Γιατί οι μέρες του Olaf Scholz ως καγκελαρίου μπορεί πλέον να είναι μετρημένες | Αντίστροφη Μέτρηση

Γιατί οι μέρες του Olaf Scholz ως καγκελαρίου μπορεί πλέον να είναι μετρημένες

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η κυβέρνηση του Καγκελαρίου Olaf Scholz θα επιβιώσει, αλλά για πόσο καιρό.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Οι Γερμανοί βίωσαν δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες την Κυριακή το βράδυ: Καθώς ο πρόεδρος της Γαλλίας απάντησε στην συντριπτική του ήττα από την ακροδεξιά στις ευρωπαϊκές εκλογές δηλώνοντας την πρόθεσή του να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση, ο καγκελάριος ήταν άφαντος.

Από τον Matthew Karnitschnig/POLITICO

Ο Scholz, ο μεγαλύτερος ηττημένος της βραδιάς, έβγαλε μερικές selfie στα κεντρικά γραφεία του κόμματός του πριν εξαφανιστεί, αφήνοντας στο κενό το να εξηγήσει τη χειρότερη εμφάνιση των Σοσιαλδημοκρατών του σε ομοσπονδιακές εκλογές εδώ και έναν αιώνα.

Αν ο Scholz πίστευε ότι ίσως και να κατάφερνε τελικά να αποφύγει τον απολογισμό αφού το κόμμα του βρέθηκε στην ταπεινωτική τρίτη θέση, πίσω από το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), έκανε λάθος. Ο Scholz δηλώνει ότι οι πρόωρες εκλογές στη Γερμανία δεν υπάρχουν σαν ενδεχόμενο, αλλά πιθανότατα αυτό δεν εξαρτάται πλέον από τον ίδιο.

«Το γεγονός είναι ότι η κυβέρνηση συνασπισμού καταψηφίστηκε και ο Olaf Scholz πρέπει να ζητήσει νέες εκλογές όπως ο Macron», δήλωσε ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Markus Söder, στη γερμανική δημόσια τηλεόραση μετά τις εκλογές.

Ακόμη και ένας σχολιαστής της αριστερής «Die Zeit» ζήτησε νέες εκλογές το καλοκαίρι. «Όπως και στη Γαλλία, οι ευρωεκλογές ήταν ψήφος δυσπιστίας στην κυβέρνηση», έγραψε ο Alan Posener.

Chancellor Olaf Scholz says an early election is not in the cards, but it’s likely not up to him. | Sean Gallup/Getty Images

Αν και δεν υπάρχei οργανωμένο πολιτικό σχέδιο ώστε να συμβεί κάτι τέτοιο, σημαντικοί βουλευτές στον τρικομματικό συνασπισμό του Scholz είπαν στο POLITICO ότι προετοιμάζονται ήδη για αυτό το ενδεχόμενο.

Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του στρατοπέδου Scholz να τον θωρακίσει, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής -το οποίο έδειξε ότι μόνο το 31 τοις εκατό των Γερμανών υποστήριξε ένα από τα τρία κόμματα του γερμανικού συνασπισμού εν μέσω ρεκόρ προσέλευσης ψηφοφόρων- ήταν φιάσκο.

Μόλις δυόμισι χρόνια μετά την έναρξη της θητείας του, η διστακτική και άτολμη κυβέρνηση του Scholz έχει φτάσει σε οριακό σημείο: Σχεδόν πνιγμένος από εσωτερικές διαμάχες και —κατά την άποψη των περισσότερων επικριτών, δείχνοντας απλά ανικανότητα — ο Scholz προηδρεύει της πιο αντιδημοφιλούς κυβέρνησης στη σύγχρονη γερμανική ιστορία, με περισσότερα από τα δύο τρίτα των Γερμανών να εκφράζουν δυσαρέσκεια για τον συνασπισμό. Η προσωπική του βαθμολογία αποδοχής έχει επίσης σημειώσει αρνητικό ρεκόρ, με περισσότερο από το 70 τοις εκατό των Γερμανών να είναι δυσαρεστημένοι με τη δουλειά που έχει κάνει.

