
Η Σαουδική Αραβία είχε πολλούς λόγους να μη θέλει να επιστρέψει στον πόλεμο της Υεμένης. Οι Χούθι είχαν ακόμη περισσότερους λόγους να πιστεύουν ότι αυτή ακριβώς η απροθυμία μπορούσε να μετατραπεί σε όπλο εναντίον της.
Έπειτα από μία δεκαετία πολέμου, βομβαρδισμών, οικονομικής καταστροφής και μιας ανθρωπιστικής κρίσης που έφερε εκατομμύρια ανθρώπους στα όρια της πείνας, το Ριάντ επιδίωκε να κλείσει το κεφάλαιο της Υεμένης. Όχι επειδή είχε πετύχει τους αρχικούς στρατιωτικούς του στόχους, αλλά επειδή είχε αντιληφθεί ότι η σύγκρουση δεν μπορούσε να κερδηθεί χωρίς δυσανάλογο οικονομικό, πολιτικό και διπλωματικό κόστος.
Οι Χούθι, αντιθέτως, βγήκαν από τον πόλεμο ισχυρότεροι από ό,τι ήταν όταν αυτός άρχισε. Ελέγχουν την πρωτεύουσα Σαναά, το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Υεμένης και έναν πυκνοκατοικημένο χώρο στον οποίο έχουν δημιουργήσει τις δομές ενός de facto κράτους. Διαθέτουν πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στρατιωτική εμπειρία και την υποστήριξη του Ιράν.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι έχουν κατανοήσει την κεντρική αδυναμία της Σαουδικής Αραβίας: το βασίλειο δεν αντέχει εύκολα έναν νέο μακροχρόνιο πόλεμο, αλλά δεν μπορεί επίσης να επιτρέψει στους Χούθι να εμφανίζονται ότι επιβάλλουν μονομερώς τους όρους τους.
Σε αυτή την αντίφαση βρίσκεται ο πυρήνας του νέου γύρου έντασης. Οι Χούθι δεν χρειάστηκε να νικήσουν στρατιωτικά τη Σαουδική Αραβία. Αρκούσε να την υποχρεώσουν να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δυσμενείς επιλογές: είτε να απαντήσει και να κινδυνεύσει να βυθιστεί ξανά στον πόλεμο είτε να παραμείνει αδρανής και να αποδεχθεί ότι η ένοπλη οργάνωση μπορεί να πλήττει σαουδαραβικά συμφέροντα χωρίς συνέπειες.
Η ειρήνη που δεν ολοκληρώθηκε
Η εκεχειρία του 2022 σταμάτησε τις μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά δεν έλυσε καμία από τις βασικές αιτίες του πολέμου. Η χώρα παρέμεινε διαιρεμένη. Οι Χούθι διατήρησαν τον έλεγχο του βορρά, ενώ η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση συνέχισε να εξαρτάται στρατιωτικά και οικονομικά από τη Σαουδική Αραβία. Για ένα διάστημα, η κόπωση και των δύο πλευρών δημιούργησε την εντύπωση ότι μια μονιμότερη συμφωνία ήταν εφικτή. Στα τέλη του 2023, με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ, το Ριάντ και οι Χούθι πλησίασαν σε έναν προκαταρκτικό «οδικό χάρτη». Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία του σχεδίου ήταν η επανέναρξη της καταβολής μισθών στους δημοσίους υπαλλήλους που ζουν στις περιοχές υπό τον έλεγχο των Χούθι. Το ετήσιο κόστος υπολογιζόταν μεταξύ ενός και δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων και θα καλυπτόταν κυρίως από τα έσοδα του πετρελαίου της Υεμένης, με πιθανή συμπληρωματική χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία.
Η ρύθμιση αυτή δεν ήταν απλώς ένα κοινωνικό μέτρο. Αποτελούσε μηχανισμό ανακατανομής εξουσίας και πόρων. Τα βασικά κοιτάσματα πετρελαίου της Υεμένης βρίσκονται εκτός των περιοχών που ελέγχουν οι Χούθι. Η πρόσβαση στα έσοδα θα τους έδινε τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν τη διοίκηση, να πληρώνουν μισθούς και να ενισχύουν τη νομιμοποίησή τους ως κυβέρνησης. Θα σήμαινε, ουσιαστικά, ότι η Σαουδική Αραβία και η διεθνής κοινότητα θα αναγνώριζαν στην πράξη έναν ευρύτερο οικονομικό και πολιτικό ρόλο στην οργάνωση.
Η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023 και ο πόλεμος στη Γάζα εκτροχίασαν αυτή τη διαδικασία. Οι Χούθι άρχισαν να επιτίθενται σε πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα και να εκτοξεύουν πυραύλους και drones προς το Ισραήλ, παρουσιάζοντας τη δράση τους ως υποστήριξη προς τους Παλαιστινίους. Η σύγκρουση στην Υεμένη δεν τερματίστηκε. Απλώς ενσωματώθηκε σε μια πολύ ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση.
Κλείσιμο
Η παγίδα της Ερυθράς Θάλασσας
Ο πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν πρόσφερε στους Χούθι τη στρατηγική ευκαιρία που αναζητούσαν. Η Σαουδική Αραβία εξάγει παραδοσιακά μεγάλο μέρος του πετρελαίου της μέσω του Κόλπου και των Στενών του Ορμούζ. Η παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας από το Ιράν υποχρέωσε το βασίλειο να βασιστεί ακόμη περισσότερο στις διαδρομές προς την Ερυθρά Θάλασσα. Αυτό ενίσχυσε κατακόρυφα τη σημασία και τον ρόλο που διεκδικούν στην περιοχή οι Χούθι. Η οργάνωση βρίσκεται πλέον σε θέση να απειλεί όχι μόνο τη ναυσιπλοΐα που συνδέεται με το Ισραήλ ή τη Δύση, αλλά μία από τις βασικές εναλλακτικές οδούς εξαγωγής του σαουδαραβικού πετρελαίου.
Η Σαουδική Αραβία βρέθηκε, έτσι, ανάμεσα σε δύο σημεία πίεσης. Στα ανατολικά, το Ιράν μπορούσε να περιορίσει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ. Στα δυτικά, οι Χούθι μπορούσαν να απειλήσουν σαουδαραβικά πλοία και πετρελαϊκές μεταφορές στην Ερυθρά Θάλασσα.
Αυτός ο γεωγραφικός εγκλωβισμός μετέτρεψε την κρίση της Υεμένης από ένα πρόβλημα ασφαλείας στα νότια σύνορα του βασιλείου σε άμεση απειλή για την ενεργειακή και οικονομική του ασφάλεια.
Οι Χούθι επέλεξαν προσεκτικά τη στιγμή. Γνώριζαν ότι το Ριάντ δεν ήθελε να ξαναρχίσει τον πόλεμο. Γνώριζαν, όμως, και ότι η Σαουδική Αραβία δεν μπορούσε να αγνοήσει επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα, υποδομές ή εμπορικές οδούς που αποτελούν τη ζωτική αρτηρία της οικονομίας της.
Η σαουδαραβική αντίφαση
Η σαουδαραβική ηγεσία έχει επενδύσει τεράστια πολιτικά και οικονομικά κεφάλαια στην προσπάθεια να αλλάξει την εικόνα του βασιλείου. Το σχέδιο μετασχηματισμού της χώρας βασίζεται στην προσέλκυση επενδύσεων, τουριστών, επιχειρήσεων και μεγάλων διεθνών διοργανώσεων.
Ένας νέος πόλεμος στην Υεμένη θα μπορούσε να υπονομεύσει αυτή τη στρατηγική. Οι επιθέσεις με πυραύλους και drones εναντίον πόλεων, αεροδρομίων, διυλιστηρίων ή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων θα επανέφεραν την εικόνα μιας χώρας εκτεθειμένης σε διαρκή περιφερειακή αστάθεια.
Παράλληλα, μια νέα εκστρατεία βομβαρδισμών θα αναζωπύρωνε τις διεθνείς επικρίσεις για τον ρόλο του Ριάντ στην ανθρωπιστική καταστροφή της Υεμένης.
Η επιλογή της αυτοσυγκράτησης, ωστόσο, έκρυβε διαφορετικό κίνδυνο. Εάν η Σαουδική Αραβία δεν απαντούσε στις επιθέσεις, οι Χούθι θα μπορούσαν να εκλάβουν τη σιωπή της ως απόδειξη αδυναμίας. Θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να ανεβάζουν σταδιακά το κόστος, γνωρίζοντας ότι το Ριάντ φοβάται περισσότερο από εκείνους μια νέα ολοκληρωτική σύγκρουση.
Για αυτό και η σαουδαραβική αντίδραση εμφανίστηκε αρχικά υπολογισμένη. Οι αεροπορικές επιδρομές σε περιοχές υπό τον έλεγχο των Χούθι είχαν στόχο να αποκαταστήσουν ένα επίπεδο αποτροπής, χωρίς να σηματοδοτήσουν επιστροφή στη μαζική στρατιωτική εκστρατεία των προηγούμενων ετών.
Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες «περιορισμένες» απαντήσεις δεν παραμένουν πάντα περιορισμένες. Κάθε επίθεση δημιουργεί πίεση για αντίποινα. Κάθε αντίποινο αυξάνει την ανάγκη για νέα επίδειξη ισχύος. Και όσο η σύγκρουση συνδέεται με τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, τόσο δυσκολότερο γίνεται να απομονωθεί από την ευρύτερη περιφερειακή δυναμική.
Οι στόχοι των Χούθι
Η υποστήριξη προς το Ιράν αποτελεί σημαντικό μέρος της συμπεριφοράς των Χούθι, αλλά δεν εξηγεί από μόνη της την κλιμάκωση. Η οργάνωση υπηρετεί ταυτόχρονα δικούς της, σαφώς εσωτερικούς στόχους. Πρώτος είναι η πρόσβαση στα πετρελαϊκά έσοδα της χώρας. Χωρίς αυτά, η διοίκηση των Χούθι δυσκολεύεται να πληρώσει δημοσίους υπαλλήλους και να διαχειριστεί μια οικονομία που βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Δεύτερος είναι η άρση των περιορισμών στις πτήσεις και στη ναυσιπλοΐα προς τις περιοχές που ελέγχουν. Οι Χούθι παρουσιάζουν το καθεστώς επιθεωρήσεων και ελέγχων ως αποκλεισμό, ενώ οι αντίπαλοί τους υποστηρίζουν ότι οι περιορισμοί είναι αναγκαίοι για να αποτρέπεται η εισαγωγή ιρανικών όπλων.
Τρίτος στόχος είναι η πολιτική αναγνώριση. Απαιτώντας την απευθείας άφιξη ιρανικών αεροσκαφών στη Σαναά και την κατάργηση των ελέγχων, οι Χούθι επιχειρούν να εμφανιστούν όχι ως ένοπλη οργάνωση ή αντάρτικο κίνημα, αλλά ως η κυρίαρχη κυβέρνηση της Υεμένης.
Η στρατιωτική πίεση προς τη Σαουδική Αραβία αποτελεί, επομένως, εργαλείο διαπραγμάτευσης. Οι Χούθι προσπαθούν να πείσουν το Ριάντ ότι το κόστος της μη εφαρμογής του οδικού χάρτη θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος των παραχωρήσεων.
Μια σύγκρουση άνισης αντοχής
Το πλεονέκτημα των Χούθι δεν βρίσκεται στην οικονομική ή στρατιωτική υπεροχή. Βρίσκεται στην άνιση ανοχή απέναντι στο κόστος.
Η Σαουδική Αραβία θέλει σταθερότητα, προβλεψιμότητα και οικονομική ανάπτυξη. Οι Χούθι έχουν οικοδομήσει την πολιτική και στρατιωτική τους ταυτότητα μέσα σε συνθήκες πολέμου, αποκλεισμού και καταστροφής. Μπορούν να αντέξουν ένα επίπεδο χάους που για το Ριάντ είναι πολιτικά και οικονομικά εξαιρετικά επιζήμιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Χούθι δεν αντιμετωπίζουν πιέσεις. Οι περιοχές τους υποφέρουν από ανεργία, έλλειψη τροφίμων, νερού και βασικών υπηρεσιών. Οι δημόσιοι υπάλληλοι παραμένουν απλήρωτοι και η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει.
Η οργάνωση, όμως, μπορεί να μετατρέψει ακόμη και αυτή τη δυσαρέσκεια σε επιχείρημα υπέρ της κλιμάκωσης. Όταν η καθημερινή κατάσταση εμφανίζεται ως αδιέξοδη, ο πόλεμος μπορεί να παρουσιαστεί ως ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί μια αλλαγή — ακόμη και όταν είναι πιθανό να επιδεινώσει δραματικά τις συνθήκες ζωής.
Η Σαουδική Αραβία, αντιθέτως, έχει πολλά να χάσει από κάθε νέο γύρο αποσταθεροποίησης. Αυτή ακριβώς η διαφορά επιτρέπει στους Χούθι να παίρνουν μεγαλύτερα ρίσκα.
Το πραγματικό δίλημμα του Ριάντ
Η Σαουδική Αραβία δεν έχει πλέον μπροστά της μια καθαρή στρατιωτική επιλογή. Η προηγούμενη δεκαετία έδειξε ότι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί μπορούν να προκαλέσουν τεράστια καταστροφή, αλλά δεν αρκούν για να εξαφανίσουν τους Χούθι ή να αποκαταστήσουν την εξουσία της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης σε ολόκληρη την Υεμένη.
Το Ριάντ καλείται να αποφασίσει αν θα επιστρέψει στη λογική της στρατιωτικής αποτροπής ή αν θα αποδεχθεί ότι η ειρήνη προϋποθέτει σημαντικές οικονομικές και πολιτικές παραχωρήσεις προς την οργάνωση.
Οι Χούθι επιχειρούν να καταστήσουν σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην προ του 2014 κατάσταση. Θέλουν μερίδιο στα πετρελαϊκά έσοδα, έλεγχο των εισόδων προς τις περιοχές τους και αναγνώριση της εξουσίας που έχουν οικοδομήσει στο βόρειο τμήμα της χώρας.
Με τις επιθέσεις τους, δεν επιδιώκουν μόνο να βοηθήσουν το Ιράν. Προσπαθούν να αλλάξουν τους όρους της διαπραγμάτευσης για το μέλλον της Υεμένης.
Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο στρίμωξαν τη Σαουδική Αραβία. Δεν την ανάγκασαν ακόμη να επιλέξει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Την ανάγκασαν, όμως, να επιστρέψει στη στρατιωτική αντιπαράθεση, αποδεικνύοντας ότι η προηγούμενη εκεχειρία δεν ήταν ειρήνη αλλά μία προσωρινή αναστολή της σύγκρουσης.
Και όσο το Ριάντ δεν βρίσκει τρόπο να συνδυάσει την αποτροπή με μια βιώσιμη πολιτική συμφωνία, οι Χούθι θα συνεχίσουν να διαθέτουν το σημαντικότερο πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να καθορίζουν εκείνοι πότε και πού θα αυξάνεται η πίεση.
Αναδημοσίευση από Πρώτο Θέμα