
Ανοιχτό μέτωπο με την Άγκυρα διατηρεί το Τελ Αβίβ, καθώς οι ραγδαίες εξελίξεις στο συριακό έδαφος πυροδοτούν νέο κύκλο λεκτικών αντιπαραθέσεων.
Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ίσραελ Κατς, προχώρησε σε μια ιδιαιτέρως αιχμηρή τοποθέτηση μέσω της πλατφόρμας Χ, βάζοντας στο στόχαστρο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σύμφωνα με τον Ισραηλινό πολιτικό, οι ενέργειες της γειτονικής χώρας εγκυμονούν τεράστιους κινδύνους.
Όπως κατέστησε σαφές ο κορυφαίος υπουργός, το κράτος του Ισραήλ παραμένει σε απόλυτη εγρήγορση και δεν πρόκειται να ανεχτεί καμία προσπάθεια υπονόμευσης της εθνικής του κυριαρχίας.
Υπογράμμισε, μάλιστα, τη σταθερή βούληση της ισραηλινής πλευράς να περιφρουρήσει με κάθε τρόπο τα ζωτικά της συμφέροντα έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής.
Η σκληρή τοποθέτηση του Ίσραελ Κατς
Απευθυνόμενος προσωπικά στον πρόεδρο της Τουρκίας, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του, καταδικάζοντας τη στάση του, γράφοντας χαρακτηριστικά:
«Σέρνει την Τουρκία σε επικίνδυνες περιπέτειες στη Συρία. Το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει σε κανέναν παράγοντα να απειλήσει την ασφάλειά του. Θα ήταν προτιμότερο ο Ερντογάν να συνεχίσει τη ρητορική του, αποκομμένη από την πραγματικότητα και γεμάτη φαντασιώσεις, εναντίον του Ισραήλ στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, παρά να επιχειρήσει να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του Ισραήλ να υπερασπιστεί τον εαυτό του».
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός ελληνικού πλέγματος αποτροπής.
Στο πλαίσιο αυτό παραθέτουμε απόσπασμα από το άρθρο του Μιχαήλ Μαντάλα στη Huffington Post.
Μέσα σε αυτή τη λογική αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η ελληνοϊσραηλινή αμυντική σχέση.
Στις 19 Αυγούστου 2026, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Δημήτριος Χούπης επισκέφθηκε το Ισραήλ και συναντήθηκε με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των IDF, αντιστράτηγο Εϊάλ Ζαμίρ. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ και οι κοινές προκλήσεις στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον.
Η συγκυρία κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι.
Η συνάντηση πραγματοποιείται μία ημέρα μετά το ισραηλινό πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντούχουρ και σε μια περίοδο κατά την οποία η ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση για τη στρατιωτική παρουσία και την επιρροή στη Συρία αποκτά νέα δυναμική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν ήδη να δημιουργήσουν μηχανισμό αποσυμπίεσης και επικοινωνίας μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας, ακριβώς για να αποφευχθεί μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.
Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία χωρίς να γίνει μέρος μιας σύγκρουσης που δεν είναι δική της.
Χρειάζεται στρατηγική ψυχραιμία, όχι παθητικότητα.
Χρειάζεται συνεργασίες που αυξάνουν το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας εναντίον της, χωρίς να μετατρέπουν την ελληνική εξωτερική πολιτική σε παράρτημα οποιασδήποτε άλλης δύναμης.
Η Αθήνα πρέπει να γνωρίζει τι θέλει να υπερασπιστεί, πού θέλει να βρίσκεται σε δέκα χρόνια και ποιο τίμημα είναι διατεθειμένη να επιβάλει σε όποιον επιχειρήσει να αλλάξει μονομερώς αυτή την πραγματικότητα.
Εδώ βρίσκεται και το επόμενο βήμα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απαντήσει στην τουρκική στρατηγική με μια ακόμη ρητορική περί «κόκκινων γραμμών», σχεδιασμένη κυρίως για το εσωτερικό ακροατήριο. Χρειάζεται κάτι σοβαρότερο: να καταστήσει σαφές προς τους συμμάχους της, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη ποια ακριβώς θεωρεί ότι είναι τα όρια πέρα από τα οποία μια μονομερής ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία διαφωνία μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μιας επίσημης ελληνικής διακήρυξης αρχών για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Όχι ένα ελληνικό casus belli απέναντι στην Τουρκία, αλλά μια θεσμική καταγραφή του τι θεωρεί η Ελλάδα μονομερή μεταβολή του status quo και ποια θα είναι η αντίδρασή της σε περίπτωση που αυτό επιχειρηθεί.