Μετά την κακή διαχείριση μιας σημαντικής μεταρρύθμισης για τη μετατόπιση της υποδομής θέρμανσης της Γερμανίας από τα ορυκτά καύσιμα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κυβέρνηση του Scholz υπέστη ταπεινωτική ήττα από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, το οποίο έκρινε τον προϋπολογισμό της αντισυνταγματικό. Η απόφαση τον Νοέμβριο αφαίρεσε από τα σχέδια του συνασπισμού δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ στα οποία υπολόγιζε για να χρηματοδοτήσει το υπόλοιπο της κυβερνητικής ατζέντας του.

Η συμμαχία βρίσκεται σε σύγκρουση από τότε, με τα δύο αριστερίστικα κόμματα, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) του Scholz και τους Πράσινους σε συνεχή μάχη με το δημοσιονομικά συντηρητικό Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP), με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Christian Lindner. Με απλά λόγια, το SPD και οι Πράσινοι θέλουν να ξοδέψουν περισσότερα χρήματα και το FDP, επικαλούμενοι το συνταγματικό φρένο χρέους της Γερμανίας (και τη δική τους δημοσιονομική ορθοδοξία), λιγότερα.

Αυτή η αντιπαράθεση είναι βέβαιο ότι θα φτάσει στο πικ της τις επόμενες εβδομάδες, καθώς τα κόμματα του συνασπισμού προχωρούν στον τελικό γύρο διαπραγματεύσεων για τον προϋπολογισμό του 2025. Τα κόμματα θέλουν να καταλήξουν σε συμφωνία μέχρι τις αρχές Ιουλίου πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές, αλλά με όλες τις πλευρές να προσπαθούν να σώσουν το πολιτικό τους μέλλον, μια συμφωνία φαίνεται απίθανη.

Η αποτυχία επίτευξης συμβιβασμού θα μπορούσε να προσφέρει στο FDP, το οποίο ήταν ξένο σώμα στον συνασπισμό από την αρχή, μια ευκαιρία να βγει από τη συμμαχία. Παρά τις επίμονες εντάσεις για θεμελιώδη ζητήματα όπως ο προϋπολογισμός, το FDP ήταν μέχρι τώρα απρόθυμο να πηδήξει από το τρένο εξιατίας του φόβου μήπως και εξόργιζε τους ψηφοφόρους.

Ωστόσο, μετά τα θλιβερά αποτελέσματα για το SPD και τους Πράσινους στις εκλογές της ΕΕ, αυτή η άποψη εντός του FDP μπορεί να έχει αλλάξει.

Στα περισσότερα κοινοβουλευτικά συστήματα, οι άγραφοι κανόνες δημοκρατικής ευπρέπειας θα ανάγκαζαν τον ηγέτη της χώρας να προκηρύξει νέες εκλογές μετά τη συντριπτική ήττα που υπέστη ο Olaf Scholz την Κυριακή. Όχι όμως στη Γερμανία. Καλώς ή κακώς, οι γερμανικές κυβερνήσεις δεν παραιτούνται ποτέ.

Προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη των πολιτικών της εποχής της Βαϊμάρης, η οποία συνέβαλε στην άνοδο των Ναζί, οι συντάκτες του μεταπολεμικού Βασικού Νόμου της Γερμανίας προσπάθησαν να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα δημιουργώντας ένα πολιτικό σύστημα που απαιτεί την ταχεία επίλυση των συγκρούσεων με όσο το δυνατόν λιγότερη αναστάτωση.

Ως εκ τούτου, έθεσαν πολύ ψηλά τον πήχη όσον αφορά τις πρόωρες εκλογές. Υπάρχουν δύο δρόμοι για ψήφο εμπιστοσύνης στη Γερμανία. Σύμφωνα με τον πρώτο, γνωστό ως «εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας», το κοινοβούλιο μπορεί να εκδιώξει έναν καγκελάριο, αλλά μόνο εάν ψηφίσει υπέρ του αντικαταστάτη του εντός 48 ωρών.

Δεδομένου ότι το κύριο πρόβλημα του τρέχοντος συνασπισμού είναι η αδυναμία των κομμάτων να συμφωνήσουν σε βασικές πολιτικές, και όχι για τον καγκελάριο, αυτή η πορεία φαίνεται απίθανη.

Σύμφωνα με ένα δεύτερο σενάριο, ο καγκελάριος μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, η οποία συνήθως γίνεται για λόγους τακτικής, όπως για να χτυπήσει τον συνασπισμό του ώστε να ευθυγραμμιστεί συνδέοντας μια ψήφο εμπιστοσύνης με ένα σημαντικό νομοσχέδιο.

