Λιγότερα ακίνητα, περισσότερη παραγωγή – Τα νέα κίνητρα για επενδύσεις έως 50 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα

Λιγότερα ακίνητα, περισσότερη παραγωγή – Τα νέα κίνητρα για ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα

Διονύσης Τζουγανάτος

Η Ελλάδα επιχειρεί να αλλάξει το μείγμα των ξένων επενδύσεων που προσελκύει. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να εισρέουν κεφάλαια στη χώρα, αλλά ένα μεγαλύτερο μέρος αυτών να κατευθύνεται σε δραστηριότητες που δημιουργούν παραγωγή, τεχνολογία, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Αυτός είναι ο στόχος του νέου πλαισίου κινήτρων για τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, το οποίο σχεδιάστηκε ώστε να κατευθύνει περισσότερα ξένα κεφάλαια σε συγκεκριμένους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η μεταποίηση και η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη, η εφοδιαστική αλυσίδα, η βιομηχανοποιημένη πρωτογενής παραγωγή, η αμυντική βιομηχανία και αεροναυπηγική, η βιοτεχνολογία, καθώς και συγκεκριμένες δραστηριότητες στους τομείς της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας.

Η λογική είναι σαφής: λιγότερη έμφαση στην απόκτηση έτοιμων περιουσιακών στοιχείων και μεγαλύτερη σε νέες παραγωγικές επενδύσεις.

Από το real estate στην παραγωγή

Τα προηγούμενα χρόνια σημαντικό μέρος των ξένων κεφαλαίων που κατευθύνθηκαν στην Ελλάδα συνδέθηκε με ακίνητα, τουρισμό και ευρύτερα με δραστηριότητες υπηρεσιών. Η νέα πολιτική επιχειρεί να διευρύνει τη βάση των επενδύσεων, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος σε δραστηριότητες που μπορούν να αφήσουν πίσω τους παραγωγική υποδομή και τεχνογνωσία.

Στο κυβερνητικό σχέδιο οι τομείς προτεραιότητας περιλαμβάνουν τη μεταποίηση και βιομηχανία, την έρευνα και τεχνολογία/τεχνητή νοημοσύνη, την εφοδιαστική αλυσίδα, τη βιομηχανοποιημένη πρωτογενή παραγωγή, την άμυνα και αεροναυπηγική, καθώς και τη βιοτεχνολογία και την υγεία. Το πλαίσιο αφορά επενδυτικά σχέδια που χρηματοδοτούνται από κεφάλαια προερχόμενα εκτός Ελλάδας και έχουν συνολικό ύψος έως 50 εκατ. ευρώ.

Η στόχευση δεν αφορά μόνο την προσέλκυση μιας νέας πολυεθνικής. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν και greenfield επενδύσεις, δηλαδή νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις, αλλά και επενδύσεις επέκτασης ή εκσυγχρονισμού υφιστάμενων δραστηριοτήτων.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η αγορά ενός υφιστάμενου ακινήτου μεταφέρει ένα κεφάλαιο στην ελληνική οικονομία, χωρίς όμως κατ’ ανάγκη να αυξάνει την παραγωγική της δυναμικότητα. Αντίθετα, μια νέα μονάδα παραγωγής, ένα ερευνητικό κέντρο ή μια εγκατάσταση υψηλής τεχνολογίας δημιουργεί πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα.

Επενδύσεις έως 50 εκατ. ευρώ στο νέο καθεστώς

Το νέο πλαίσιο για τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις αφορά επενδυτικά σχέδια με επιλέξιμο κόστος από 10 εκατ. έως 50 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την παρουσίαση του σχεδίου από την κυβέρνηση. Βασική προϋπόθεση είναι η χρηματοδότηση από μη εγχώρια κεφάλαια και η δραστηριοποίηση στους επιλέξιμους κλάδους.

Τα κίνητρα δεν περιορίζονται σε μία απλή επιδότηση. Το πλαίσιο προβλέπει:

  • φορολογικές απαλλαγές ή δυνατότητα ταχύτερης απόσβεσης παγίων,
  • ταχεία αδειοδότηση,
  • χρηματοδοτικό εργαλείο δανείων με εγγύηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας,
  • διευκολύνσεις για άδειες διαμονής στελεχών που συνδέονται με την επένδυση.

Το ύψος των κινήτρων μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή όπου πραγματοποιείται η επένδυση, ενώ η ένταση της ενίσχυσης εξαρτάται από τους κανόνες του αντίστοιχου πλαισίου κρατικών ενισχύσεων. Συνεπώς, το ποσό των 20 εκατ. ευρώ δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως οριζόντια επιδότηση 20 εκατ. ευρώ για κάθε επένδυση.

Το ποσό των 20 εκατ. ευρώ εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, σε συγκεκριμένα καθεστώτα και κατηγορίες ενισχύσεων. Για παράδειγμα, στο υφιστάμενο πλαίσιο στρατηγικών επενδύσεων η ενίσχυση για έργα βιομηχανικής έρευνας μπορεί να φτάσει έως 20 εκατ. ευρώ ανά επενδυτικό σχέδιο, υπό τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας.

