Ρωσία και Ευρώπη: Μια ρήξη με ορίζοντα εικοσαετίας

Του Arkady Moshes

Παρά τις συνεχιζόμενες συζητήσεις για το μέλλον των ρωσοευρωπαϊκών σχέσεων και τις εκκλήσεις στην Ευρώπη για επανεκκίνηση του διαλόγου με τη Μόσχα, δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα διπλωματικής επαναπροσέγγισης. Οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι έχουν το δικαίωμα να υιοθετούν όποια δημόσια θέση κρίνουν καταλληλότερη, αλλά η ανάλυση των ειδικών που τροφοδοτεί τη χάραξη πολιτικής πρέπει να είναι σαφής και κατηγορηματική. Προς το παρόν, υπάρχει μόνο ένα νοητό σενάριο μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα: πολιτική σύγκρουση με τον κίνδυνο άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν όλες οι λεπτομέρειες. Ωστόσο, το περιστατικό με το μη επανδρωμένο αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Λειψίας τον Αύγουστο και η κατάσχεση γαλλικών και ελβετικών περιουσιακών στοιχείων στη Ρωσία τον Σεπτέμβριο δείχνουν ότι οι σχέσεις συνεχίζουν να επιδεινώνονται.

Με ποιους όρους θα μπορούσε να τερματιστεί ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία; Σε ποια κατάσταση θα βρίσκονται τότε οι ρωσικές και οι ουκρανικές οικονομίες; Είναι η Ευρώπη προετοιμασμένη να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τη στρατιωτική προσπάθεια της Ουκρανίας και την οικονομική της ανοικοδόμηση ή κάτι τέτοιο θα καταστεί μη βιώσιμο εν μέσω της ανόδου του λαϊκισμού, των υπολειπόμενων αυταπατών σχετικά με τη Ρωσία και της “κόπωσης από την Ουκρανία”;

Εάν η Ρωσία δεν επιτύχει τους στόχους της πριν από μια κατάπαυση του πυρός, θα αρχίσει αμέσως να προετοιμάζεται για νέες εχθροπραξίες ή/και να αναζητά αποζημίωση σε άλλα μέτωπα, πιθανότατα στον μετασοβιετικό χώρο; Πώς θα αντιδράσει η Ευρώπη; Εάν η Μόσχα θεωρήσει ότι έχει νικήσει, θα γίνει ακόμη πιο επιθετική απέναντι στους γείτονές της; Εκείνη τη στιγμή, θα εξακολουθεί να κυβερνά τη Ρωσία ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ή θα βρίσκεται ήδη στην εξουσία ένα μεταπουτινικό καθεστώς;

Οι απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι σημαντικές. Ωστόσο, οι ατελείωτοι πιθανοί συνδυασμοί εξελίξεων δεν πρέπει να αποσπούν την προσοχή των αναλυτών από τη γενικότερη στρατηγική εικόνα: η Ευρώπη και η Ρωσία δεν θα μπορέσουν να “γυρίσουν σελίδα” στην τρέχουσα αντιπαράθεσή τους μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια.

Αν και είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πλήρως ο ψυχολογικός αντίκτυπος του πολέμου στην Ουκρανία στην ευρωπαϊκή κοινωνία, η σύγκρουση αποτελεί τον πρώτο μεγάλης κλίμακας “θερμό πόλεμο” στην Ευρώπη εδώ και τρεις γενιές και έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές υλικές απώλειες στους απλούς πολίτες. Παρότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ζουν μακριά από τα πεδία των μαχών, πληρώνουν υψηλές τιμές ενέργειας, υφίστανται τις αρνητικές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις που σχετίζονται με το εμπόριο και τον τουρισμό και χρηματοδοτούν τις δεσμεύσεις των εθνικών κυβερνήσεών τους απέναντι στην Ουκρανία και τους Ουκρανούς πρόσφυγες. Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι απώλειές τους.

Οι Ευρωπαίοι δύσκολα θα συμφωνήσουν να ξεχάσουν απλώς μια τόσο αρνητική εμπειρία. Αναμένουν μια ειρηνευτική συμφωνία που θα εγγυάται ότι οι μάχες δεν θα ξαναρχίσουν —ιδίως εάν αναπτυχθούν στην Ουκρανία ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις ως αποτρεπτικός μηχανισμός— και θα υποχρεώνει τη Ρωσία να καλύψει το κόστος της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας, δεδομένου ότι η Ευρώπη ελέγχει ρωσικά περιουσιακά στοιχεία δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχουν παγώσει. Οι εκκλήσεις για απόδοση δικαιοσύνης στον επιτιθέμενο θα περιορίσουν σοβαρά τα περιθώρια ελιγμών των δυτικών υπευθύνων χάραξης πολιτικής που ενδέχεται να επιθυμούν να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία με σχετική επιείκεια στο όνομα της ειρήνης.

