Σιγκαπούρη και Ελλάδα: Γιατί η αξιοκρατία στη δημόσια διοίκηση αξίζει περισσότερο από τα συνθήματα

Η συζήτηση για τις αμοιβές των πολιτικών στην Ελλάδα ξεκινά συνήθως από ένα εύλογο ερώτημα: πώς μπορεί να δικαιολογείται υψηλή αμοιβή για κάποιον που ασκεί δημόσια εξουσία, όταν μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες;

Διονύσης Τζουγανάτος

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο ερώτημα, λιγότερο δημοφιλές αλλά εξίσου σημαντικό: πόσο κοστίζει τελικά στους πολίτες ένα κράτος που δεν καταφέρνει να προσελκύσει, να αξιοποιήσει και να διατηρήσει ικανούς ανθρώπους στις θέσεις ευθύνης;

Η αντιπαραβολή της Ελλάδας με τη Σιγκαπούρη προσφέρει ένα ενδιαφέρον πεδίο προβληματισμού. Όχι επειδή οι δύο χώρες είναι ίδιες ή μπορούν να αντιγράψουν η μία το διοικητικό μοντέλο της άλλης, αλλά επειδή αναδεικνύουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην εκπαίδευση και στη λειτουργία του κράτους.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν ένας υπουργός πρέπει να αμείβεται περισσότερο ή λιγότερο. Είναι αν η δημόσια διοίκηση έχει σχεδιαστεί ώστε να προσελκύει ικανούς ανθρώπους, να τους δίνει τα κατάλληλα εργαλεία και να τους κρίνει με βάση το έργο τους.

Το παράδειγμα της Σιγκαπούρης και το κόστος της διοικητικής ανεπάρκειας

Η Σιγκαπούρη ξεκίνησε την ανεξάρτητη πορεία της το 1965, αντιμετωπίζοντας σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις. Στις επόμενες δεκαετίες μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνή κέντρα εμπορίου, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, τεχνολογίας και εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η εξέλιξή της δεν εξηγείται από έναν μόνο παράγοντα. Η γεωγραφική θέση, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η διεθνής διασύνδεση, οι υποδομές, η εκπαιδευτική πολιτική και η διοικητική ικανότητα συνέβαλαν στη διαμόρφωση του σημερινού οικονομικού μοντέλου.

Ανάμεσα στις επιλογές που ξεχωρίζουν είναι η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η δημόσια διοίκηση ως ένας μηχανισμός που χρειάζεται υψηλού επιπέδου στελέχη, επαγγελματική συνέχεια και σαφή κίνητρα απόδοσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Σιγκαπούρη αποτελεί μια κοινωνία χωρίς προβλήματα ή ότι όλες οι πολιτικές της μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στην Ελλάδα. Σημαίνει, όμως, ότι η αξιοκρατία και η ποιότητα των θεσμών μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για μια χώρα με περιορισμένους φυσικούς πόρους.

Πόσο πρέπει να αμείβεται ένας υπουργός;

Στη Σιγκαπούρη, οι αμοιβές των πολιτικών αξιωματούχων βασίζονται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς τις αποδοχές υψηλόμισθων επαγγελματιών και στελεχών του ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζοντας έκπτωση που συνδέεται με τον χαρακτήρα της δημόσιας υπηρεσίας.

Το σύστημα περιλαμβάνει σταθερές και μεταβλητές αποδοχές. Στις δεύτερες συγκαταλέγονται η ατομική αξιολόγηση και ένα μπόνους που συνδέεται με κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, όπως η πραγματική αύξηση εισοδήματος των πολιτών, η απασχόληση και η οικονομική ανάπτυξη.

Το σημείο αναφοράς για έναν υπουργό της βαθμίδας MR4 ήταν 1,1 εκατ. δολάρια Σιγκαπούρης ετησίως, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων μεταβλητών αποδοχών. Από τον Οκτώβριο του 2026 προβλέπεται προσαρμογή έως 9%, με το αντίστοιχο ποσό αναφοράς να φτάνει περίπου τα 1,2 εκατ. δολάρια Σιγκαπούρης. Πρόκειται για συνολικό πακέτο αναφοράς, όχι για εγγυημένο καθαρό εισόδημα κάθε υπουργού.

Η ελληνική πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι αμοιβές των υπουργών συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με το ισχύον πλαίσιο αποζημίωσης των πολιτικών αξιωματούχων και δεν ακολουθούν αντίστοιχο σύστημα σύνδεσης με συγκεκριμένους κοινωνικοοικονομικούς στόχους.

Η σύγκριση των ποσών, από μόνη της, δεν αρκεί. Τα επίπεδα τιμών, η φορολογία, το κόστος ζωής και η δομή των δύο οικονομιών διαφέρουν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο που επιτρέπει να επιλέγονται οι κατάλληλοι άνθρωποι για τις σημαντικότερες διοικητικές θέσεις και να αξιολογούνται με διαφανή κριτήρια.

Η υψηλή αμοιβή δεν αποτελεί απόδειξη ικανότητας. Μπορεί, όμως, να είναι ένα από τα εργαλεία προσέλκυσης ανθρώπων με εμπειρία και εξειδίκευση, εφόσον συνοδεύεται από αυστηρή επιλογή, σαφείς υποχρεώσεις, διαφάνεια και λογοδοσία.

Υπουργός και διευθύνων σύμβουλος: δύο διαφορετικές αποστολές

Στον ιδιωτικό τομέα, ένας διευθύνων σύμβουλος συνήθως επιλέγεται από το διοικητικό συμβούλιο, έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες και αξιολογείται με βάση την πορεία της επιχείρησης. Οι στόχοι μπορεί να αφορούν την κερδοφορία, την παραγωγικότητα, την ποιότητα των υπηρεσιών ή την ανάπτυξη νέων αγορών.

Η δημόσια διοίκηση λειτουργεί διαφορετικά. Ένας υπουργός δεν διαχειρίζεται μια επιχείρηση με μοναδικό σκοπό την οικονομική απόδοση. Καλείται να ισορροπήσει μεταξύ κοινωνικών αναγκών, δημοσιονομικών περιορισμών, νομιμότητας, πολιτικών δεσμεύσεων και ανταγωνιστικών συμφερόντων.

Γι’ αυτό η σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα έχει όρια. Δεν μπορεί κάθε δημόσια πολιτική να αξιολογείται με όρους κέρδους, ούτε κάθε κοινωνική δαπάνη να θεωρείται αποτυχία επειδή δεν παράγει άμεση οικονομική απόδοση.

Αυτό, ωστόσο, δεν δικαιολογεί την απουσία μετρήσιμων στόχων. Ένα υπουργείο μπορεί να αξιολογείται με βάση τον χρόνο διεκπεραίωσης υποθέσεων, την ποιότητα των υπηρεσιών, την υλοποίηση έργων, την αποτελεσματικότητα των δαπανών και τη μείωση της γραφειοκρατίας.

Το κρίσιμο είναι οι στόχοι να είναι δημόσιοι, ρεαλιστικοί και ελέγξιμοι. Να λαμβάνουν υπόψη τις εξωτερικές συνθήκες και τις κοινωνικές επιπτώσεις, αλλά και να επιτρέπουν στους πολίτες να διακρίνουν την πραγματική πρόοδο από την επικοινωνιακή διαχείριση.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο μισθός, αλλά και το περιβάλλον εργασίας

Ένα ικανό στέλεχος δεν χρειάζεται μόνο ανταγωνιστικές αποδοχές. Χρειάζεται επίσης σαφείς αρμοδιότητες, επαρκή στελέχωση, αξιόπιστα δεδομένα, επαγγελματική ομάδα και διαδικασίες που επιτρέπουν να λαμβάνονται αποφάσεις εγκαίρως.

Όταν μια διοικητική αλλαγή καθυστερεί επί μήνες, όταν οι ευθύνες είναι κατακερματισμένες και όταν κανείς δεν γνωρίζει ποιος έχει την τελική αρμοδιότητα, ακόμη και ένας έμπειρος μάνατζερ δυσκολεύεται να παράγει αποτελέσματα.

Αντίστοιχα, η αλλαγή της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να βασίζεται στην ανεξέλεγκτη εξουσία ενός υπουργού πάνω στους υπαλλήλους. Η μονιμότητα, η ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και η δυνατότητα δικαστικής προστασίας αποτελούν σημαντικές εγγυήσεις απέναντι στην κομματικοποίηση και την αυθαιρεσία.

