Νετανιάχου | Τι σημαίνει η ‘πτώση’ του

Νετανιάχου | Τι σημαίνει η 'πτώση' του

Το να εκπονήσει κανείς τον πολιτικό επικήδειο του Βενιαμίν Νετανιάχου, αποτελεί εγχείρημα παράτολμο και ίσως πρόωρο. Και αυτό διότι ο πρωταγωνιστής της ισραηλινής πολιτικής σκηνής εδώ και τρεις δεκαετίες, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επιδέξιος στο να παραγκωνίζει τους αντιπάλους του, εσωκομματικούς και μη.

Όμως η απώλεια της πρωθυπουργίας μετά από 12 χρόνια, και μάλιστα σε μία συγκυρία κατά την οποία ο Νετανιάχου έχει δικαστικές περιπέτειες με την κατηγορία της διαφθοράς, πιθανότατα αποτελεί τη “μοιραία στιγμή”. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός που μπόρεσε να σχηματισθεί, μετά από τέσσερις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε δύο χρόνια, είναι τόσο ετερόκλητος που το μοναδικό πραγματικό συγκολλητικό του στοιχείο να είναι η επιθυμία έξωσης του Νετανιάχου.

Ούτε όμως είναι τυχαίο, ότι αυτό που δεν μπόρεσε να προκύψει εδώ και δύο χρόνια, υλοποιείται εντέλει στον απόηχο μιας νέας ανάφλεξης στην ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση, η οποία ανέδειξε αρκετά τρωτά σημεία του Ισραήλ και κυρίως έφερε στην επιφάνεια τις αποκλίσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον του Τζο Μπάιντεν και τον Βενιαμίν Νετανιάχου.

Το εβραϊκό κράτος εμφανίζεται, αίφνης, μη υπερασπίσιμο: τόσο επιχειρησιακά (αρκεί να σκεφτεί τι θα σήμαινε το ταυτόχρονο άνοιγμα ενός μετώπου με την λιβανική Χεζμπολλάχ, παράλληλα με την Χαμάς και την αναταραχή στις ισραηλινές πόλεις με μικτό πληθυσμό) όσο και κυρίως πολιτικά.

Το Μεσανατολικό έχει καταστεί πλέον αντικείμενο κομματικής διαίρεσης στις ΗΠΑ, με τους Ρεπουμπλικανούς να πλειοδοτούν, κυρίως λόγω της ευαγγελικής Δεξιάς, σε κινήσεις ανεπιφύλακτης στήριξης αυτού που πρακτικά είναι η οικοδόμηση ενός “Μεγάλου Ισραήλ” και τους Δημοκρατικούς, προς τους οποίους περισσότερο κλίνει η (όλο και περισσότερο αποστασιοποιημένη από το κλίμα Νετανιάχου) αμερικανο-εβραϊκή κοινότητα, να έχουν μια περισσότερο κριτική προσέγγιση, όπως φάνηκε και από την κάλυψη των τελεταίων γεγονότων από τα μεγαλύτερα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.

Ο Τζο Μπάιντεν ασφαλώς δεν ξεχνά ότι όταν ήταν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, ο Νετανιάχου έφθασε μέχρι του σημείου να μιλήσει στο ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικανούς Κογκρέσο, ερήμην του τότε προέδρου Ομπάμα και με στόχο την υπονόμευση των προσπαθειών του για την σύναψη διεθνούς συμφωνίας ως προς το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου έχει κάθε λόγο να ενθαρρύνει μια πολιτική μεταβολή στο Ισραήλ, η οποία θα τον απαλλάξει από τον κίνδυνο εμπρηστικών πρωτοβουλιών στην Μέση Ανατολή, την ώρα που ο ίδιος έχει άλλες προτεραιότητες. Η σχέση υπερδύναμης και προστατευόμενου οφείλει να επιστρέψει στις πραγματικές της διαστάσεις.

Σε βαθύτερο επίπεδο, για τις δυτικές δυνάμεις και τους σωφρονέστερους εκ των υποστηρικτών του Ισραήλ επείγει η αναβίωση της προοπτικής μιας “λύσης δύο κρατών” στο Μεσανατολικό (μετά από την τετραετία Τραμπ που έμοιαζε να την ενταφιάζει), ώστε να διαφυλαχθούν τα κεκτημένα της ίδρυσης του εβραϊκού κράτους και να επιτευχθεί ένας πληθυσμιακός διαχωρισμός, διότι ο μαξιμαλισμός του “Μεγάλου Ισραήλ” προσκρούει στις μακροπρόθεσμες δημοκραγικές εξελίξεις και αναπόφευκτα φέρει την διεθνή κοινή γνώμη αντιμέτωπη με την πραγματικότητα ενός “απαρτχάιντ”. Επείγει επίσης η αναβίωση ειρηνευτικών συνομιλιών ως μέσο για την διαφύλαξη του όποιου κύρους έχει τυχόν απομείνει στην Παλαιστινιακή Αρχή, ώστε αυτή να μην προσπεραστεί πλήρως από την Χαμάς, με επιπτώσεις σημαντικές και για άλλα αραβικά κράτη.

Ο Νετανιάχου αποτελούσε εμπόδιο σε έναν τέτοιο αναπροσανατολισμό. Και αυτό δεν γίνεται αντιληπτό πλέον μόνο εκτός Ισραήλ, αλλά και σε σημαντικό τμήμα του μηχανισμού ασφαλείας και του εκλογικού σώματος – κουρασμένου έτσι και αλλιώς από την αλαζονεία της οικογένειας Νετανιάχου και την διαφθορά, αλλά μέχρι την τελευταία ανάφλεξη μακαρίως αδιάφορου για την ανάγκη αλλαγής γραμμής στο Μεσανατολικό.

Σύμφωνα με μια ρήση πολύ δημοφιλή στη Βρετανία, κάθε πολιτική σταδιοδρομία προορίζεται να καταλήξει στην αποτυχία. Ο Νετανιάχου, πάλι, μοιάζει να πληρώνει το τίμημα των πολλών μέχρι τώρα επιτυχιών του. Η διαδρομή του, η οποία επηρεάστηκε καταλυτικά από την οικογενειακή του ιστορία, άφησε ισχυρό αποτύπωμα όχι μόνο στην χώρα του, αλλά σε όλο τον κόσμο.

Γιος του ιστορικού Μπενζιόν Νετανιάχου (ιδιαίτερου γραμματέα του ηγέτη του ρεβιζιονιστικού, δηλ. ακροδεξιού, σιωνισμού Βλαντίμιρ Γιαμποτίνσκι) και αδελφός του αξιωματικού Γιόναταν Νετανιάχου, μοναδικού θύματος από ισραηλινής πλευράς στην επιχείρηση κατά των αεροπειρατών του Έντεμπε το 1976, ο Βενιαμίν Νετανιάχου πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του στις ΗΠΑ, όπου και ξεκίνησε τη δημόσια σταδιοδρομία του ως ακόλουθος πρεσβείας και κατόπιν ως εκπρόσωπος της χώρας του στον ΟΗΕ.

Ο μέχρι χθες πρωθυπουργός υπήρξε, συνεπεία αυτής της διαδρομής, πρωτεργάτης στην “αμερικανοποίηση” της πολιτικής σκηνής και της διεθνούς εικόνας του Ισραήλ, στην νομιμοποίηση ιδεών που είχαν περιθωριοποιηθεί κατά την κυριαρχία των Εργατικών στα πρώτο τριάντα χρόνια ύπαρξης του εβραϊκού κράτους, στην σύναψη της συμμαχίας με τους Αμερικανούς Ευαγγελικούς και στην εκπόνηση (σε ανύποπτους καιρούς, ως επικεφαλής του ιδρύματος στην μνήμη του αδελφού του) της ιδεολογίας του αγώνα κατά της τρομοκρατίας που συνδύαζε τις ψυχροπολεμικές ιδέες με την στοχοποίηση του ισλαμικού κόσμου. Πρόκειται για μια “κληρονομιά” που δεν εξαντλείται στα όρια της δικής του χώρας.  

Του Κώστα Ράπτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *