Αρθρο του Σταύρου Θεοδωρόπουλου : Η αλήθεια για τις διατακτικές σίτισης

Με αφορμή τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται στον δημόσιο διάλογο σχετικά με το υποτιθέμενο «δημοσιονομικό κόστος» της αύξησης των διατακτικών σίτισης –μιας ρύθμισης που αποτελεί καθολικό αίτημα του συνόλου των παραγωγικών φορέων– η απάντηση πρέπει να δοθεί με όρους πραγματικής οικονομίας.

Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ένα μέτρο που λειτουργεί αμιγώς ενισχυτικά για το εισόδημα των εργαζομένων ως «αντίπαλον δέος» των μισθολογικών αυξήσεων ή ως αιτία απώλειας δημοσίων εσόδων αδικεί την πραγματικότητα, παραβλέπει τα δεδομένα της αγοράς και προσφέρει κενές δικαιολογίες σε όσους θέλουν να παραμείνουν αδρανείς, αντιπροτείνοντας την αντιαναπτυξιακή πολιτική των οριζόντιων επιδομάτων.

Είναι άστοχο και εκτός πραγματικότητας να αμφισβητείται η ανάγκη αύξησης του αφορολόγητου ορίου των διατακτικών σίτισης, όταν αυτό παραμένει καθηλωμένο στα 6 ευρώ/ημέρα εδώ και είκοσι χρόνια. Ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Αττικής – Πειραιώς έχει προτείνει την αύξηση στα 10 ευρώ/ημέρα κατ’ ελάχιστον. Σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός και η ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης ροκανίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, η άρνηση προσαρμογής του μέτρου στερείται κάθε οικονομικής και κοινωνικής λογικής και συνιστά εμπαιγμό της αίσθησης δικαίου.

Η αύξηση του ορίου των διατακτικών δεν αποτελεί μεμονωμένη διεκδίκηση από κάποιον τυχαίο φορέα, αλλά κοινή και διακηρυγμένη θέση εργαζομένων και εργοδοτών. Ολοι οι εμπλεκόμενοι στην αγορά εργασίας αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα μέτρο άμεσης, ουσιαστικής και καθαρής ενίσχυσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Το επιχείρημα περί «μείωσης των εσόδων του Δημοσίου» καταρρίπτεται από τους ίδιους τους κανόνες της οικονομίας. Τα χρήματα από τις διατακτικές σίτισης κατευθύνονται 100% στην εγχώρια κατανάλωση (σούπερ μάρκετ, εστίαση, τρόφιμα), επιστρέφοντας άμεσα στα κρατικά ταμεία μέσω της έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ).

Είναι οξύμωρο να κατηγορείται για απώλεια δημοσίων εσόδων ένα εργαλείο κατεξοχήν ψηφιακό και απολύτως διαφανές. Οι διατακτικές σίτισης κινούνται αποκλειστικά μέσω του τραπεζικού συστήματος και εξαργυρώνονται υποχρεωτικά με την έκδοση νόμιμων παραστατικών. Το κράτος όχι μόνο δεν χάνει έσοδα, αλλά βγαίνει κερδισμένο, καθώς οι διατακτικές αποτρέπουν τη «μαύρη» αδήλωτη εργασία και τις συναλλαγές χωρίς αποδείξεις. Κάθε ευρώ διατακτικής είναι ένα ευρώ που κινείται 100% νομίμως στην αγορά.

Είναι τουλάχιστον αντιφατικό να αντιμετωπίζονται ως «δημοσιονομικός κίνδυνος» οι διατακτικές σίτισης τη στιγμή που το κράτος συνεχίζει να τιμωρεί την αύξηση του μισθού με υπερφορολόγηση και υψηλές εισφορές.

Οταν για κάθε ευρώ που θέλει να δώσει μια επιχείρηση στον εργαζόμενο το κράτος παρακρατεί σχεδόν το μισό σε ασφαλιστικές εισφορές και φόρους, η ονομαστική αύξηση μετατρέπεται σε δώρο προς τα δημόσια ταμεία και όχι προς τον εργαζόμενο.

Αν οι επικριτές των διατακτικών σίτισης κόπτονται πραγματικά για τις αυξήσεις των μισθών, ας ζητήσουν τη δραστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Οσο διατηρείται ένα σύστημα που «τιμωρεί» την εργασία, οι διατακτικές σίτισης παραμένουν το μοναδικό αποτελεσματικό καταφύγιο για να φτάσει το 100% της ενίσχυσης ατόφιο, νόμιμο και καθαρό στον εργαζόμενο.

*Ο κ. Σταύρος Θεοδωρόπουλος είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Αττικής – Πειραιώς. Αναδημοσίευση από KΑΘΗΜΕΡΙΝΗ