Ο πρώην καγκελάριος του SPD Gerhard Schröder το έκανε αυτό το 2001, για παράδειγμα, συνδυάζοντας μια αμφιλεγόμενη πρόταση αποστολής του γερμανικού στρατού στο Αφγανιστάν μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, στην οποία πολλοί στον συνασπισμό του αντιτάχθηκαν, με το δικό του μέλλον ως καγκελάριος. Τελικά επικράτησε.

Κάποιοι στην Bundestag πιστεύουν ότι ο Scholz θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια κίνηση με τον προϋπολογισμό για να πιέσει το FDP. Αυτό όμως θα ήταν επικίνδυνο γιατί το FDP θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει την ψήφο για να κατευθυνθεί προς την έξοδο. Εάν ο Scholz χάσει, θα εναπόκειτο στον Γερμανό πρόεδρο να αποφασίσει εάν θα προκηρύξει νέες εκλογές.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πρόεδρος Frank-Walter Steinmeier, αντί να προκηρύξει νέες εκλογές, μπορεί να ζητήσει από τους κεντροδεξιούς Χριστιανοδημοκράτες (CDU) να προσπαθήσουν να σχηματίσουν κυβέρνηση με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών του 2021, όταν το κόμμα τερμάτισε δεύτερο. Εάν δεν καταφέρει να οικοδομήσει συνασπισμό, θα μπορούσε στη συνέχεια να ζητήσει νέα ψηφοφορία.

Αυτή η κυκλική διαδικασία μπορεί να συμβεί γιατί οι ψήφοι εμπιστοσύνης στη μεταπολεμική Γερμανία είναι σπάνιες (υπήρξαν μόνο πέντε) και είναι συνήθως κινήσεις τακτικής από καγκελαρίους που επιδιώκουν να ενισχύσουν την πολιτική τους θέση.

Η μόνη περίπτωση όπου ένας καγκελάριος απομακρύνθηκε άθελά του ήταν το 1982, όταν το FDP εγκατέλειψε τη συμμαχία του με το SPD του Καγκελαρίου Helmut Schmidt, κατά τη διάρκεια μιας «εποικοδομητικής ψήφου εμπιστοσύνης» που έχασε.

Τότε, υπήρχαν μόνο τρία κόμματα στην Bundestag, ωστόσο, με το FDP να είναι ο κυρίαρχος. Το FDP άλλαξε τη σχέση του με το CDU του Helmut Kohl και ο τελευταίος έγινε καγκελάριος χωρίς νέες εκλογές. Ο Kohl, επιθυμώντας μια σταθερή υποστήριξη από το εκλογικό σώμα, κάλεσε για άλλη μια ψήφο εμπιστοσύνης αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διασφαλίζοντας ότι θα την έχανε ώστε να μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Η τακτική λειτούργησε. Το κόμμα του Helmut Kohl κέρδισε τις εκλογές και παρέμεινε καγκελάριος μέχρι το 1998.

Δεδομένου ότι οι Χριστιανοδημοκράτες απολαμβάνουν πλέον προβάδισμα 14 μονάδων στις δημοσκοπήσεις, το οποίο εάν επιβεβαιωθεί στις κάλπες θα τους επέτρεπε να κυριαρχήσουν σε οποιονδήποτε συνασπισμό, το κόμμα είναι πιθανό να ακολουθήσει παρόμοια πορεία. Ο αρχηγός του κόμματος Friedrich Merz έχει σταματήσει να προκαλεί τον Scholz να δρομολογήσει τη διαδικασία, αλλά κατέστησε σαφές ότι είναι έτοιμος να αναλάβει.

Για τον Scholz, οι εκκλήσεις για πρόωρες εκλογές είναι πιθανό να γίνουν πιο δυνατές τον Σεπτέμβριο, όταν θα διεξαχθούν τρεις πολιτειακές εκλογές στα ανατολικά της χώρας, όπου το AfD είναι το ισχυρότερο. Το κόμμα είναι πιθανό να κερδίσει και τις τρεις εκλογές. Είναι απλώς ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι μέρες του Scholz ως καγκελαρίου μπορεί να είναι μετρημένες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *