Το «όχι» των Ελληνοκύπριων στο σχέδιο Ανάν πριν από 17 χρόνια | Αναδρομή

Το «όχι» των Ελληνοκύπριων στο σχέδιο Ανάν πριν από 17 χρόνια | Αναδρομή

Δέκα επτά χρόνια συμπληρώνονται αυτό το Σάββατο, από τις 24 Απριλίου του 2004, όπου και ετέθη το ιστορικό δημοψήφισμα σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους, για το σχέδιο Ανάν, που αφορούσε την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Αναδρομή του κ. Κωνσταντίνου Φίλη στο Newsbomb.gr για όσα έγιναν τότε και τις σύγχρονες εξελίξεις.

Το εν λόγω σχέδιο του ΟΗΕ ήρθε προς ψηφοφορία στην πέμπτη -και τελική του μορφή- και καταψηφίστηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά, σε αντίθεση με τους τουρκοκυπρίους που το υπερψήφισαν. Για το παρασκήνιο των τότε διαβουλεύσεων, τις πάγιες θέσεις των πλευρών, αλλά και τους λόγους που οδήγησαν στην αποτυχία υιοθέτησης του σχεδίου του τότε γενικού γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Κόφι Ανάν, μιλά στο Newsbomb.gr ο εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ και αναλυτής Διεθνών Θεμάτων κ. Κωνσταντίνος Φίλης.

Ήδη από το 1999 είχαν ξεκινήσει συνομιλίες για την κατάλληλη προετοιμασία του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των δυο κοινοτήτων αλλά και των εγγυητριών δυνάμεων, με έναν οδικό χάρτη που αφορούσε την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2002 παρουσιάστηκε το αποκαλούμενο «σχέδιο Ανάν 1».

Το 2004 η Ελλάδα είχε πετύχει την συμπερίληψη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι αυτός ήταν ένας παράγοντας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναζήτηση μιας οριστικής διευθέτησης του Κυπριακού. Η Κύπρος ήταν πλέον εντός της ΕΕ υπό την διοίκηση των ελληνοκυπρίων, αλλά το «αγκάθι» των δυο διαφορετικών κοινοτήτων εξακολουθούσε να υφίσταται.

Όπως αναφέρει ο κ Φίλης ένας άλλος παράγοντας που οδήγησε σε αυτές τις διαπραγματεύσεις ήταν και το γεγονός ότι εκείνη την εποχή ο Ερντογάν, επειδή προσπαθούσε να «γοητεύσει» τους δυτικούς και παράλληλα θεωρούταν ένας μετριοπαθής ηγέτης του σουνιτικού ισλάμ, που επιθυμούσε να δώσει λύσεις σε προβλήματα που είχαν παραχθεί επί κεμαλιστών -ένα από αυτά και το Κυπριακό- θεώρησε ότι ήταν μια καλή συγκυρία για να προχωρήσει η επίλυση του ζητήματος. Η τελική μορφή του σχεδίου Ανάν (5) ήταν ένα προϊόν διαπραγμάτευσης των δυο κοινοτήτων αλλά και των τριών συμβαλλόμενων δυνάμενων, Ελλάδας Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου.

kypros cyprus

Τι οδήγησε την ελληνοκυπριακή πλευρά στο «όχι»

Στη προσπάθειά του να υιοθετηθεί το σχέδιο Ανάν ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, σύμφωνα με τον κ Φίλη, να θέσει εκτός παιχνιδιού τον τότε τουρκοκύπριο ηγέτη, Ραούφ Ντενκτάς και τις λογικές του περί διχοτόμησης – θέση μάλιστα που σήμερα υποστηρίζει σθεναρά η Τουρκία. Αυτή ήταν άλλωστε και η πάγια θέση του Ντενκτάς από 1983 που δημιουργήθηκε επί της Κύπρου το υβριδικό και παρά φύση κράτος που δεν υφίσταται και δεν αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα από καμία χώρα πλην της Τουρκίας. Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς δεν μπορούσε να υπάρξει καμία λύση στο κυπριακό ζήτημα.

Ο Ερντογαν τότε και προκειμένου να δείξει αυτό το πρόσωπο του «ηγέτη μεταρρυθμιστή που ήθελε να αλλάξει τα κακώς κείμενα των κεμαλιστών», πίεσε πάρα πολύ προς την τουρκοκυπριακή πλευρά και πράγματι οι τουρκοκύπριοι άλλαξαν θέση. Αυτό συνέβη, σύμφωνα με τον αναλυτή κ. Φίλη, λόγω του ότι κατάλαβαν πως το συμφέρον τους ήταν προφανώς να υπάρξει μια λύση που θα τους άνοιγε την πόρτα της ΕΕ, «διότι εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ήδη μέλος της Ένωσης οι τουρκοκύπριοι είχαν μόνο να επωφεληθούν».