Η ταχύτητα αδειοδότησης γίνεται μέρος του κινήτρου

Για έναν μεγάλο διεθνή επενδυτή, ωστόσο, το ύψος της φορολογικής ενίσχυσης δεν είναι το μοναδικό κριτήριο.

Ο χρόνος που απαιτείται μέχρι να ξεκινήσει πραγματικά η επένδυση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Μια επιχείρηση που έχει να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών χωρών εξετάζει όχι μόνο το φορολογικό καθεστώς, αλλά και πόσο γρήγορα μπορεί να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες εγκρίσεις, να εγκαταστήσει τον εξοπλισμό και να ξεκινήσει παραγωγή.

Το υφιστάμενο πλαίσιο στρατηγικών επενδύσεων προβλέπει προθεσμία 45 ημερολογιακών ημερών για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών ή εγκρίσεων για την εκτέλεση έργων, την εγκατάσταση ή τη λειτουργία στρατηγικής επένδυσης.

Παράλληλα, η Γενική Διεύθυνση Στρατηγικών Επενδύσεων λειτουργεί ως υπηρεσία μιας στάσης, με στόχο τον συντονισμό της αδειοδότησης και την επιτάχυνση των διαδικασιών.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διάκριση: η επιτάχυνση της αδειοδότησης δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η διαδικασία αξιολόγησης και υπαγωγής μιας επένδυσης ολοκληρώνεται μέσα σε 45 ημέρες.

Στο υφιστάμενο σύστημα, προηγείται η υποβολή και ο έλεγχος πληρότητας του φακέλου και στη συνέχεια η αξιολόγηση της επενδυτικής πρότασης. Η Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων αποφασίζει για τον χαρακτηρισμό της επένδυσης μέσα σε 30 ημερολογιακές ημέρες από την περιέλευση του εισηγητικού φακέλου στη Γενική Γραμματεία Ιδιωτικών Επενδύσεων.

Άρα, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς να υπάρχει ένα «γρήγορο» καθεστώς στα χαρτιά, αλλά να λειτουργεί στην πράξη.

Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η παραγωγικότητα

Η στροφή προς παραγωγικές επενδύσεις έχει έναν ευρύτερο στόχο: να αντιμετωπιστεί το διαχρονικό παραγωγικό και επενδυτικό κενό της ελληνικής οικονομίας.

Η αύξηση των επενδύσεων έχει σημασία όχι μόνο επειδή προσθέτει κεφάλαια στην οικονομία. Έχει σημασία επειδή, εφόσον αφορά παραγωγικό εξοπλισμό, τεχνολογία, έρευνα και ανάπτυξη, μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και να δημιουργήσει δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που το νέο πλαίσιο δίνει έμφαση σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η έρευνα και ανάπτυξη, η βιοτεχνολογία, η αμυντική βιομηχανία και η αεροναυπηγική. Η κυβέρνηση συνδέει την προσέλκυση αυτών των επενδύσεων με τον ψηφιακό και τεχνολογικό μετασχηματισμό, τη δημιουργία εξειδικευμένων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Το ίδιο σκεπτικό αποτυπώνεται και στα υφιστάμενα καθεστώτα στρατηγικών επενδύσεων, όπου μεταξύ των επιλέξιμων τομέων περιλαμβάνονται η έρευνα και καινοτομία, η βιοτεχνολογία, η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη και η διαστημική βιομηχανία.

Από τις ανακοινώσεις στην πραγματική επένδυση

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση.

Η προσέλκυση κεφαλαίων δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι θα δημιουργηθεί νέα παραγωγική βάση. Η τελική αξιολόγηση μιας επενδυτικής πολιτικής γίνεται στο τι κατασκευάζεται, πόσες μονάδες παραγωγής δημιουργούνται, πόσοι εργαζόμενοι απασχολούνται, πόση τεχνολογία μεταφέρεται και τι πρόσθετη παραγωγή δημιουργείται.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα κεφάλαια. Χρειάζεται περισσότερο παραγωγικό κεφάλαιο.

Η διαφορά είναι κρίσιμη. Μια οικονομία μπορεί να προσελκύει σημαντικές ξένες επενδύσεις και ταυτόχρονα να παραμένει με χαμηλή παραγωγικότητα, εάν μεγάλο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται σε δραστηριότητες με περιορισμένη επίδραση στην παραγωγική δυναμικότητα.

Το νέο πλαίσιο επιχειρεί ακριβώς να μετακινήσει το κέντρο βάρους.

Από την αγορά ενός περιουσιακού στοιχείου στη δημιουργία ενός καινούργιου.

Από την απλή εισροή κεφαλαίου στην εισαγωγή τεχνολογίας.

Και από την αύξηση των επενδύσεων γενικά στην αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων.

Το αν αυτή η αλλαγή θα αποτυπωθεί τελικά στην πραγματική οικονομία δεν θα κριθεί από τον αριθμό των επενδυτικών σχεδίων που θα εγκριθούν. Θα κριθεί από το πόσα από αυτά θα περάσουν από τα σχέδια και τις εγκρίσεις στο εργοτάξιο, στη γραμμή παραγωγής, στο εργαστήριο και τελικά στην παραγωγή.

Εκεί θα μετρηθεί η πραγματική επιτυχία της νέας πολιτικής.