
Του Melik Kaylan
Το χάος στη διεθνή τάξη πραγμάτων εντείνεται με ταχύτατους ρυθμούς, καθώς οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τον παραδοσιακό τους ρόλο: να διασφαλίζουν τη συνέχεια και τη συνοχή μεταξύ των συμμάχων τους και να συγκρατούν τους αντιπάλους τους. Πουθενά αλλού αυτή η αλλαγή δεν είναι πιο εμφανής από τη Μέση Ανατολή, όπου η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει προκαλέσει αναταράξεις στις στρατηγικές συμμαχίες και διαρκείς πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου.
Άλλο ήταν να καταγγέλλουμε την Αμερική ως τον “χωροφύλακα του κόσμου” και άλλο να καλούμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες του αυξανόμενου οικονομικού και στρατηγικού χάους. Η αναστάτωση, όπως αποδεικνύεται, δεν αποτελεί πάντοτε αρετή.
Ας δούμε τη μεγάλη εικόνα.
Η Σαουδική Αραβία, όπως και άλλοι σύμμαχοι των Αμερικανών στον Κόλπο, έχει υποστεί σοβαρές ζημιές στις υποδομές της από επιθέσεις οργανώσεων που υποστηρίζονται από το Ιράν. Τα Στενά του Ορμούζ, αλλά και οι εναλλακτικές οδοί προς την Ερυθρά Θάλασσα για τις εξαγωγές σαουδαραβικού πετρελαίου, βρίσκονται πλέον υπό σοβαρή απειλή.
Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ δέχεται διαρκώς προκλήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, με ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και επιχειρήσεις δολιοφθοράς σε βάρος της. Η Ουκρανία, προς το παρόν, είναι ουσιαστικά εκτεθειμένη απέναντι στα ρωσικά πυραυλικά πλήγματα και στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη με κινητήρες τζετ. Ακόμη και διεθνείς διπλωματικές αποστολές έχουν βρεθεί στο στόχαστρο — ένα φαινόμενο μέχρι πρότινος σχεδόν άγνωστο στον δυτικό κόσμο.
Παράλληλα, η ίδια η έννοια της “Δύσης” μοιάζει ολοένα και λιγότερο συνεκτική, καθώς οι σχέσεις Καναδά και ΗΠΑ επιδεινώνονται και τα φιλορωσικά λαϊκιστικά κόμματα ενισχύονται στην Ευρώπη.
Μόλις πριν από δύο χρόνια, η εικόνα ήταν αισθητά διαφορετική.
Η Ρωσία είχε χάσει τη Συρία και δεν μπορούσε να προστατεύσει τον σύμμαχό της, το Ιράν. Η Ουκρανία ετοιμαζόταν να εξαπολύσει μαζικές επιδρομές με drones εναντίον ρωσικών στρατευμάτων, πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και του ρωσικού ναυτικού. Το Ισραήλ είχε μόλις εξουδετερώσει την ηγεσία του ιρανικού καθεστώτος. Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο βρισκόταν σε κατάσταση αποδιοργάνωσης μετά την ισραηλινή επιχείρηση με τις παγιδευμένες συσκευές επικοινωνίας.
Τα Στενά του Ορμούζ παρέμεναν όσο ανοιχτά ήταν πάντα για τις διεθνείς μεταφορές πετρελαίου. Η Ρωσία ήταν τόσο απασχολημένη με τον πόλεμο στην Ουκρανία, ώστε δυσκολευόταν πλέον να παρεμβαίνει σε άλλα μέτωπα του εξωτερικού. Και η Κίνα ήταν απασχολημένη με το να προειδοποιεί τον Βλαντίμιρ Πούτιν να μην καταφύγει στη χρήση πυρηνικών όπλων στην Ουκρανία.
Η εικόνα έχει πλέον αλλάξει δραματικά
Η Ρωσία και η Κίνα βοήθησαν το Ιράν, χωρίς να υποστούν ουσιαστικές συνέπειες, να επιτεθούν σε αμερικανικές βάσεις και αεροσκάφη στον Κόλπο, καθώς και σε εγκαταστάσεις των ίδιων των κρατών του Κόλπου.