Αντιθέτως από την πλευρά των ελληνοκυπρίων, σημαντικός παράγοντας στην αρνητική στάση, ήταν ο τότε πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος και η περίφημη ατάκα του ότι «δεν παρέλαβα κράτος για να παραδώσω μια κοινότητα». Σύμφωνα με τον καθηγητή, σημαντικό ρόλο στην άρνηση των ελληνοκυπρίων έπαιξε και το γεγονός ότι μεταξύ των πέντε σχεδίων «draft» που είχε εκπονήσει ο ΟΗΕ, τα δυο τελευταία περιείχαν τους δυσμενέστερους όρους για τους ελληνοκυπρίους, με τα ζητήματα και τα λάθη να υφίστανται αναφορικά με τα εσωτερικά και την διαχείριση.

Ο ουδέτερος Καραμανλής και η στάση Παπανδρέου

Στην Ελλάδα από την άλλη πλευρά, με την χώρα να παίζει και τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης, υπήρχαν δυο διαφορετικές απόψεις με τον τότε αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος είχε διαπραγματευτεί το τρίτο σχέδιο Ανάν ως υπουργός Εξωτερικών, να τάσσεται υπέρ ακόμα και στην πέμπτη εκδοχή του σχεδίου, υποστηρίζοντας πως ο χρόνος θα έλυνε τα ζητήματα διαχείρισης δίνοντας προβάδισμα στην πλευρά των ελληνοκυπρίων που ήταν έτσι κι αλλιώς πιο αναβαθμισμένη και ισχυρή τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνική συγκρότηση, «ήταν τόσο μεγάλη η υπεροχή τους που το σχέδιο Ανάν δεν θα το άλλαζε αυτό».

Από την πλευρά του ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής κράτησε μια ουδέτερη στάση. Αυτό σύμφωνα με τον κ. Φίλη συνέβη γιατί ο πρωθυπουργός, «επικαλούμενος» την ιδιότητά του ως αρχηγός μιας χώρας συμβαλλόμενης, δεν θα μπορούσε να επιβάλει στην ελληνοκυπριακή πλευρά την στάση που θα κρατήσει.

«Εμείς δεν είμαστε όπως η Τουρκία που δυστυχώς έχει τους τουρκοκυπρίους ως μαριονέτες και τους επιβάλει την άποψή της. Η Ελλάδα σεβάστηκε τον ρόλο της ως εγγυήτρια δύναμη και δεν είχε θέση να πει ψηφίστε υπέρ η ψηφίστε κατά», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Φίλης συμπληρώνοντας πως «από την μεριά αυτή, όμως, η ουδετερότητα μπορεί να λειτούργησε στα μάτια κάποιον αρνητικά όπως και στον διεθνή παράγοντα που θεωρούσε ότι ήταν μια πολύ μεγάλη ευκαιρία να για να επιλυθεί το ζήτημα. Ο αστερίσκος που βάζω, όμως, είναι κατά πόσο μπορεί ο διεθνής παράγοντας να γνωρίζει καλύτερα ποια είναι τα συμφέροντα της κάθε χώρας».

«Αυτό που μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα είναι ότι το σχέδιο Ανάν, που ασφαλώς είχε προβληματικά σημεία, αν και εφόσον είχε υπερψηφιστεί τότε, σήμερα δεν θα υπήρχαν τα τωρινά μεγάλα προβλήματα με την Τουρκία. Το κυπριακό είναι ένα μεγάλο αγκάθι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και αν δεν υπάρξει στο μέλλον η επίλυση αυτού του θέματος πολύ δύσκολα θα δούμε πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων των δυο χωρών», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Φίλης και καταλήγει

«από την άλλη μπορεί να πει κανείς ότι αν το σχέδιο Ανάν δεν λειτουργούσε τελικά υπέρ των συμφερόντων των ελληνοκυπρίων θα έδινε δυνατότητα στην Τουρκία – που σήμερα δεν έχει αυτή τη δυνατότητα – να έβαζε χέρι και στους υδρογονάνθρακες της Κύπρου αλλά και κυρίως στη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας με ότι αυτό συνεπάγεται».

kypros

Συνοπτικά το ιστορικό

Μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή το 1974 στην Κύπρο, οι τούρκικες δυνάμεις έλεγχαν το 40% του εδάφους, ενώ υπήρξε και ανταλλαγή πληθυσμού το 1975. Από τότε, υπήρξαν διάφορες πρωτοβουλίες για επίλυση του Κυπριακού, σχεδόν όλες υπό την επίβλεψη του ΓΓ του ΟΗΕ, χωρίς όμως να υπάρξει επιτυχία. Τον Δεκέμβριο του 1999, ξεκίνησαν ξανά συνομιλίες για προετοιμασία του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.

Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ηγέτης των τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντενκτάς και Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ο Κόφι Ανάν με ειδικό του Σύμβουλο για τον Κυπριακό τον Άλβαρο ντε Σότο.

Ο Κόφι Ανάν υπέβαλε Σχέδιο για συνολική επίλυση του Κυπριακού. Η αρχική του μορφή (το αποκαλούμενο σήμερα σχέδιο Ανάν Ι) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002 και το δεύτερο αναθεωρημένο σχέδιο στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (Αννάν ΙΙ).

Στις 26 Φεβρουαρίου 2003 υποβλήθηκε το Σχέδιο Αναν ΙΙΙ. Ακολούθησε η εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου στις προεδρικές εκλογές του 2003.

Τον Μάρτιο του 2004 παρουσιάστηκε η πέμπτη και τελική μορφή του σχεδίου. Ο Κόφι Ανάν αναγκάστηκε να ολοκληρώσει το Σχέδιο μόνος του παρότι η αρχική του πρόθεση ήταν το τελικό κείμενο να προέρχεται αποκλειστικά από τις διαπραγματεύσεις των δυο κοινοτήτων.

Στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, το 76% των ελληνοκυπρίων απέρριψαν το σχέδιο του τότε Γ.Γ του ΟΗΕ για επίλυση του Κυπριακού. «Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω κοινότητα χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα», δήλωνε ο Τάσσος Παπαδόπουλος.

Τι προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν

Η περίληψη του Σχεδίου Ανάν όπως την είχε παρουσιάσει η έντυπη έκδοση της Καθημερινής (04.04.2004):

1. Συνταγματική δομή

Το τελικό Σχέδιο Ανάν επιμένει στον ισχυρότατα διζωνικό χαρακτήρα της νέας, ομόσπονδης «Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας». Αν και οι συντάκτες του κειμένου επικαλούνται το πρότυπο των ελβετικών καντονίων, παραμένει γεγονός ότι στην περίπτωση της Κύπρου η τουρκοκυπριακή μειονότητα διατηρεί, πρακτικά, δικαίωμα βέτο σε οποιαδήποτε πολιτική απόφαση. Κάτω από το ομόσπονδο κράτος, με τη σημαία, το Σύνταγμα, το Κοινοβούλιο και τον εθνικό ύμνο του, θα υπάρχουν τα δύο ισότιμα «συνιστώντα κράτη», Ελληνοκυπριακό και Τουρκοκυπριακό, με τις δικές τους σημαίες, Συντάγματα, Κοινοβούλια και ύμνους.

2. Διεθνής υπόσταση

Η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία προβλέπεται ότι θα έχει μία διεθνή υπόσταση και μία φωνή στα διεθνή φόρουμ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στην οποία θα ενταχθεί, εφόσον εγκριθεί από τα δημοψηφίσματα το Σχέδιο Ανάν, ως επανενωμένο κράτος την 1η Μαΐου του 2004. Παράλληλα, η νέα Κύπρος δεσμεύεται ότι θα υποστηρίξει, σε κάθε περίπτωση, την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, κάτι που δεν υποστηρίζει καν, αυτήν τη στιγμή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επί πλέον, διατηρούνται σε ισχύ οι διεθνείς συνθήκες που κατοχυρώνουν την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία ως εγγυήτριες δυνάμεις.

3. Ξένα στρατεύματα

Η πλήρης αποστρατιωτικοποίηση της νήσου τίθεται ως τελικός στόχος, αλλά για τη μεταβατική περίοδο τα ξένα στρατεύματα στο νησί αυξάνονται κατά πολύ, σε σύγκριση με τη συνθήκη της Ζυρίχης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι Ελλάδα και Τουρκία θα διατηρήσουν έως το 2011 μέχρι και 6.000 άνδρες η κάθε μία, ένας αριθμός που θα πέσει σε 3.000 μέχρι το 2018, ή μέχρις ότου ενταχθεί η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εφόσον αυτό επιτευχθεί νωρίτερα.

Μετά το 2018, θα μείνουν το πολύ 950 Ελληνες και 650 Τούρκοι στρατιώτες στο νησί και ο αριθμός τους θα υπόκειται σε αναθεώρηση (προς τα κάτω) κάθε τρία χρόνια. Το Σχέδιο δεν προνοεί για απομάκρυνση των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο.

4. Εδαφικό

Οπως προκύπτει από τους αναλυτικούς χάρτες, ο τουρκοκυπριακός τομέας θα περιορισθεί στο 28,5% της συνολικής έκτασης της νήσου. Αυτό σημαίνει ότι θα επιστραφούν στους Ελληνοκυπρίους μεγάλο μέρος της Αμμοχώστου, η περιοχή Μόρφου και αρκετά χωριά. H Καρπασία θα συνεχίσει να υπάγεται στο τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος, αλλά θα απολαμβάνει ευρεία αυτοδιοίκηση.

