
Η ψευδαίσθηση της «ενότητας» στη δημοκρατική αντιπολίτευση
Καθώς οι δημοσκοπήσεις κρατούν όρθιο σχεδόν αποκλειστικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στη λεγόμενη «δημοκρατική αντιπολίτευση» αναζωπυρώνεται η συζήτηση περί «ενότητας». Δηλαδή η ιδέα σύγκλισης δυνάμεων – ακόμη και κοινών ψηφοδελτίων – στις επόμενες εκλογές.
Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!
Όμως αυτή η συζήτηση είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αφελής. Στην πραγματικότητα είναι άτοπη και αναποτελεσματική, γιατί αγνοεί τον βασικό παράγοντα: τα τείχη που χωρίζουν τις τέσσερις συνιστώσες της αντιπολίτευσης δεν πέφτουν.
1. Το ΠΑΣΟΚ
Πρώτο και σημαντικότερο, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο να συμμετάσχει σε μια τέτοια προσπάθεια. Αν ο Νίκος Ανδρουλάκης ήθελε σύγκλιση με τον χώρο στα αριστερά του, θα το είχε κάνει ήδη το 2023, όταν ο Τσίπρας το πρότεινε και υπήρχε, λόγω απλής αναλογικής, πραγματική πιθανότητα ανατροπής.
Σήμερα έχει ακόμη περισσότερους λόγους να το αρνηθεί. Η μετεκλογική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δικαίωσε την τότε απόστασή του: το κόμμα παραμένει φορτωμένο με πρόσωπα και συμπεριφορές που λειτουργούν αποτρεπτικά για κάθε σοβαρή συνεργασία. Επιπλέον, ο ίδιος ο Ανδρουλάκης έχει επισφαλή θέση στο εσωτερικό του κόμματος — μια κίνηση προς τα αριστερά θα τον αποσταθεροποιούσε, ιδίως αφού υπάρχει φτερό που προτιμά συνεννόηση με τη ΝΔ.
2. Ο ΣΥΡΙΖΑ
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, δίνει μάχη επιβίωσης. Μετά από δύο αλλαγές ηγεσίας και διαδοχικές διασπάσεις, η σημερινή του ηγεσία δεν έχει ούτε την πυγμή να επιβληθεί στο εσωτερικό, ούτε την ακτινοβολία να επανασυσπειρώσει τον χώρο.
Ακόμη κι αν ενώνονταν ξανά πρόσωπα του παλιού πυρήνα, το αποτέλεσμα δεν θα είχε πολιτικό βάρος. Και πώς να μιλά κανείς για «συνένωση» όταν ο κίνδυνος νέας διάσπασης είναι ορατός;
3. Ο Αλέξης Τσίπρας
Η τρίτη συνιστώσα είναι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Ο πρώην Πρωθυπουργός παίζει ακόμα το παιχνίδι της αποστασιοποίησης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ίδρυσης νέου φορέα, χωρίς όμως να κάνει το βήμα.
Προς το παρόν προτιμά να κινείται εκτός ενεργού πολιτικής: γράφει απομνημονεύματα, δίνει διαλέξεις και προσπαθεί να αναστηλώσει την εικόνα του μέσω του προσωπικού του Ινστιτούτου.
Στην πράξη, δεν ενδιαφέρεται για τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε για την ευρύτερη δημοκρατική παράταξη που τον ανέδειξε. Επιδιώκει κυρίως την προσωπική του αποκατάσταση. Αν κάτι θα τον ενδιέφερε, θα ήταν η πλήρης διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να διαλέξει εκ νέου ποιοι θα τον ακολουθήσουν.
4. Η υπόλοιπη Αριστερά
Η τέταρτη παράμετρος είναι η λοιπή «Αριστερά» – εκτός ΚΚΕ. Οι σχηματισμοί της Κωνσταντοπούλου, του Βαρουφάκη και του Κασσελάκη ούτε μπορούν ούτε θέλουν να συνενωθούν. Ο καθένας επιδιώκει απλώς ένα ελάχιστο ποσοστό που θα του εξασφαλίσει κοινοβουλευτική παρουσία.
Η κενότητα της συζήτησης
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι εκκλήσεις του Φάμελλου για «ενότητα» και οι πρωτοβουλίες τύπου Λουκάς Κατσέλη δεν έχουν καν αντικείμενο. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς θα ενωθούν, αλλά πώς θα αποτραπεί η – έστω μειωμένη – πρωτοκαθεδρία του Μητσοτάκη στις επόμενες εκλογές.
Αν η ΝΔ δεν αντικατασταθεί εκ των έσω, ο Μητσοτάκης θα παραμείνει κυρίαρχος. Διαθέτει ήδη τα μέσα να ξανασυνθέσει πλειοψηφία.
Τα πραγματικά διακυβεύματα
Όσοι κινούνται στην αντιπολίτευση μοιάζουν να ξεχνούν τρία βασικά πράγματα:
- Οι εκλογές κρίνονται από τη συγκυρία. Ό,τι γνωρίζουμε σήμερα μπορεί να είναι άσχετο με το πολιτικό κλίμα την ώρα της κάλπης.
- Οι πολίτες δεν ψηφίζουν για τιμωρία ή αποκατάσταση. Δεν θα κινητοποιηθούν για τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές ή τη Novartis. Θα πάνε στην κάλπη για να επιλέξουν Πρωθυπουργό – με προσωπικά, συναισθηματικά και συμφεροντολογικά κριτήρια.
- Το πραγματικό ερώτημα είναι “ποιος θα κυβερνήσει;” Και κατ’ επέκταση “αν όχι αυτοί, τότε ποιοι;” Αυτό καθόρισε και τις εκλογές του 2023. Ο Τσίπρας έχασε γιατί δεν μπόρεσε να παρουσιάσει πειστική κυβερνώσα ομάδα.
Το πρόβλημα δεν είναι η ενότητα, αλλά η ηγεσία
Η αντιπολίτευση δεν πάσχει από έλλειψη ενότητας, αλλά από έλλειψη ηγεσίας. Δεν της λείπει η εναλλακτική πολιτική, αλλά ο άνθρωπος που θα της δώσει λόγο, περιεχόμενο, όραμα και προοπτική.
Ο Τσίπρας είχε κάποτε αυτές τις προϋποθέσεις, αλλά μετά το 2018 τις απώλεσε. Σήμερα δεν έχει τίποτα το ριζοσπαστικό ή το εμπνευσμένο. Και το γεγονός ότι οι αναρτήσεις του σχολιάζονται κυρίως από «digital creators» στο Facebook, τον φέρνει πιο κοντά στον Μητσοτάκη και την επικοινωνιακή του φούσκα, παρά σε μια ζωντανή αντιπολίτευση.
Η αλήθεια είναι απλή: κανένας σημερινός αρχηγός της αντιπολίτευσης δεν είναι πρωθυπουργήσιμος. Ο επόμενος ηγέτης θα έρθει από τη νέα γενιά – αναγνωρίσιμος εξαρχής ως αντίπαλος του Μητσοτάκη και της Δεξιάς.
Δεν θα προκύψει από συνέδρια, «think tanks» και συμφωνίες γραφειοκρατιών. Θα αναδειχθεί φυσικά, έξω από τα κομματικά θερμοκήπια.
Λίγη ιστορική μνήμη αρκεί…