Ωστόσο, είναι εξαιρετικά απίθανο να υπάρξει μια τέτοια εκκαθάριση λογαριασμών. Ανεξάρτητα από το αν η Ουκρανία χάσει περισσότερα εδάφη ή καταφέρει να ανακαταλάβει όσα έχει χάσει, η Ρωσία δεν θα δεχτεί να αντιμετωπιστεί ως ηττημένο κράτος. Δεν θα τεθεί υπό κατοχή. Οι ουκρανικές σημαίες δεν θα υψωθούν πάνω από το Κρεμλίνο. Ο ρωσικός στρατός θα εξακολουθεί να αποτελεί μια υπολογίσιμη πολεμική δύναμη και η Ρωσία θα παραμείνει πυρηνική δύναμη.

Όσον αφορά την Ευρώπη, οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, με όλες τις ιστορικές τους διαφορές και τις ανοιχτές πληγές στις σχέσεις τους με τη Ρωσία, θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις, σε αντίθεση με τις συνομιλίες για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου το 1991. Άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα θεωρήσουν αυτή την εξέλιξη δίκαιη, καθώς διακυβεύονται πολύ περισσότερα για τα κράτη της πρώτης γραμμής όταν πρόκειται να “κατανοήσουν σωστά τη Ρωσία” και επειδή οι προειδοποιήσεις τους δεν εισακούστηκαν πριν από την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία. Παρότι ο διαχωρισμός μεταξύ των “παλαιών” και των “νέων” μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ δεν έχει ξεπεραστεί πλήρως, η δημόσια αμφισβήτηση του δικαιώματος των “νέων μελών” να επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων —όπως έκανε, για παράδειγμα, ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας, Ζακ Σιράκ, πριν από την εισβολή στο Ιράκ το 2003— είναι πλέον πολιτικά αδιανόητη.

Όπως κάθε μεγάλος οργανισμός, η ΕΕ υποφέρει από τεράστια αδράνεια. Την περίοδο 2022-2024, αυτή καθυστέρησε αποφάσεις που είχαν ήδη αργήσει πολύ να ληφθούν, για την προώθηση θεμελιωδών μεταρρυθμίσεων στον τομέα της άμυνας και των προμηθειών. Ωστόσο, από τη στιγμή που αυτές οι διαδικασίες αποκτήσουν την απαραίτητη δυναμική, θα είναι φθηνότερο να ολοκληρωθούν παρά να εγκαταλειφθούν. Το Κρεμλίνο γνωρίζει ότι η κούρσα εξοπλισμών διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και θα ήθελε να αποφύγει την επανάληψη αυτού του σεναρίου. Ενδέχεται, όμως, να μην έχει άλλη επιλογή: εάν αρνηθεί να εμπλακεί, η στρατιωτική ισορροπία θα μεταβληθεί γρήγορα εις βάρος της Ρωσίας.

Μια ακόμη θεμελιώδης αλλαγή είναι το τέλος της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία. Η Ευρώπη πλήρωσε ακριβά την προπολεμική της πίστη στην “αλληλεξάρτηση”, αλλά τώρα που σε μεγάλο βαθμό έχει ξεπεράσει αυτή την εξάρτηση, η Ρωσία διαθέτει πολύ λιγότερα μέσα πίεσης, τόσο απέναντι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όσο και για να εξαγοράζει μεμονωμένους επιχειρηματίες και πολιτικούς.

Οι οικονομικές κυρώσεις που επέβαλε η ΕΕ στη Ρωσία είναι απίθανο να αρθούν σύντομα. Αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τη δυναμική της ρωσικής αγοράς, η οποία κάποτε ήταν ιδιαίτερα ελκυστική για τους Ευρωπαίους, περιορίζοντας τις επενδύσεις και τη μεταφορά τεχνολογίας.

Μπορεί ορισμένοι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής επιχειρηματικής κοινότητας να ενδιαφέρονται για την επανέναρξη των οικονομικών σχέσεων, αλλά η πλειονότητα θα κινηθεί με μεγάλη προσοχή. Ενδέχεται να χρειαστούν δεκαετίες για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη Ρωσία ως οικονομικό εταίρο. Στο μεταξύ, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν θα ασκούν πιέσεις στις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους για τον τερματισμό της σύγκρουσης, καθώς οι περισσότερες απώλειές τους έχουν ήδη καταγραφεί στους ισολογισμούς τους.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά διμερή υπόθεση, αλλά στοιχείο μιας τριμερούς δομής στην οποία συμμετέχει και η Κίνα, η οποία έχει ωφεληθεί σε τεράστιο βαθμό από τη ρήξη της Ρωσίας με τη Δύση. Σε αντάλλαγμα για την οικονομική και διπλωματική στήριξη, η Μόσχα έχει επιτρέψει στην Κίνα να κυριαρχήσει σε ορισμένους τομείς της οικονομίας της, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, και να αποκτήσει μονοψωνιακή θέση στις νέες εξαγωγές φυσικού αερίου.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η Κίνα έχει εντοπίσει και μελετήσει τις αδυναμίες της δυτικής αντίδρασης στον πόλεμο της Ρωσίας, οι οποίες ενδέχεται αργότερα να επηρεάσουν τη δική της λήψη αποφάσεων, όσον αφορά την Ταϊβάν και άλλες περιοχές. Γενικά, όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί πρόκληση για τη Δύση και απορροφά δυτικούς πόρους, η Κίνα έχει συμφέρον να διασφαλίσει ότι θα συνεχιστεί.

Τέλος, δεν υπάρχει λόγος να θεωρεί κανείς δεδομένο ότι η Ρωσία θα είναι πρόθυμη ή ικανή να απεμπλακεί από τη σύγκρουση. Ορισμένοι κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι η ρωσική κοινωνία κατακλύζεται ολοένα και περισσότερο από την πολεμική κόπωση. Αυτή δεν αποτελεί άποψη ευρείας αποδοχής και, ακόμη κι αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν σημαίνει ότι θα αναδυθεί ένα αντιπολεμικό κίνημα. Σύμφωνα με το ρωσικό κέντρο δημοσκοπήσεων Λεβάντα, τον Ιούλιο του 2026, έως και το 56% των Ρώσων επιθυμούσε να τερματιστεί ο πόλεμος μέσω στρατιωτικής κλιμάκωσης που θα ανάγκαζε το Κίεβο να συνθηκολογήσει.

Ταυτόχρονα, η καταστολή στη Ρωσία έχει φτάσει σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από την εποχή του Στάλιν, με συστημικές συνέπειες. Καθώς ο τερματισμός της σύγκρουσης με τη Δύση θα μπορούσε να υπονομεύσει την παντοδυναμία των ρωσικών υπηρεσιών ασφαλείας, αυτές θα κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διατηρήσουν την υφιστάμενη κατάσταση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάδειξη ενός νέου Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη Ρωσία, ο οποίος θα επιδίωκε να τερματίσει την αντιπαράθεση με τη Δύση, είναι απλώς αδύνατη. Αξίζει να θυμηθούμε ότι, παρότι ο Γκορμπατσόφ έγινε δεκτός με θετικό τρόπο στις δυτικές χώρες, η αδυναμία του να επικοινωνήσει αποτελεσματικά στο εσωτερικό της χώρας αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες της τελικής του πτώσης.

Σήμερα, θα ήταν ακόμη ευκολότερο να εκτροχιαστεί οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας με τη Δύση. Θα αρκούσε να τεθεί σε έναν υποψήφιο Ρώσο ηγέτη το ερώτημα: “Σε ποιον ανήκει η Κριμαία;”. Εάν η απάντηση ήταν “Στη Ρωσία”, οι διαπραγματεύσεις με τη Δύση θα ήταν καταδικασμένες πριν καν αρχίσουν. Εάν η απάντηση ήταν “Στην Ουκρανία”, η πολιτική απήχησή του στο εσωτερικό της Ρωσίας θα κατέρρεε.

Εάν η παραπάνω ανάλυση είναι σωστή, υπάρχουν μόνο δύο σενάρια για τις ευρωρωσικές σχέσεις που αξίζει να εξεταστούν —ή, ακριβέστερα, ενάμισι. Το ένα είναι η συνέχιση των σημερινών τάσεων. Με ή χωρίς τον Πούτιν, η Ρωσία και η Ευρώπη θα παραμείνουν εγκλωβισμένες σε μια αντιπαράθεση, επιβάλλοντας οικονομικές κυρώσεις και πραγματοποιώντας υβριδικές επιθέσεις. Η ρητορική περί “πολιορκημένου φρουρίου” θα βοηθήσει τους Ρώσους κυβερνώντες να παραμείνουν στην εξουσία. Η Ρωσία θα χάσει οικονομικές και διεθνείς ευκαιρίες, ενώ και η Ευρώπη θα υποστεί τις συνέπειες.

Δυστυχώς, αυτό είναι το πιθανότερο σενάριο. Το άλλο “μισό” σενάριο είναι σε μεγάλο βαθμό υποθετικό. Προβλέπει την ανάδειξη ενός ρωσικού καθεστώτος που θα ήταν πρόθυμο να τερματίσει την αντιπαράθεση, αλλά, λόγω των προφανών πολιτικών κινδύνων, θα προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο. Η σύγκρουση θα εξακολουθούσε να είναι ορατή και η σχετική ρητορική θα συνεχιζόταν, αλλά στην πράξη θα σημειωνόταν αποκλιμάκωση.

Αυτό θα απαιτούσε πολιτική δεξιοτεχνία και ικανότητα επικίνδυνων ελιγμών από το Κρεμλίνο, καθώς και τη συμφωνία της Ευρώπης να συμμετάσχει σε αυτή την προσομοίωση σύγκρουσης. Εάν μια τέτοια προσέγγιση μπορούσε να διατηρηθεί, ίσως να καθίστατο εφικτή η αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και η υλοποίηση ορισμένων κοινών οικονομικών έργων, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν βαθμό εξομάλυνσης των σχέσεων. Ωστόσο, είναι πιθανότερο ότι αυτή η προσέγγιση θα αποτύχει.

Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.

Επιμέλεια – Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου