Προϋπολογισμός 2026: Η Ελλάδα ανάμεσα σε άμυνα, χρέος και κοινωνική συνοχή

Ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2026 διαθέτει μια ιδιαιτερότητα που τον ξεχωρίζει από κάθε προηγούμενο:
για πρώτη φορά, ενώ αφορά καθαρά την ελληνική οικονομία, αναγκάζεται ουσιαστικά να διαμορφωθεί υπό το βάρος μιας διεθνούς πραγματικότητας που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!
Διονύσης Τζουγανάτος

Με άλλα λόγια, ο προϋπολογισμός είναι υποχρεωμένος να κινηθεί μέσα σε ένα ευρωπαϊκό δίλημμα που γίνεται ολοένα πιο έντονο:
πώς χρηματοδοτείται η νέα αμυντική υποχρέωση των χωρών του ΝΑΤΟ χωρίς να ανατραπούν οι δημοσιονομικοί κανόνες — και μάλιστα σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη δυσκολεύεται να ξεφύγει από την οικονομική στασιμότητα και η Ελλάδα επιδιώκει μείωση του δημόσιου χρέους.

Στις 20 Νοεμβρίου, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, παρουσίασε στη Βουλή έναν προϋπολογισμό που περιγράφεται ως «ρεαλιστικός, κοινωνικός και αναπτυξιακός». Οι βασικές προβλέψεις: ανάπτυξη 2,4% και πτώση του χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, η κυβέρνηση σκοπεύει να συνεχίσει τη στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών των δανείων του πρώτου μνημονίου, με νέο πακέτο 5,287 δισ. ευρώ, μειώνοντας περαιτέρω τις υποχρεώσεις προς τα κράτη της Ευρωζώνης.

Ωστόσο, αυτή η «εξίσωση» έχει μεταβληθεί δραστικά.

Η πρόσφατη Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Χάγη έθεσε έναν πολύ πιο απαιτητικό στόχο:
αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, με τουλάχιστον 3,5% για βασικές ανάγκες — υπερδιπλάσιο από τον προηγούμενο στόχο.
Για την Ελλάδα, που ήδη δαπανά περίπου 3,1% του ΑΕΠ και έχει προϋπολογίσει 6,13 δισ. για το 2025, η συμμόρφωση σημαίνει ότι από το 2026 απαιτούνται τουλάχιστον ένα δισ. επιπλέον.

Ταυτόχρονα, το ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον βρίσκεται σε φάση έντονης επιβράδυνσης.
Η Κομισιόν προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% το 2025 στην ΕΕ και 0,9% στην Ευρωζώνη. Οι νέοι δασμοί στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και η αυξανόμενη αβεβαιότητα πιέζουν ακόμη περισσότερο.

Η Γερμανία, κάποτε η «μηχανή» της ευρωπαϊκής οικονομίας, καταγράφει τριετή συρρίκνωση — κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί μεταπολεμικά — και η εκτιμώμενη ανάκαμψη για το 2026 (1,2%) θεωρείται αδύναμη.

Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει μικρότερη ζήτηση για εξαγωγές, μεγαλύτερη επιφύλαξη στις επενδύσεις και πιθανές πιέσεις στον τουρισμό. Και όλα αυτά σε συνθήκες όπου το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται τον Αύγουστο του 2026, αφαιρώντας ένα κρίσιμο εργαλείο χρηματοδότησης.

Στο μεταξύ, οι συνολικές ευρωπαϊκές ανάγκες για άμυνα προμηνύουν μια νέα περίοδο αύξησης χρέους.
Η S&P Global Ratings εκτιμά ότι μόνο για την επίτευξη του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος των χωρών της Ευρώπης μπορεί να αυξηθεί κατά 2 τρισ. δολάρια έως το 2035.
Η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC) προειδοποιεί ότι πολλές χώρες θα χρειαστούν περικοπές σε βασικές δημόσιες δαπάνες ή νέους φόρους για να ανταπεξέλθουν.

Για την Ελλάδα, όπου οι αμυντικές δαπάνες ξεπερνούν ήδη τα 6 δισ. και μεγάλο μέρος αφορά εισαγόμενα συστήματα, το ζήτημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό αλλά και καθαρά ταμειακό:
κάθε ευρώ που κατευθύνεται στην άμυνα αφαιρείται από τομείς που μπορούν να ενισχύσουν την εγχώρια ανάπτυξη, όπως η υγεία, η παιδεία ή οι υποδομές.

Ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει εξοπλιστικές παραλαβές 2,3 δισ., 600 εκατ. περισσότερα από το 2025. Την ίδια στιγμή, η οικονομία θα χρειαστεί νέες πηγές επενδύσεων για να διατηρήσει τους στόχους ανάπτυξης — κάτι αβέβαιο όσο πλησιάζει το «τέλος» του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν μπορεί η Ελλάδα να τρέξει δύο αγώνες αντοχής ταυτόχρονα:
την επιθετική μείωση του χρέους και την υλοποίηση ενός εξοπλιστικού προγράμματος 25 δισ. έως το 2037.
Η απάντηση εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αν η στασιμότητα συνεχιστεί, τα έσοδα από τουρισμό, εξαγωγές και κατανάλωση δεν θα επαρκούν.

Οι προβλέψεις της Allianz Trade για ανάπτυξη γύρω στο 1% στην Ευρώπη το 2025–2026 δείχνουν ότι η πίεση μάλλον θα ενταθεί.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί να διανύει δύο μαραθώνιους με όλο και λιγότερα καύσιμα.
Το παραδοσιακό ευρωπαϊκό δίλημμα «βούτυρο ή κανόνια» επιστρέφει για τη χώρα μας με νέα μορφή:
«πόλεμος ή χρέος» — αφού το «βούτυρο», δηλαδή το κοινωνικό κράτος, μοιάζει ήδη χρόνια υποβαθμισμένο.

Η ισορροπία ανάμεσα σε άμυνα, χρέος και κοινωνική συνοχή θα καθορίσει τελικά όχι μόνο τους αριθμούς του προϋπολογισμού, αλλά και τη δυνατότητα να υπάρξουν πραγματικές επενδύσεις και ανάπτυξη στο μέλλον.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Clear
9.1°CClear