Η λύση δεν είναι να καταργηθούν οι εγγυήσεις αυτές, αλλά να συνδυαστούν με ουσιαστική αξιολόγηση, σαφή περιγραφή καθηκόντων, επαγγελματική εξέλιξη και πραγματικές συνέπειες για τη συστηματική αδράνεια ή την κακή απόδοση.

Το ίδιο ισχύει για τις δημόσιες συμβάσεις. Οι διαγωνισμοί και οι κανόνες διαφάνειας δεν είναι απλώς γραφειοκρατικά εμπόδια· προστατεύουν το δημόσιο χρήμα από τις αυθαίρετες αναθέσεις και τις συγκρούσεις συμφερόντων. Χρειάζεται, όμως, καλύτερος σχεδιασμός, επαγγελματική διαχείριση προμηθειών, λιγότερες περιττές καθυστερήσεις και σαφής ευθύνη για κάθε στάδιο.

Ένα κράτος πρέπει να είναι ταυτόχρονα γρήγορο και νόμιμο. Η αποτελεσματικότητα χωρίς έλεγχο δημιουργεί κινδύνους διαφθοράς. Ο έλεγχος χωρίς αποτελεσματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση.

Η εκπαίδευση ως επένδυση στην κρατική ικανότητα

Το μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα μιας χώρας δεν δημιουργείται μόνο στα υπουργικά γραφεία. Ξεκινά από τα σχολεία, την ποιότητα της διδασκαλίας και την ικανότητα των νέων να κατανοούν, να αναλύουν και να επιλύουν προβλήματα.

Τα αποτελέσματα του PISA 2022 αναδεικνύουν ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ελλάδας.

Στα Μαθηματικά, το 41% των μαθητών στη Σιγκαπούρη πέτυχε επιδόσεις επιπέδου 5 ή 6, έναντι 9% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ και 2% στην Ελλάδα. Στις Φυσικές Επιστήμες, το αντίστοιχο ποσοστό στη Σιγκαπούρη ήταν 24%, έναντι 7% στον ΟΟΣΑ και 1% στην Ελλάδα. Στην Κατανόηση Κειμένου, το 23% των μαθητών στη Σιγκαπούρη έφτασε στο επίπεδο 5 ή υψηλότερο, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό ήταν 2%.

Τα στοιχεία δεν σημαίνουν ότι κάθε μαθητής στη Σιγκαπούρη υπερέχει ή ότι το ελληνικό σχολείο αποτυγχάνει σε κάθε διάσταση. Δείχνουν, όμως, ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στην ανάπτυξη υψηλών δεξιοτήτων, αλλά και στην εξασφάλιση βασικού επιπέδου επάρκειας για όλους τους μαθητές.

Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος δεν εξαντλείται σε μια αύξηση μισθών. Απαιτεί επιλογή και συνεχή επιμόρφωση εκπαιδευτικών, σύγχρονα προγράμματα σπουδών, στήριξη των μαθητών που μένουν πίσω και αξιολόγηση που οδηγεί σε βελτίωση αντί να λειτουργεί μόνο ως τυπική διαδικασία.

Οι αμοιβές και οι επαγγελματικές προοπτικές των εκπαιδευτικών έχουν σημασία, επειδή επηρεάζουν το ποιοι επιλέγουν το επάγγελμα και αν παραμένουν σε αυτό. Εξίσου σημαντική είναι, όμως, η ποιότητα της επιμόρφωσης, η υποστήριξη μέσα στο σχολείο και η αξιοπιστία των διαδικασιών αξιολόγησης.

Η αξιολόγηση πρέπει να είναι πολυδιάστατη. Τα αποτελέσματα των μαθητών έχουν σημασία, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους: χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη το αρχικό επίπεδο, οι κοινωνικές συνθήκες, η πρόοδος που επιτυγχάνεται, η συνεργασία με τους συναδέλφους και η συμβολή στη σχολική κοινότητα.

Δημόσιοι λειτουργοί καριέρας, όχι κομματικές εναλλαγές

Ένα ακόμη μάθημα από τη Σιγκαπούρη αφορά τη συνέχεια της διοίκησης. Οι ανώτατες διοικητικές θέσεις του δημόσιου τομέα στελεχώνονται από επαγγελματίες που μπορούν να συσσωρεύουν εμπειρία και θεσμική γνώση, ανεξάρτητα από τις εκλογικές εναλλαγές.