Οι ηγέτες των τριών χωρών εμφανίστηκαν μαζί στην πρόσφατη σύνοδο των BRICS, ζητώντας “αποκλιμάκωση” από τις ΗΠΑ. Στην πράξη, το μήνυμα έμοιαζε περισσότερο με προειδοποίηση: “Έχετε απέναντί σας ένα συμπαγές μέτωπο. Είδατε τι μπορούμε να κάνουμε. Τώρα κάντε πίσω”.
Το FBI, μάλιστα, ανακοίνωσε μόλις πρόσφατα την ύπαρξη δολοφόνων και σαμποτέρ που χρηματοδοτούνται από τη Μόσχα και δραστηριοποιούνται σε αμερικανικό έδαφος. Η συμμαχία αυτή και τα δίκτυα που συνδέονται μαζί της, σε αντίθεση με εκείνα της Δύσης, εμφανίζονται συντονισμένα και επιθετικά. Βρίσκονται σε θέση πρωτοβουλίας.
Οι δυτικές συμμαχίες, αντίθετα, δείχνουν ολοένα περισσότερο σημάδια αποδιοργάνωσης.
Ας εξετάσουμε γιατί.
Η Τουρκία και το Ισραήλ βρίσκονται πλέον σε κατάσταση ανοιχτής αντιπαράθεσης. Ελλείψει σαφούς αμερικανικής ηγεσίας, οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον αρχίζουν να δημιουργούν τις δικές τους “μικρές συμμαχίες”.
Το Ισραήλ έχει ενισχύσει τη συνεργασία του με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία απέναντι στην Τουρκία. Την ίδια στιγμή, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία συνήψαν το λεγόμενο “Σύμφωνο της Μέκκας” για αμοιβαία άμυνα, μια συμφωνία που μέχρι στιγμής φαίνεται να έχει περιορισμένη πρακτική αξία — με εξαίρεση, ίσως, το ενδεχόμενο μεταφοράς πυρηνικής τεχνογνωσίας από το Πακιστάν στη Σαουδική Αραβία.
Κανείς, πάντως, δεν έχει βοηθήσει ουσιαστικά τη Σαουδική Αραβία να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των Χούθι, τους οποίους υποστηρίζει το Ιράν. Το Πακιστάν, από την πλευρά του, αρνήθηκε να εμπλακεί στην αντιμετώπιση των επιθέσεων που, σύμφωνα με το Ριάντ, υποστηρίζονται από την Τεχεράνη και στοχεύουν σαουδαραβικές υποδομές.
Η ρωσική πίεση στην Ευρώπη
Στην Ευρώπη, η ρωσική απειλή αποκτά ολοένα πιο συγκεκριμένη μορφή.
Πρόσφατα, ρωσικό πολεμικό πλοίο φέρεται να εκτόξευσε φωτοβολίδες εναντίον δανικού ελικοπτέρου, ενώ ρωσικά drones παραβιάζουν επανειλημμένα τον εναέριο χώρο στην περιοχή της Βαλτικής και ευρύτερα στην Ευρώπη. Στη Γερμανία, παράλληλα, εντοπίστηκαν εκρηκτικοί μηχανισμοί που φέρεται να συνδέονται με σχέδια δολιοφθοράς σε εγκαταστάσεις του αεροδρομίου της Λειψίας.
Και οι αδιάκοποι ρωσικοί βομβαρδισμοί εναντίον αμάχων και κρίσιμων πολιτικών υποδομών στην Ουκρανία δεν δείχνουν να έχουν τέλος.
Συχνά υποστηρίζεται ότι οι βομβαρδισμοί από μόνοι τους δεν κερδίζουν πολέμους χωρίς την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων. Αυτό, όμως, παραβλέπει την εμπειρία του δεύτερου πολέμου της Τσετσενίας, όταν η πρωτεύουσα Γκρόζνι ισοπεδώθηκε από τις ρωσικές δυνάμεις, συμβάλλοντας στην καταστολή της εξέγερσης.
Η Ουκρανία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια παρόμοια μοίρα με την πάροδο του χρόνου, εάν δεν εξασφαλίσει αντικατάσταση των πυραύλων Patriot που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί ως επί το πλείστον στον πόλεμο με το Ιράν.
Οι πόλεμοι φθοράς φαίνεται να εξελίσσονται πλέον στον κανόνα.
Η Ουκρανία πλήττει ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις και εγκαταστάσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος, συμπεριλαμβανομένων ενεργειακών και οικονομικών υποδομών, ενώ η Μόσχα απαντά καθιστώντας ολοένα δυσκολότερη την ομαλή λειτουργία της ουκρανικής κοινωνίας.
Το ερώτημα που απομένει είναι ποιο από τα δύο συστήματα θα λυγίσει πρώτο υπό το βάρος του χάους, ενός παρατεταμένου πολέμου και της αμοιβαίας καταστροφής.
Η πίεση προς το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη να ενισχύσουν την Ουκρανία προκαλεί ολοένα πιο έντονες ρωσικές προκλήσεις και επιχειρήσεις δολιοφθοράς στην Ευρώπη. Το ενδεχόμενο η κατάσταση να εξελιχθεί σε ευρύτερη σύγκρουση —πιθανότατα στην περιοχή της Βαλτικής— δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Αυτή η απειλή συμβάλλει στην ενίσχυση φιλορωσικών ή ευρωσκεπτικιστικών λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη, από τη Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία έως το AfD στη Γερμανία, τα οποία υποστηρίζουν ότι “δεν είναι δικός μας πόλεμος”.
Την ίδια στιγμή, αξιοποιούν πολιτικά το ζήτημα της μετανάστευσης, με τη ρωσική παραπληροφόρηση να ενισχύει, σύμφωνα με δυτικές κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας, σχετικές αφηγήσεις. Τα μετριοπαθή κόμματα, από την πλευρά τους, δυσκολεύονται να διαχειριστούν αποτελεσματικά το ζήτημα.
Και ας μην ξεχνάμε ένα κρίσιμο στοιχείο: οι αντίπαλοι της Δύσης δεν χρειάζεται να ανησυχούν στον ίδιο βαθμό για τις μεταβολές της κοινής γνώμης στις δικές τους κοινωνίες.
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν εξελίσσεται σε ένα παρόμοιο παιχνίδι υψηλού ρίσκου.
Το Ιράν θα συνεχίσει να προσπαθεί να επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα και να αναγκάζει τις ΗΠΑ να αντιδρούν. Η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον αυξάνεται όσο πλησιάζουν οι εκλογές για το Κογκρέσο.
Θα υποχωρήσει η Ουάσιγκτον, με το κόστος μιας μεγάλης πολιτικής και στρατηγικής ήττας, ή θα επιλέξει μια τελευταία μεγάλης κλίμακας αεροπορική επιχείρηση ως έσχατη προσπάθεια να κάμψει το καθεστώς της Τεχεράνης;
Σε κάθε περίπτωση, το πεδίο της ενημέρωσης αναμένεται να κατακλυστεί από ένα κύμα “μετα-αλήθειας”, παραπληροφόρησης και αμφισβητούμενων ισχυρισμών, ενώ η αμερικανική κοινωνία κινδυνεύει να πολωθεί και άλλο — όπως συμβαίνει ήδη σε τμήματα της Ευρώπης και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο
Οι συνέπειες της αποδυνάμωσης της δυτικής συμμαχίας, ως αποτέλεσμα της μειωμένης αμερικανικής εμπλοκής, δεν περιορίζονται στα παραπάνω μέτωπα.
Και άλλες χώρες και περιοχές λαμβάνουν το μήνυμα.
Ίσως το μοναδικό θετικό στοιχείο να είναι η αποκλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, η οποία δημιουργεί προϋποθέσεις για το άνοιγμα μιας νέας εμπορικής διαδρομής —του λεγόμενου “Μεσαίου Διαδρόμου”— που θα συνδέει την Κεντρική Ασία με τις διεθνείς αγορές, παρακάμπτοντας τη Μόσχα, το Πεκίνο και την Τεχεράνη.
Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον όπου οι αντίπαλοι της Δύσης ενισχύουν τη θέση τους, αυτή η προσπάθεια στρατηγικής αναδιάταξης ενδέχεται να παραμείνει στάσιμη, υπό τον φόβο της ρωσικής επιθετικότητας και εξαιτίας της αστάθειας της αμερικανικής στρατηγικής εστίασης.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ένα μεγάλο επενδυτικό συνέδριο στο Μπακού αναμένεται να προσφέρει ενδείξεις για την κατεύθυνση που μπορεί να πάρουν οι εξελίξεις.
Ο κόσμος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
Βήματα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια αλυσιδωτή αντίδραση — προς όφελος είτε της Δύσης είτε των αντιπάλων της.