Ο Ερντογάν ωθεί την αντιπαράθεση με το Ισραήλ στην ένοπλη σύγκρουση

Σε ανάλυσή του στο Jerusalem Post, ο Σινάν Τσιντί, ανώτερος συνεργάτης του Ιδρύματος για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD), υπογραμμίζει πως η πρόσφατη απόφαση τουρκικού δικαστηρίου να απαγγείλει κατηγορίες κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου και δεκάδων Ισραηλινών αξιωματούχων, ζητώντας ποινές που φτάνουν έως και τις 4.596 έτη, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση νομικό ελιγμό. Αντιθέτως, πρόκειται για μια υπολογισμένη πολιτική κίνηση που εντάσσεται στο πλαίσιο της σταθερής κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Οι κατηγορίες περί γενοκτονίας και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής του Προέδρου Ερντογάν, η οποία ενέχει πλέον σοβαρούς κινδύνους ένοπλης σύγκρουσης.

Η συστηματική διάβρωση των διμερών σχέσεων από το 2008

Οι ρίζες αυτής της εχθρότητας δεν είναι πρόσφατες, επισημαίνει ο αρθρογράφος. Η κάποτε ισχυρή εταιρική σχέση, που βασιζόταν στην ανταλλαγή πληροφοριών, τη στρατιωτική συνεργασία, το εμπόριο και τον τουρισμό, άρχισε να αποδομείται συστηματικά από το 2008. Το ορόσημο της ρήξης εντοπίζεται στη σύνοδο του Νταβός το 2009, όταν ο Ερντογάν επιτέθηκε λεκτικά στον Σιμόν Πέρες.

Έκτοτε, η Άγκυρα πέρασε από τη διπλωματική συνεργασία στην ανοιχτή εχθρότητα, παρέχοντας μόνιμη βάση στη Χαμάς, η οποία χρησιμοποιεί το τουρκικό έδαφος για τον σχεδιασμό επιθέσεων, τη στρατολόγηση μαχητών και τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήσεών της.

Η σχέση με τη Χαμάς: Μεσολαβητικός ρόλος ή στρατηγικό όπλο;

Παρά τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του Ερντογάν περί «αναγκαίας μεσολάβησης» της Τουρκίας μεταξύ Χαμάς και Ισραήλ, η ανάλυση του Σινάν Τσιντί υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο. Η Άγκυρα δεν επιδιώκει την ειρήνη, αλλά τη χρήση της ισλαμιστικής οργάνωσης ως στρατηγικού εργαλείου εναντίον του Ισραήλ. Αυτή η στάση ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη υποστήριξη της Τουρκίας προς το κίνημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και διάφορες τζιχαντιστικές οντότητες κατά τον συριακό εμφύλιο, επιβεβαιώνοντας τις ιδεολογικές και στρατηγικές προτεραιότητες του κυβερνώντος κόμματος στην Τουρκία.

Η ρητορική της έντασης και η εσωτερική κινητοποίηση

Μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, η τουρκική ρητορική έχει μετεξελιχθεί σε ανοιχτή εχθρότητα. Μέσα από φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, προωθούνται πλέον απόψεις για την ανάγκη κατάργησης της ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ, ενώ επίσημες δηλώσεις του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών προβαίνουν σε ακραίες συγκρίσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού με τον Χίτλερ. Αυτού του είδους η ρητορική, πέρα από τον διπλωματικό της εκτροχιασμό, αποσκοπεί στην κινητοποίηση του εγχώριου και περιφερειακού κοινού, απομονώνοντας διεθνώς το Ισραήλ.

Στρατηγικοί υπολογισμοί και η σκιά της στρατιωτικής απειλής

Η Τουρκία ακολουθεί μια ιδιαίτερη στρατηγική στο περιφερειακό «σκάκι», όπου, παρά τον ανταγωνισμό της με το Ιράν, προτιμά τη διατήρηση του καθεστώτος της Τεχεράνης ως αντίβαρου απέναντι στο Ισραήλ. Οι προειδοποιήσεις του Ερντογάν για ενδεχόμενη παρέμβαση κατά του Ισραήλ –με αναφορές σε αντίστοιχες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λιβύη και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ– δεν θεωρούνται κενές απειλές, αλλά σήματα προς τη διεθνή κοινότητα. Η ανάλυση εκτιμά ότι η Άγκυρα δείχνει πρόθυμη να αναλάβει τον ρόλο του κύριου αντιπάλου του Ισραήλ, σε περίπτωση που το Ιράν αποδυναμωθεί.

Η δοκιμασία των δυτικών συμμαχιών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ

Όλη αυτή η πορεία θέτει την Τουρκία σε άμεση σύγκρουση όχι μόνο με το Ισραήλ, αλλά και με την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης. Παρά την ιδιότητα του μέλους της στο ΝΑΤΟ, οι επιλογές της Άγκυρας αποκλίνουν όλο και περισσότερο από τα συμφέροντα των συμμάχων της. Η ενίσχυση των δεσμών με τη Χαμάς και η ρητορική κλιμάκωσης αποτελούν μια δοκιμασία για τα όρια της πολιτικής ανοχής των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αν αυτή η πορεία δεν αναχαιτιστεί, ο κίνδυνος για περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής και για την περιπλοκή των προσπαθειών των ΗΠΑ στη διαχείριση της περιοχής θεωρείται ιδιαίτερα αυξημένος.