Η αντίδραση αυτή δεν θα πρέπει να περιορίζεται στη διπλωματία.
Ανάλογα με τη φύση, την έκταση και τη σοβαρότητα της ενέργειας, η Ελλάδα θα πρέπει να καθιστά σαφές ότι διαθέτει ολόκληρο το φάσμα των εργαλείων κρατικής ισχύος: διπλωματικά και θεσμικά μέσα, οικονομικά και πολιτικά μέτρα, ενεργοποίηση των συμμαχικών μηχανισμών και, εφόσον πρόκειται για ένοπλη επίθεση ή για κατάσταση που θέτει σε άμεσο κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, στρατιωτική αντίδραση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Αυτό είναι αποτροπή.
Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα προαναγγέλλει πότε και πώς θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ. Σημαίνει ότι δεν αφήνει κανέναν να θεωρεί τη στρατιωτική της ισχύ θεωρητική δυνατότητα.
Το casus belli είναι απειλή. Μια ελληνική διακήρυξη κόκκινων γραμμών θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ πιο ώριμο: στρατηγική προειδοποίηση.
Το πρώτο λέει στον αντίπαλο ότι θα υπάρξει αντίδραση. Το δεύτερο εξηγεί εκ των προτέρων στον αντίπαλο, στους συμμάχους και στη διεθνή κοινότητα πού ακριβώς βρίσκεται το όριο και ότι η Ελλάδα διαθέτει τα μέσα για να το υπερασπιστεί.
Η βαρύτητα μιας τέτοιας ελληνικής διακήρυξης θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη εάν δεν περιοριζόταν σε μια δημόσια πολιτική ανακοίνωση της Αθήνας. Θα έπρεπε να κοινοποιηθεί θεσμικά στα Ηνωμένα Έθνη, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις μεγάλες δυνάμεις και στους περιφερειακούς συμμάχους της Ελλάδας.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ελληνικές κόκκινες γραμμές και το πλαίσιο της προβλεπόμενης αντίδρασης δεν θα παρέμεναν μια ακόμη δήλωση για εσωτερική κατανάλωση. Θα αποτελούσαν επίσημα γνωστοποιημένες ελληνικές θέσεις, τις οποίες θα γνώριζαν εκ των προτέρων οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί που έχουν λόγο και ρόλο στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε περίπτωση παραβίασης μιας ελληνικής κόκκινης γραμμής, η Αθήνα δεν θα χρειαζόταν να εξηγεί εκ των υστέρων τι ακριβώς θεωρούσε απαράδεκτο. Θα μπορούσε να παραπέμπει σε μια θέση που είχε ήδη καταστήσει σαφή προς τη διεθνή κοινότητα.
Αυτό αυξάνει το πολιτικό και διπλωματικό κόστος μιας πιθανής παραβίασης.
Δεν δημιουργεί αυτομάτως κάποια νέα διεθνή νομική υποχρέωση για τρίτους ούτε μετατρέπει μια ελληνική διακήρυξη σε διεθνή συνθήκη. Δημιουργεί όμως κάτι εξίσου σημαντικό για την αποτροπή: διεθνή γνώση των ελληνικών θέσεων και μεγαλύτερη δυσκολία για οποιονδήποτε επιχειρήσει να παρουσιάσει εκ των υστέρων μια κρίση ως «αιφνίδια» ή ως αποτέλεσμα αμφισημίας.
Η αποτροπή χρειάζεται όχι μόνο δυνατότητα αντίδρασης, αλλά και σαφήνεια ως προς το τι ακριβώς θα προκαλέσει αυτή την αντίδραση.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να δώσει και ένα διαφορετικό περιεχόμενο στη Διακήρυξη των Αθηνών.