Αυτό είναι κρίσιμο για την Ελλάδα, όπου η αποτελεσματικότητα ενός υπουργείου δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από το πρόσωπο του εκάστοτε υπουργού ή από τις πολιτικές προτεραιότητες της συγκεκριμένης περιόδου.

Η χώρα χρειάζεται ισχυρότερη διοικητική συνέχεια, διαφανείς διαδικασίες επιλογής ανώτατων στελεχών και σαφή διάκριση ανάμεσα στις πολιτικές αποφάσεις και στην επαγγελματική εκτέλεσή τους.

Ο υπουργός πρέπει να καθορίζει την πολιτική κατεύθυνση και να λογοδοτεί στους πολίτες. Οι επαγγελματίες δημόσιοι λειτουργοί πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις εφαρμόζονται νόμιμα, τεχνικά σωστά και με συνέχεια. Η πολιτική ηγεσία δεν χρειάζεται να αντικαθιστά τη διοικητική μνήμη του κράτους κάθε φορά που αλλάζει κυβέρνηση.

Η στελέχωση με αξιοκρατικά κριτήρια δεν σημαίνει ότι οι τεχνοκράτες πρέπει να υποκαταστήσουν τη δημοκρατία. Σημαίνει ότι οι πολιτικές επιλογές πρέπει να εφαρμόζονται από μια διοίκηση ικανή, επαγγελματική και υπόλογη.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει στην Ελλάδα

Μια σοβαρή μεταρρύθμιση θα μπορούσε να στηριχθεί σε πέντε άξονες.

Πρώτον, σαφείς στόχοι για κάθε υπουργείο. Οι στόχοι να δημοσιεύονται στην αρχή κάθε έτους, να συνοδεύονται από μετρήσιμους δείκτες και να αξιολογούνται με δημόσιο απολογισμό. Η αξιολόγηση να μην περιορίζεται στην απορρόφηση κονδυλίων, αλλά να εξετάζει και τα πραγματικά αποτελέσματα για τους πολίτες.

Δεύτερον, επαγγελματική στελέχωση. Οι ανώτατες διοικητικές θέσεις να καλύπτονται με ανοικτές διαδικασίες, τεκμηριωμένα προσόντα και ανεξάρτητη αξιολόγηση. Η πολιτική εμπιστοσύνη δεν πρέπει να υποκαθιστά την επαγγελματική επάρκεια.

Τρίτον, ανταγωνιστικές αλλά αιτιολογημένες αμοιβές. Για τις θέσεις με ιδιαίτερα υψηλή ευθύνη, η χώρα μπορεί να εξετάσει ένα σύστημα αποδοχών που λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις, την εμπειρία και την ευθύνη της θέσης. Τυχόν μεταβλητές αμοιβές πρέπει να συνδέονται με προκαθορισμένους στόχους, να υπόκεινται σε έλεγχο και να μην επιβραβεύουν πρόσκαιρα αποτελέσματα εις βάρος της μακροπρόθεσμης κοινωνικής ευημερίας.

Τέταρτον, απλούστερες και ασφαλέστερες διαδικασίες. Η ψηφιοποίηση, η τυποποίηση των διοικητικών πράξεων, η καλύτερη οργάνωση των δημόσιων συμβάσεων και η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μπορούν να μειώσουν τις καθυστερήσεις χωρίς να υπονομεύουν τη διαφάνεια.

Πέμπτον, εκπαίδευση με μετρήσιμη πρόοδο. Χρειάζεται συστηματική στήριξη των εκπαιδευτικών, αξιολόγηση που οδηγεί σε βελτίωση, έγκαιρη παρέμβαση για τους μαθητές που δυσκολεύονται και δημόσια στοιχεία για τις δεξιότητες που αποκτούν οι απόφοιτοι.

Οι αλλαγές αυτές δεν απαιτούν την αντιγραφή ενός ξένου μοντέλου. Απαιτούν τη διαμόρφωση ελληνικών λύσεων που αξιοποιούν τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές, σέβονται το Σύνταγμα και ενισχύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Η αξιοκρατία δεν είναι ελιτισμός

Η συζήτηση για την αξιοκρατία συχνά παρουσιάζεται σαν σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική ισότητα και στην επιβράβευση των ικανότερων. Πρόκειται για ψευδή αντίθεση.

