψει στα κράτη-μέλη να στηρίξουν ενεργοβόρες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της ενεργειακής και γεωπολιτικής κρίσης.

Τρία διαφορετικά κόστη, ένας κοινός παρονομαστής

Επενδύσεις, κρατικός δανεισμός και βιομηχανικό ρεύμα μπορεί να αποτελούν διαφορετικές πλευρές της οικονομίας, όμως στη σημερινή συγκυρία συνδέονται.

Η αβεβαιότητα κάνει τις επιχειρήσεις πιο επιφυλακτικές απέναντι στις επενδύσεις. Η αυξημένη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης. Και η γεωπολιτική ένταση μπορεί να περάσει από τις αγορές ενέργειας στο κόστος παραγωγής.

Η ίδια η Κομισιόν υπογραμμίζει ότι τα σοκ αβεβαιότητας μπορούν να μεταδοθούν μέσω του εμπορίου, των επενδύσεων και των χρηματοπιστωτικών διασυνδέσεων. Για την Ελλάδα, ως μικρότερη και ανοικτή οικονομία, η έκθεση στις διασυνοριακές επιδράσεις είναι μεγαλύτερη.

Έτσι, το πρόβλημα δεν είναι μόνο εάν η Ελλάδα θα προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις μέσω κινήτρων. Είναι και το εάν το διεθνές περιβάλλον θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να αισθανθούν ότι μπορούν να προβλέψουν το κόστος, τη ζήτηση και τις χρηματοδοτικές συνθήκες αρκετά χρόνια μπροστά.

Και αυτή ίσως είναι η πιο δύσκολη παράμετρος της σημερινής συγκυρίας: η αβεβαιότητα δεν είναι ένας ακόμη οικονομικός δείκτης. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα την απόφαση να επενδύσεις, το κόστος για να χρηματοδοτήσεις την επένδυση και το κόστος για να λειτουργήσεις την παραγωγική μονάδα.