
Ώρες μετά τη συνάντηση του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα, ο Ντόναλντ Τραμπ εξέδωσε μια αυστηρή προειδοποίηση προς την Ταϊβάν κατά της επιδίωξης της ανεξαρτησίας της.
«Δεν επιδιώκω να γίνει κάποιος ανεξάρτητος. Και, ξέρετε, υποτίθεται ότι πρέπει να ταξιδέψουμε 9.500 μίλια για να πολεμήσουμε. Δεν το επιδιώκω αυτό. Θέλω να ηρεμήσουν. Θέλω η Κίνα να ηρεμήσει», δήλωσε στο Fox News.
Τα σχόλια του Τραμπ – από τα πιο έντονα που έχει κάνει μέχρι στιγμής ένας πρόεδρος των ΗΠΑ για το θέμα – προκάλεσαν αμέσως μια σειρά αντιδράσειςστην Ταϊβάν, λέγοντας ότι δεν βλέπει την ανάγκη να κηρύξει επίσημα την ανεξαρτησία της.
Η ανεξαρτησία της Ταϊβάν είναι κόκκινη γραμμή για το Πεκίνο, το οποίο ισχυρίζεται ότι το νησιωτικό κράτος αποτελεί μέρο της επικράτειας της Κίναςκαι έχει κατηγορήσει τον πρόεδρό της Λάι Τσινγκ-τε ότι είναι αυτονομιστής.
Αλλά το ζήτημα είναι πολύ πιο λεπτό, όπως τονίζει το BBC.
Γιατί η Κίνα θέλει την Ταϊβάν;
Η επιθυμία της Κίνας να «επανενωθεί» με την Ταϊβάν είναι μακρά και ιστορική.
Χρονολογείται από το τέλος του κινεζικού εμφυλίου πολέμου το 1949, όταν το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε τον έλεγχο της Κίνας και οι ηττημένες δυνάμεις του Κουομιντάνγκ υποχώρησαν στην Ταϊβάν, μεταφέροντας την κυβέρνησή του στην Ταϊπέι.
Το Πεκίνο έκτοτε διεκδικεί το αυτοδιοικούμενο νησί.
Αλλά μετά την άνοδο του Σι στην εξουσία, η κινεζική κυβέρνηση έχει πολλαπλασιάσει τις απειλές της και έχει αναζητήσει τρόπους για να καταπολεμήσει αυτό που θεωρεί ως αυτονομισμό. Η «επανένωση» της Ταϊβάν με την Κίνα έχει γίνει βασικός στόχος – ο ίδιος ο Σι την έχει χαρακτηρίσει «ως μη αναστρέψιμη» πραγματικότητα.
Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει εντείνει διάφορες μορφές πίεσης, μέσω στρατιωτικών ασκήσεων που με προσομείωση αποκλεισμού της, με προσπάθεεις διπλωματικής απομόνωσης, με «πολέμο» γκρίζων ζωνών όπου στέλνει πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη κοντά στα ύδατα και τον εναέριο χώρο της Ταϊβάν σε τακτική βάση.
Κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής της περασμένης εβδομάδας, ο Σι είχε πει στον Τραμπ ότι το ζήτημα της Ταϊβάν ήταν το πιο σημαντικό στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και ότι η κακή διαχείριση του θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση.
Advertisement
Καθώς οι ΗΠΑ είναι ο στενότερος σύμμαχος της Ταϊβάν – υποχρεούνται από το νόμο να παρέχουν στο νησί τα μέσα για να αμυνθεί – οι παρατηρητές ανησυχούν εδώ και καιρό ότι οποιαδήποτε επίθεση στην Ταϊβάν θα έφερνε τις ΗΠΑ σε άμεση σύγκρουση με την Κίνα.
Η Κίνα έχει καταστήσει σαφή τη στάση της απέναντι στην Ταϊβάν στον νόμο κατά της απόσχισης, που εισήχθη το 2005, στον οποίο δηλώνει ότι επιθυμεί «ειρηνική επανένωση» με το νησί.
Ωστόσο, ο νόμος κατά της απόσχισης ορίζει επίσης ότι σε περίπτωση που οι δυνάμεις της «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν» προκαλέσουν απόσχιση από την Κίνα ή έχει εξαντληθεί η πιθανότητα «ειρηνικής επανένωσης», η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει «μη ειρηνικά μέσα» για να προστατεύσει την εδαφική της ακεραιότητα.
Αυτό σημαίνει ότι η Κίνα δεν αποκλείει τη χρήση στρατιωτικής βίας για να καταλάβει την Ταϊβάν, εάν το κρίνει απαραίτητο. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι μια επίσημη ανακήρυξη ανεξαρτησίας από την κυβέρνηση της Ταϊβάν θα πυροδοτούσε αυτήν την αντίδραση.
Θέλει η Ταϊβάν ανεξαρτησία;
Η Ταϊβάν έχει στενούς οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με την Κίνα. Αλλά οι περισσότεροι στην Ταϊβάν, η οποία έχει ένα ισχυρό δημοκρατικό σύστημα, θεωρούν τους εαυτούς τους πολιτικά διακριτούς από την Κίνα, η οποία έχει γίνει ολοένα και πιο αυταρχική τα τελευταία χρόνια.
Οι περισσότεροι θέλουν επίσης να διατηρήσουν το status quo – που σημαίνει ότι ούτε θα ανακηρύξουν επίσημα την ανεξαρτησία τους ούτε θα ενωθούν με την Κίνα.
Advertisement
Η επίσημη θέση της κυβέρνησης της Ταϊβάν υπό το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP), το οποίο κυβερνά την Ταϊβάν από το 2016, εξυπηρετεί αυτή την άποψη.
Ο Πρόεδρος Λάι και η προκάτοχός του Τσάι Ινγκ-γουέν έχουν επιμείνει ότι, εφόσον η Ταϊβάν θεωρεί τον εαυτό της ανεξάρτητη χώρα, δεν υπάρχει λόγος να ανακηρύξει επίσημα την ανεξαρτησία της.
Αυτός είναι ουσιαστικά ένας τρόπος διεκδίκησης της κυριαρχίας της Ταϊβάν, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν θα παραβιάσουν την κόκκινη γραμμή της Κίνας.
Ακόμα κι αν το ήθελαν, ούτε ο πρόεδρος ούτε η κυβέρνηση μπορούν εύκολα να κηρύξουν ανεξαρτησία – αυτό μπορεί να γίνει επίσημα μόνο εάν το Νομοθετικό Συμβούλιο Γιουάν της Ταϊβάν, που μοιάζει με κοινοβούλιο, εγκρίνει μια συνταγματική τροποποίηση και εάν η πλειοψηφία των πολιτών αποφασίσει κάτι τέτοιο με δημοψήφισμα.
Ωστόσο, το Πεκίνο παραμένει επιφυλακτικό απέναντι στο DPP και επικρίνει κυρίως τον Λάι, ο οποίος έκανε έντονα σχόλια εναντίον του Πεκίνου στο παρελθόν πριν αναλάβει τα καθήκοντά του. Συχνά τον κατηγορεί, όπως και το κόμμα του ως «υπέρμαχους της ανεξαρτησίας» και ως αυτονομιστές.
Ο Λάι, αν και η Ταϊβάν ενισχύεται συνεχώς στρατιωτικά και επιδιώκει να κερδίσει περισσότερες χώρες και φορείς στο στρατόπεδο της «ανεξαρτησίας» της χώρας έχει δηλώσει ότι δεν επιδιώκει σύγκρουση και πως απλώς ενισχύει την άμυνα του νησιού εν μέσω της αυξανόμενης πίεσης από την Κίνα.
Υποστηρίζουν οι ΗΠΑ την ανεξαρτησία της Ταϊβάν;
Ενώ τα πρόσφατα σχόλια του Τραμπ για την Ταϊβάν έχουν γίνει πρωτοσέλιδα, καμία κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν έχει δηλώσει ποτέ ρητά ότι η Ταϊβάν πρέπει να είναι ανεξάρτητη.
Μετά τη σύνοδο κορυφής με τον Σι, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Κινέζος ηγέτης «δεν θέλει ένα κίνημα για ανεξαρτησία» στην Ταϊβάν και ότι ο Τραμπ «τον άκουσε» αλλά «δεν έκανε κανένα σχόλιο επ’ αυτού».
Οι ΗΠΑ, συνολικά, προσπαθούν να διατηρήσουν μια λεπτή ισορροπία όσον αφορά το εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα της Ταϊβάν.
Το 1979, οι ΗΠΑ διέκοψαν τους επίσημους δεσμούς με το νησί όταν η Ουάσιγκτον σύναψε διπλωματικές σχέσεις με το Πεκίνο. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη θέση του Πεκίνου ότι υπάρχει μόνο μία κινεζική κυβέρνηση – στο Πεκίνο.
Αλλά την ίδια χρονιά, οι ΗΠΑ ψήφισαν τον Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν, ο οποίος ορίζει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να «παρέχουν στην Ταϊβάν όπλα αμυντικού χαρακτήρα» – γι’ αυτό και συνεχίζουν να πωλούν όπλα στην Ταϊβάν μέχρι σήμερα.
Ο νόμος αναφέρει επίσης ότι η ειρήνη στην περιοχή είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ και ότι διατηρεί την ικανότητα «να αντιστέκεται σε οποιαδήποτε προσφυγή στη βία ή σε άλλες μορφές εξαναγκασμού που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια ή το κοινωνικό ή οικονομικό σύστημα» της Ταϊβάν.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η τελευταία προειδοποίηση του Τραμπ προς την Ταϊβάν εξέπληξε ορισμένους παρατηρητές, οι οποίοι τη βλέπουν ως ένδειξη ότι οι ΗΠΑ μπορεί να διστάζουν σε ό,τι αφορά τη δέσμευσή τους προς το νησί – και υπονοούν ότι ο Σι μπορεί να έχει επηρεάσει τον πρόδρο των ΗΠΑ.
Ο Ράιαν Χας, αναλυτής του αμερικανικού think tank Brookings Institution, δήλωσε ότι ο Τραμπ «αύξησε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης» Πεκίνου – Ταϊπέι καθώς «η ορατή συμπάθειά του για τον τρόπο που ο Σι αντιμετωπίζει την Ταϊβάν θα ενθαρρύνει το Πεκίνο να αυξήσει την πίεση στην Ταϊπέι».
Αλλά ο Τραμπ τόνισε επίσης ότι «τίποτα δεν έχει αλλάξει» όσον αφορά την πολιτική των ΗΠΑ για την Ταϊβάν και μάλιστα εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει απευθείας με τον Λάι – κάτι που θα εξόργιζε το Πεκίνο, όπως έκανε την τελευταία φορά που ο Τραμπ μίλησε με έναν πρόεδρο της Ταϊβάν.
Πολλοί θα παρακολουθούν τι θα κάνουν οι ΗΠΑ στη συνέχεια για να δουν αν υπάρχει πράγματι μια αλλαγή πολιτικής. Ιδιαίτεραο ενδιαφέρον έχει εάν ο Τραμπ θα εγκρίνει ένα πιθανό πακέτο όπλων αξίας 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ταϊβάν, μετά από μια πώληση όπλων αξίας 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ανακοινώθηκε τον Δεκέμβριο.
Μετά τη σύνοδο κορυφής, ο Τραμπ δεν δεσμεύτηκε να δώσει την τελική έγκριση στο τελευταίο πακέτο, λέγοντας στο Fox News ότι «εξαρτάται από την Κίνα» και ότι «είναι ένα πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί για εμάς, ειλικρινά». Αργότερα δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «θα λάβει μια απόφαση το επόμενο αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα».
Δεσμευόμενη από τον Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν, η πολιτική των ΗΠΑ για την Ταϊβάν δεν έχει αλλάξει ριζικά τις τελευταίες δεκαετίες, παρά τη ρητορική των προηγούμενων προέδρων.
Ο πρώην πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωσε δύο φορές ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν την Ταϊβάν σε περίπτωση επίθεσης από την Κίνα, εμφανιζόμενος να απομακρύνεται από τη θέση ΗΠΑ περί «στρατηγικής ασάφειας» – μια πολιτική βάσει της οποίας δεν δεσμεύεται να υπερασπιστεί την Ταϊβάν, αλλά επίσης δεν το αποκλείει.
Κάθε φορά, ωστόσο, η κυβέρνησή του αργότερα διευκρίνιζε ότι η πολιτική των ΗΠΑ για την Ταϊβάν δεν είχε αλλάξει.