Ένα κράτος μπορεί να στηρίζει όσους έχουν ανάγκη χωρίς να εγκαταλείπει την απαίτηση για υψηλά επαγγελματικά προσόντα στις θέσεις ευθύνης. Μπορεί να εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες χωρίς να αντιμετωπίζει όλες τις επιδόσεις ως ισοδύναμες. Και μπορεί να προστατεύει τους εργαζομένους από την αυθαιρεσία, επιμένοντας ταυτόχρονα στην ποιότητα της εργασίας τους.

Η αξιοκρατία δεν είναι απλώς να επιλέγονται οι καλύτεροι σε μια εξέταση. Είναι να υπάρχουν δίκαιες ευκαιρίες πρόσβασης, αντικειμενικά κριτήρια επιλογής, διαφανής εξέλιξη και πραγματική λογοδοσία.

Αντίστοιχα, η υψηλή αμοιβή ενός δημόσιου λειτουργού δεν αποτελεί προνόμιο χωρίς αντάλλαγμα. Πρέπει να συνοδεύεται από απαιτήσεις, αξιολόγηση και αυστηρό έλεγχο. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξουσία και η ευθύνη, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η υποχρέωση λογοδοσίας.

Το πραγματικό κόστος ενός αδύναμου κράτους

Η Ελλάδα δεν θα γίνει Σιγκαπούρη απλώς αυξάνοντας τους μισθούς των υπουργών ή αντιγράφοντας τα εκπαιδευτικά της συστήματα. Οι ιστορικές, κοινωνικές και θεσμικές διαφορές είναι σημαντικές. Ούτε υπάρχει ένα μοναδικό μοντέλο που εγγυάται επιτυχία.

Υπάρχει, όμως, ένα συμπέρασμα που δύσκολα αμφισβητείται: η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης επηρεάζει την οικονομία, τις επενδύσεις, την εκπαίδευση και την καθημερινότητα των πολιτών.

Ένα κράτος που καθυστερεί, δεν αξιολογεί, δεν διατηρεί θεσμική μνήμη και δεν αξιοποιεί τις ικανότητες των ανθρώπων του πληρώνει ένα κόστος που δεν εμφανίζεται πάντα σε έναν προϋπολογισμό. Το πληρώνει με χαμένες επενδύσεις, χαμηλότερη παραγωγικότητα, αναποτελεσματικές υπηρεσίες και μειωμένη εμπιστοσύνη.

Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι αν οι πολιτικοί πρέπει να αμείβονται με εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ευρώ. Το ερώτημα είναι τι είδους κράτος θέλουμε να οικοδομήσουμε και με ποια κριτήρια θα επιλέγουμε εκείνους που το διοικούν.

Η αξιοκρατία δεν αγοράζεται μόνο με υψηλούς μισθούς. Χρειάζεται θεσμούς, διαφάνεια, αξιολόγηση και πραγματικές δυνατότητες δράσης. Χρειάζεται, κυρίως, να πάψει η δημόσια διοίκηση να αντιμετωπίζεται ως λάφυρο της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και να λειτουργήσει ως επαγγελματικός μηχανισμός στην υπηρεσία της κοινωνίας.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα από τη Σιγκαπούρη: όχι ότι πρέπει να πληρώνουμε ακριβότερα τους ανθρώπους που κυβερνούν, αλλά ότι πρέπει να απαιτούμε περισσότερα από το κράτος και να δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε να μπορεί να τα προσφέρει.

AI takeaways

  • Η Σιγκαπούρη συνδέει μέρος των αμοιβών των πολιτικών αξιωματούχων με την ατομική απόδοση και εθνικούς κοινωνικοοικονομικούς δείκτες.
  • Τα αποτελέσματα PISA 2022 αναδεικνύουν σημαντική διαφορά μεταξύ Σιγκαπούρης και Ελλάδας στα Μαθηματικά, στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου.
  • Η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση χρειάζεται αξιοκρατική επιλογή στελεχών, διοικητική συνέχεια, διαφάνεια, αξιολόγηση και λογοδοσία.
  • Οι υψηλότερες αμοιβές από μόνες τους δεν εγγυώνται καλύτερη διακυβέρνηση· πρέπει να συνοδεύονται από σαφείς στόχους και θεσμικούς ελέγχους.
  • Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει διεθνείς πρακτικές χωρίς να αντιγράψει αυτούσιο το διοικητικό μοντέλο άλλης χώρας.

Πηγές