Η Διακήρυξη δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ούτε ως εθνική επιτυχία ούτε ως εθνική υποχώρηση. Ήταν μια επιλογή τακτικής αποκλιμάκωσης, ένας τρόπος να μειωθεί η ένταση και να δημιουργηθεί χρόνος για την Αθήνα. Η αξία της, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από όσα απέφερε τότε, αλλά και από το τι θα κάνει η Ελλάδα με τον χρόνο που κέρδισε.
Εδώ βρίσκεται και η απάντηση στην κριτική ότι η Διακήρυξη επέτρεψε στην Τουρκία να παρουσιάζει τις δικές της μονομερείς διεκδικήσεις ως μέρος μιας φυσιολογικής διμερούς διαφοράς και, κατ’ επέκταση, να δημιουργεί ένα αφήγημα που μπορεί να βρίσκει ευήκοα ώτα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η απάντηση δεν είναι να εγκαταλείψει η Αθήνα την πολιτική αποκλιμάκωσης.
Είναι να τη συμπληρώσει με στρατηγική σαφήνεια.
Η Ελλάδα μπορεί να λέει ταυτόχρονα δύο πράγματα: επιθυμούμε διάλογο με την Τουρκία και δεν αποδεχόμαστε μονομερή αλλαγή της υφιστάμενης κατάστασης. Θέλουμε ειρηνική συνύπαρξη και δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα. Συμμετέχουμε σε διαδικασίες αποκλιμάκωσης και ταυτόχρονα διατηρούμε απολύτως σαφείς τις θέσεις μας για την εθνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Αυτό θα ήταν ένα πολύ ισχυρότερο μήνυμα προς την Ευρώπη.
Η Ελλάδα δεν θα ζητούσε από τους Ευρωπαίους να επιλέξουν ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα. Θα τους ζητούσε να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια συμπεριφορά θεωρείται αποσταθεροποιητική και ποια ενέργεια θα απαιτούσε ευρωπαϊκή αντίδραση.
Η ίδια λογική πρέπει να μεταφερθεί και στις μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις. Όχι με απόρρητους χάρτες και επιχειρησιακά σχέδια, αλλά με καθαρή πολιτική ενημέρωση. Η Ουάσιγκτον, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα Ηνωμένα Έθνη πρέπει να γνωρίζουν ποια είναι τα σημεία στα οποία η Ελλάδα δεν θα αποδεχθεί αλλαγή της πραγματικότητας μέσω τετελεσμένων.
Έτσι δημιουργείται κάτι πολύ σημαντικό για την αποτροπή: προβλεψιμότητα.
Ο αντίπαλος γνωρίζει το όριο. Οι σύμμαχοι γνωρίζουν το όριο. Οι διεθνείς θεσμοί γνωρίζουν το όριο.
Από εκεί και πέρα, η αποτροπή παύει να είναι μια αόριστη έννοια και αποκτά πολιτικό και στρατηγικό περιεχόμενο.
Το ζητούμενο δεν είναι να ανεβάσει η Ελλάδα τη θερμοκρασία στο Αιγαίο.
Το ζητούμενο είναι να καταστήσει απολύτως σαφές τι δεν πρόκειται να αποδεχθεί και ότι διαθέτει τόσο τη διπλωματική νομιμοποίηση όσο και την εθνική ισχύ για να το υπερασπιστεί.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα περιβάλλον στο οποίο η διπλωματία παραμένει ανοικτή, η στρατιωτική ισχύς λειτουργεί ως αξιόπιστο υπόβαθρο, οι σύμμαχοι γνωρίζουν τις ελληνικές κόκκινες γραμμές, η Ευρώπη γνωρίζει ποια συμπεριφορά απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα και η Τουρκία γνωρίζει ότι μια απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένου μπορεί να συναντήσει αντίδραση σε όλα τα επίπεδα — πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό, θεσμικό και, όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν, στρατιωτικό.
Αυτό είναι το περιβάλλον που πρέπει να διαμορφώσει η Αθήνα: ένα περιβάλλον στο οποίο το τετελεσμένο δεν θα θεωρείται εύκολος δρόμος προς μια νέα πραγματικότητα, αλλά επιλογή με κόστος που ο αντίπαλος θα γνωρίζει εκ των προτέρων.