5. Ελευθερία εγκατάστασης

Βασικά, διατηρούνται οι περιορισμοί (αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο) των προηγούμενων σχεδίων. O αριθμός των Ελληνοκυπρίων που μπορεί να εγκατασταθεί μόνιμα στον τουρκοκυπριακό τομέα περιορίζεται στο 18% του τουρκοκυπριακού πληθυσμού για 19 χρόνια ή μέχρις ότου ενταχθεί η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αναλόγως του τι από τα δύο θα επιτευχθεί νωρίτερα.

Ανάλογη ποσόστωση ισχύει για τους Τουρκοκύπριους που θα ήθελαν να εγκατασταθούν στον ελληνοκυπριακό τομέα, αλλά ο εν λόγω περιορισμός είναι μάλλον ρητορικής σημασίας, δεδομένης της δημογραφικής αναλογίας μεταξύ των δύο μερών. Μετά αυτό το χρονικό όριο, το ποσοστό των ξένων σε κάθε συνιστών κράτος μπορεί να φτάσει το 33% των πολιτών του.

6. Ελευθερία απόκτησης περιουσίας

Ισχύει και εδώ το όριο του 18% για την απόκτηση περιουσίας από Ελληνοκύπριους στο τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος (και αντίστροφα) για περίοδο 15 ετών ή μέχρις ότου το βιοτικό επίπεδο των Τουρκοκυπρίων φτάσει το 85% εκείνου των Ελληνοκυπρίων (πράγμα, με τα σημερινά δεδομένα, πολύ δύσκολο). Επί του προκειμένου, το όριο μειώθηκε από 20 σε 15 χρόνια, ύστερα από παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

7. Νομοθετική εξουσία

Συγκροτείται Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο της Κύπρου με δύο σώματα, τη Γερουσία (24 Ελλληνοκύπριοι και ισάριθμοι Τουρκοκύπριοι) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (αναλογική εκπροσώπηση των δύο πλευρών, ανάλογα με τον πληθυσμό τους).

Οι εκλογές για την ανάδειξη γερουσιαστών και βουλευτών θα γίνονται χωριστά σε καθένα από τα δύο συνιστώντα κράτη και δικαίωμα ψήφου θα έχουν μόνον οι πολίτες του καθενός (οι Ελληνοκύπριοι στο πρώτο και οι Τουρκοκύπριοι στο δεύτερο). Για να ψηφιστεί ένας νόμος, πρέπει να εγκριθεί με απλή πλειοψηφία και από τα δύο σώματα, απαιτείται όμως και να ψηφιστεί τουλάχιστον από το ένα τέταρτο των αντιπροσώπων κάθε συνιστώντος κράτους.

8. Εκτελεστική εξουσία

Δημιουργείται Προεδρικό Συμβούλιο από έξι μέλη με δικαίωμα ψήφου (τέσσερις Ελληνοκύπριοι, δύο Τουρκοκύπριοι) και άλλα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με ομοφωνία ή με πλειοψηφία, αλλά θα απαιτείται τουλάχιστον μία θετική ψήφος από κάθε συνιστών κράτος.

O πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος θα ανήκουν σε διαφορετικά συνιστώντα κράτη και θα εναλλάσσονται κάθε είκοσι μήνες με αναλογία δύο προς ένα υπέρ των Ελληνοκυπρίων. Δηλαδή θα έχουμε, για τον πρόεδρο, τη διαδοχή: Ελληνοκύπριος-Τουρκοκύπριος-Ελληνοκύπριος, πάλι Ελληνοκύπριος κ.ο.κ.

9. Ανώτατο Δικαστήριο

Θα έχει αρμοδιότητες ταυτόχρονα συνταγματικού και διαιτητικού δικαστηρίου και θα αποτελεί θεσμό βαρύνουσας σημασίας, καθώς θα καλείται να λάβει αποφάσεις κάθε φορά που θα μπλοκάρεται το Προεδρικό Συμβούλιο (εννοείται, με βέτο της τουρκοκυπριακής πλευράς). Στο Ανώτατο Δικαστήριο θα εκπροσωπούνται με ίσο αριθμό δικαστών τα δύο μέρη, ενώ θα συμμετέχουν και τρεις ξένοι δικαστές, οι οποίοι θα καθορίζουν, ουσιαστικά, πού θα γέρνει η πλάστιγγα σε περίπτωση εμπλοκής.

Από το κείμενο του Σχεδίου δεν καθίσταται σαφές πώς θα διορίζονται τα ξένα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πιθανόν να διορίζονται από τον OHE, αν και η ελληνική και η ελληνοκυπριακή πλευρά επιζητούν ενεργό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *