
Εκκλησιαστική περιουσία: Το real estate των δισ. ευρώ, τα «χρυσά» ακίνητα και οι ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες
Η συνεχής άνοδος της αγοράς ακινήτων επαναφέρει στο επίκεντρο μια διαχρονική συζήτηση: την πραγματική έκταση και την οικονομική αξία της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Ελλάδα. Οι νέοι διαγωνισμοί για μισθώσεις και αξιοποίηση ακινήτων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον γύρω από ένα χαρτοφυλάκιο που εκτιμάται ότι συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα της χώρας, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι σήμερα πλήρης και επίσημη καταγραφή του.
Παρά τις κατά καιρούς αποτιμήσεις που κάνουν λόγο ακόμη και για περιουσία ύψους 15 δισ. ευρώ, η πραγματική εικόνα παραμένει σύνθετη. Η περιουσία είναι διασκορπισμένη σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, ενώ σημαντικό μέρος της παραμένει αναξιοποίητο, δεσμευμένο από πολεοδομικούς περιορισμούς ή εμπλέκεται σε ιδιοκτησιακές διαφορές με το Δημόσιο.
Ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια ακινήτων της χώρας
Η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Μητροπόλεις, οι ενορίες, τα μοναστήρια, τα προσκυνήματα, τα κληροδοτήματα και δεκάδες άλλα νομικά πρόσωπα διαχειρίζονται ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο, το οποίο περιλαμβάνει:
- οικόπεδα και αστικά ακίνητα,
- επαγγελματικά κτίρια,
- ξενοδοχεία,
- καταστήματα,
- δασικές και αγροτικές εκτάσεις,
- νησίδες και παραθαλάσσια «φιλέτα».
Ωστόσο, η πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τόσο την αποτίμηση όσο και την αποτελεσματική διαχείριση της συνολικής περιουσίας.
Η αξία παραμένει αντικείμενο εκτιμήσεων
Κατά καιρούς έχουν δημοσιευθεί εκτιμήσεις που ανεβάζουν τη συνολική αξία της εκκλησιαστικής περιουσίας ακόμη και στα 15 δισ. ευρώ. Ωστόσο, δεν υπάρχει επίσημη απογραφή που να επιβεβαιώνει αυτό το ποσό.
Πιο συντηρητικές προσεγγίσεις τοποθετούν την αξία της περιουσίας που διαχειρίζεται η Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών (ΕΚΥΟ) μεταξύ 700 και 900 εκατ. ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται οι περιουσίες των Μητροπόλεων, των ενοριών και κυρίως των μοναστηριών του Αγίου Όρους, τα οποία λειτουργούν υπό ιδιαίτερο διοικητικό καθεστώς.
Γιατί δεν αξιοποιείται η εκκλησιαστική περιουσία
Παρά το μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον που εμφανίζεται κατά διαστήματα, η αξιοποίηση σημαντικών ακινήτων σκοντάφτει σε σειρά προβλημάτων:
- ιδιοκτησιακές διαφορές με το Δημόσιο,
- πολεοδομικούς και περιβαλλοντικούς περιορισμούς,
- αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών,
- δικαστικές εκκρεμότητες,
- έλλειψη ολοκληρωμένου κτηματολογίου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλά ακίνητα υψηλής εμπορικής αξίας παραμένουν ουσιαστικά ανενεργά επί δεκαετίες.
Οι μεγάλες προσπάθειες που δεν προχώρησαν
Το «εκκλησιαστικό ΤΑΙΠΕΔ»
Το 2013 δημιουργήθηκε η Εταιρεία Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας (ΕΑΕΑΠ), στην οποία συμμετείχαν ισότιμα η Εκκλησία και το Ελληνικό Δημόσιο.
Το εγχείρημα συνοδεύτηκε από μεγάλες προσδοκίες για επενδύσεις σε εκτάσεις της Βουλιαγμένης και της Βάρκιζας. Ωστόσο, η εταιρεία δεν πραγματοποίησε καμία εμπορική δραστηριότητα και τελικά λύθηκε το 2024.
Η συμφωνία κυβέρνησης – Εκκλησίας το 2018
Η συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου προέβλεπε κοινό ταμείο αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας και αλλαγή στο καθεστώς μισθοδοσίας των κληρικών.
Οι έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της Εκκλησίας όσο και στο πολιτικό σκηνικό οδήγησαν τελικά στην εγκατάλειψη του σχεδίου.
Το σχέδιο «The Green Σχιστό»
Αργότερα παρουσιάστηκε το επενδυτικό σχέδιο αξιοποίησης περίπου 3.000 στρεμμάτων στο Σχιστό, με προϋπολογισμό που υπολογιζόταν μεταξύ 700 και 800 εκατ. ευρώ.
Το project προέβλεπε ανάπτυξη κατοικιών, γραφείων, logistics, εμπορικών χρήσεων και ενεργειακών εγκαταστάσεων, όμως τελικά εγκαταλείφθηκε έπειτα από θεσμικές δυσκολίες και αντιδράσεις.
Τα σημαντικότερα «φιλέτα» της Εκκλησίας
Μεταξύ των σημαντικότερων ακινήτων που βρίσκονται στην εκκλησιαστική περιουσία ξεχωρίζουν:
- τα 97 στρέμματα του πρώην Ορφανοτροφείου στη Βουλιαγμένη,
- η παραθαλάσσια έκταση περίπου 1.200 στρεμμάτων στη Φασκομηλιά,
- εκτάσεις στην Πεντέλη,
- οικόπεδα στο Κολωνάκι και στη λεωφόρο Αλεξάνδρας,
- κτίρια στο κέντρο της Αθήνας που στεγάζουν ξενοδοχεία, δημόσιες υπηρεσίες και εμπορικές χρήσεις,
- δεκάδες ακίνητα σε Θεσσαλονίκη, Βάρη, Βούλα και Βουλιαγμένη.
Η ιστορική σχέση κράτους και Εκκλησίας
Η σημερινή εικόνα της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι αποτέλεσμα συνεχών απαλλοτριώσεων που ξεκίνησαν ήδη από τον 19ο αιώνα.
Σημαντικότερη θεωρείται η συμφωνία του 1952, όταν η Εκκλησία παραχώρησε το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής της περιουσίας και το κράτος ανέλαβε ως αντάλλαγμα τη μισθοδοσία των κληρικών. Σήμερα το ετήσιο κόστος για περίπου 9.500 ιερείς υπολογίζεται κοντά στα 195 εκατ. ευρώ.
Πόσο μεγάλη είναι τελικά η περιουσία;
Η ολοκλήρωση του Ελληνικού Κτηματολογίου θεωρείται ίσως η μοναδική διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά αξιόπιστη αποτύπωση της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Μέχρι τότε, οι εκτιμήσεις θα συνεχίσουν να διαφέρουν σημαντικά και το πραγματικό μέγεθος ενός από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια ακινήτων της χώρας θα παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο.
AI Takeaways
✅ Τα βασικά σημεία
- Η εκκλησιαστική περιουσία θεωρείται από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια ακινήτων στην Ελλάδα, αλλά δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή.
- Περισσότερα από 10.000 διαφορετικά εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα διαχειρίζονται ακίνητα και εκτάσεις.
- Οι εκτιμήσεις για την αξία κυμαίνονται από 700-900 εκατ. ευρώ (ΕΚΥΟ) έως και 15 δισ. ευρώ για το σύνολο της περιουσίας.
- Μεγάλο μέρος των ακινήτων παραμένει αναξιοποίητο λόγω νομικών, πολεοδομικών και διοικητικών εμποδίων.
- Και οι τρεις μεγάλες προσπάθειες αξιοποίησης (2013, 2018 και Σχιστό) δεν ολοκληρώθηκαν.
- Η μισθοδοσία περίπου 9.500 κληρικών εξακολουθεί να καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ως συνέχεια ιστορικών συμφωνιών ανταλλαγής γης.
- Η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου θεωρείται προϋπόθεση για την οριστική αποτύπωση της εκκλησιαστικής περιουσίας.